Legislator Case Law & Legislation
355/2010 AI generated

355/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 355/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12996/2007 η οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2393/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

355/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να προέρχεται και από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε καθώς και από τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την απόκτηση του.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements tort liability acts without binding force vendor's statutory lien breach of contractual obligation non-contractual liability
AI generated
1191/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1006/2013
Εικονική σύμβαση πωλήσεως με υποκριπτόμενη δωρεά.
389/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
143/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
1383/2014
Μεταβίβαση κυριότητας παραγώγως (με κληρονομική διαδοχή) και πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) Αν η αγωγή απορριφθεί γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε την κυριότητά του, παρέλκει η εξέταση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου αφού η απόρριψη της αγωγής που με την ένστασή του επιδίωξε έγινε γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουναρ19 άρθρου 559. Πότε ιδρύεται Οι πλεοναστικές παραδοχές δεν στηρίζουν το διατακτικό ούτε δημιουργούν δεδικασμένο και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 10, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελείς γιατί πλήττουν τις πλεοναστικές παραδοχές της απόφασης ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας, η εξέταση της οποίας ήταν περιττή, αφού η αγωγή απορρίφθηκε γιατί δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση. Η αποδοχή του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν υφίσταται κρίση του δικαστηρίου περί του ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ανήκει στην διακριτική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, η δε τυχόν αποδοχή ή σιωπηρή απόρριψη δε χρειάζεται να αιτιολογείται γιατί δεν αποτελεί ζήτημα κατά το άρθρο 559 αρ 19 ούτε υπόκειται σε κάποιο λόγο αναίρεσης

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1..., 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αννα Λαζαράκη 3... και 4. .., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12996/2007 η οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2393/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... με τις κάτω από αυτές από 25-5-2009 δύο βεβαιώσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 4 Δεκεμβρίου αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.Α.Π. 4/2005 Α.Π. 868/2008) . Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικαστικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπισθεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. Α.Π. 36/1988). Εξετέρου στα άρθρα 513 και 514 του ΑΚ ορίζεται ότι ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος και να παραδώσει αυτό ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου.

Στο άρθρο 516 του ΑΚ ορίζεται, επίσης, ότι "αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σε αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστά και η έλλειψη κυριότητας σε αυτόν του πωληθέντος πράγματος έχουν εφαρμογή οι ΑΚ 380, 382 σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ, τόσο τη θετική ζημία, όσο και το πέραν αυτής (θετικής ζημίας -όλης δαπάνης) καθαρό διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Επομένως, ο αγοραστής στην περίπτωση νομικού ελαττώματος του πωληθέντος πράγματος μπορεί να ζητήσει αποζημιωτικά, ως διαφέρον εκπληρώσεως, το μικτό του κέρδος (και μόνον βέβαια) το οποίο θα είχε αν πωλούσε το πράγμα (αν ήταν απαλλαγμένο νομικού ελαττώματος), στο οποίο (μικτό κέρδος) περιλαμβάνεται η όλη δαπάνη απόκτησης του πράγματος και αθροιστικά το επιπλέον καθαρό κέρδος. (Αν, βέβαια, η τιμή πώλησης είναι μεγαλύτερη της όλης δαπάνης κτήσης του).

Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να προέρχεται και από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε καθώς και από τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την απόκτηση του.

Ως εκ τούτου, προκειμένου να χωρήσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της συμβάσεως .Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση κατά τη διάταξη αυτή αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος.

Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη.

Η αποζημίωση στη περίπτωση αυτή και εφόσον αποδεχθεί την δικαιοπραξία ο απατηθείς, περιλαμβάνει την θετική και αποθετική ζημία στην έκταση που δικαιούται ο ζημιωθείς σε κάθε αδικοπραξία. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914,, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.

Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στη προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε στην από 9-12-2008 αγωγή του όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής : Ότι με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλη, που νόμιμα μεταγράφτηκε, οι εναγόμενοι του πώλησαν το περιγραφόμενο σ' αυτή κατά θέση και όρια ακίνητο, αντί καταβληθέντος πραγματικού τιμήματος 96.000 ευρώ, ότι οι άνω πωλητές, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά την υπογραφή του συμβολαίου του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο τους ανήκε κατά κυριότητα, και ότι είναι αυτοτελές, άρτιο και οικοδομήσιμο, με συνέπεια αυτός να παρασυρθεί από τις παραπάνω απατηλές διαβεβαιώσεις και να το αγοράσει και ότι την αναλήθεια των ανωτέρω πληροφορήθηκε μετά την κατάρτιση του συμβολαίου, οπότε διαπίστωσε ότι το πωληθέν ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, συγκυριότητας τρίτων.

Ζήτησε δε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως, αφού κατά τη σύναψη αυτής (πωλήσεως) το ακίνητο είχε το παραπάνω νομικό ελάττωμα, αλλά και με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, σε ολόκληρο ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και με προσωπική τους κράτηση, λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας, συνολικά ποσό 108.606,59 ευρώ για δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε προς απόκτηση του επιδίκου, και οι οποίες συνίστανται στο καταβληθέν τίμημα (96.000 ευρώ), στους τόκους δανείου που είχε λάβει για την αποπληρωμή μέρους του τιμήματος (4.133,14 ευρώ), στην αμοιβή, του συντάξαντος το συμβόλαιο συμβολαιογράφου (704,24 ευρώ), της παρασταθείσας πληρεξουσίου δικηγόρου (470,10 ευρώ) και του μεσίτη (1.600,00 ευρώ), στο φόρο μεταβίβασης (3.605,00 ευρώ), στα έξοδα μεταγραφής (244,11 ευρώ), εγγραφής προσημείωσης προς εξασφάλιση του ληφθέντος δανείου (450,00 ευρώ), και περίφραξης (1.400,00 ευρώ) όπως τα επί μέρους ποσά αυτών προσδιορίζονται στην αγωγή.

Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και κατά το μέρος που ζητείται ως θετική αποζημίωση το ανωτέρω ποσό (εκτός από τα ζητούμενα κονδύλια για δαπάνες τόκου δανείου και εγγραφής προσημειώσεως) είναι νόμιμη και θεμελιώνεται στις προεκτεθείσες διατάξεις τόσο από τη σύμβαση της πώλησης η οποία και δεν εκπληρώθηκε από τους εναγομένους πωλητές, όσο και από την αδικοπραξία που διαπράχθηκε με την εκ μέρους αυτών απάτη σε βάρος του ενάγοντος.· Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τα ζητούμενα ως άνω κονδύλια παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις γι' αυτό και οι πρώτος και δεύτερος (συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι) λόγοι της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι βάσιμοι. Η ίδια αγωγή κατά το μέρος που ζητείται ως αποζημίωση το ποσό που δαπάνησε ο ενάγων για τόκους του δανείου που συνήψε αυτός για την αποπληρωμή μέρους του τιμήματος, καθώς και για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση του δανείου η αγωγή δεν είναι νόμιμη καθόσον η επικαλούμενη δαπάνη αυτή υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη πράξη της εξαπάτησης αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί απότοκος της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.

Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τα κονδύλια αυτά δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Με την ίδια αγωγή ο ενάγων ζητούσε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο ποσό 122.653,60 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος ήτοι ως κέρδος (καθαρό) που θα αποκόμιζε μετά βεβαιότητας, αν οι εναγόμενοι δεν τον είχαν εξαπατήσει και έτσι είχαν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, από την μεταπώληση του επιδίκου αντί τιμήματος 230.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αγοραία αξία αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφαιρουμένων των παραπάνω δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για την απόκτησή του (230.000 - 107.346,40).

Σε σχέση με το αίτημα τούτο δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, ότι οι εναγόμενοι μετά συναπόφαση προέβησαν στη διάπραξη απάτης σε βάρος του ενάγοντος κατά τα εις την απόφαση ειδικότερα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά συνεπεία της οποίας αυτός πείσθηκε και παρασύρθηκε στην κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως με βάση την οποία του πώλησαν το εις αυτή ακίνητο το οποίο δεν τους ανήκε κατά κυριότητα αλλά ούτε και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των εναγομένων.

Ότι η κατά τετραγωνικό μέτρο αξία του ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αυξήθηκε και ανερχόταν σε 150 ευρώ η δε συνολική αξία του σε 155.160 ευρώ (150 ευρώ Χ 1.034,40 τ.μ.) και ότι ο ενάγων λόγω της επελθούσης αυτής αύξησης απώλεσε το κέρδος που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα από την μεταπώληση του αν οι εναγόμενοι είχαν εκπληρώσει τη σύμβαση, στη κατάρτιση της οποίας ο ενάγων παρασύρθηκε με την απατηλή συμπεριφορά αυτών, της οποίας ωστόσο την ακύρωση δεν ζητεί , και το οποίο κέρδος μετά την αφαίρεση του από 96.000 ευρώ τιμήματος αγοράς του που κατέβαλε, ανέρχεται στο ποσό των 59.160 ευρώ, το οποίο και συνιστά τη ζημία του (θετικό διαφέρον υπό την μορφή του διαφυγόντος κέρδους -αποθετικής ζημίας) που συνδέεται αιτιωδώς με το επικαλούμενο από αυτόν και αποδειχθέν ως άνω ζημιογόνο γεγονός .

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο αφού δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε κρίνει διαφορετικά κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο τον καθένα, ως ευθυνόμενους τόσο από τη σύμβαση όσο και από την αδικοπραξία το ποσό των 59.160 ευρώ και για αιτηθείσα επίσης χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία το ποσό των 15.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 74.160 ευρώ (59.160 συν 15.000) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επιδίκασε για συνολική ζημία (περιουσιακή) του ενάγοντος μόνο το ποσό των 59.160 ευρώ, καίτοι δέχθηκε ότι η ζημία αυτή ανερχόταν, ως άθροισμα μιας θετικής του ζημίας και του καθαρού διαφυγόντος κέρδους αυτού, στο ποσό των ευρώ 155.160, με την αφαίρεση, δηλαδή, από το ποσό της συνόλης ζημίας, του ποσού της επί μέρους θετικής ζημίας από 96.000 ευρώ (καταβληθέν τίμημα) κατά τούτο (δηλαδή κατά το αφαιρεθέν ποσό) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 297-298, 513-514, 516, 330, 382, 914 Α.Κ.

σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, γι' αυτό και οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα άνω κεφάλαιά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ. αριθ. 2393/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ