Legislator Case Law & Legislation
355/2009 AI generated

355/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 355/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

355/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Keywords

AI generated
water policy resignation of the government management of resources lack of shareholder standing leader of the opposition institution called upon to act
AI generated
1449/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
344/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1115/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
1734/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
514/2024
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α` και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ` άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 380/23-11-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 9-6-2020 αίτησης ερμηνείας απόφασης, επειδή μετά τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 18-5-2021 δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 355/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Καραγιαννακίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Ιωσηφίδου και 2) Ψ2, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-11-1999 και 22-3-2000 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 368/2003 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3-10-2003 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 698/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 368/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 366/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως, του δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας, ......, προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι'αυτήν κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.

Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, ιδίως δε όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός προσλήφθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καβάλας την 9-4-1984 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως προϊστάμενος των Τεχνικών Υπηρεσιών της.

Σε εκτέλεση των αναφερομένων αποφάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα Γενικού διευθυντή τα οποία ασκούσε παράλληλα με τα καθήκοντα του προϊσταμένου των τεχνικών υπηρεσιών της, ενώ στη συνέχεια τον τοποθέτησε τυπικά στη θέση του Γενικού Διευθυντή της για την κάλυψη της αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης των υπηρεσιών της, με καθήκοντα και αρμοδιότητες εκείνες που προβλέπονται από το ν. 1069/1980.

Ειδικότερα τα καθήκοντα αυτά πλην άλλων, ήταν: 1) Να καταρτίζει το ετήσιο πρόγραμμα κατασκευής επεκτάσεως και συντηρήσεως των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως. 2) Να καταρτίζει κάθε έτος προγράμματα επενδύσεων για το επόμενο οικονομικό έτος, καθώς και τα επόμενα τέσσερα οικονομικά έτη, υποδεικνύοντας εγκεκριμένες ή προτεινόμενες πηγές χρηματοδοτήσεως. 3) Να καταρτίζει τις αναγκαίες αναμορφώσεις και τροποποιήσεις στα προγράμματα κατασκευής των έργων και τον ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων. 4) Να ελέγχει την καθημερινή εργασία της επιχειρήσεως, να ασκεί εποπτεία επί της διεξαγωγής των εργασιών εκάστης υπηρεσίας έχων τη διοίκηση του προσωπικού αυτής και να εισηγείται προς το Διοικητικό Συμβούλιο επί μελετών αναθέσεως εκτελέσεως έργων και προμηθειών. ... 5) Να μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και να μετέχει στις συνεδριάσεις του εισηγούμενος τα προς συζήτηση θέματα άνευ ψήφου. 6) Να αποφασίζει για την εκτέλεση συνήθους φύσεως έργων και προμηθειών και αναλήψεως υποχρεώσεων, εφόσον η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει τις 500.000 δρχ., επιτρεπομένης της αυξομειώσεως του χρηματικού τούτου ορίου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως εγκρινομένης από το Νομάρχη.

Έναντι των ως άνω υπηρεσιών του καθορίστηκαν και οι μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές του. Τα καθήκοντα αυτά ο αναιρεσείων άσκησε μέχρι 5-5-1999, όταν με την υπ' αριθμ. 41/1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αποφασίστηκε η απαλλαγή του από τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή και η αποκλειστική απασχόληση του με τα καθήκοντα του Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, θέση που κατείχε πριν από την ανάθεση σ' αυτόν και καθηκόντων Διευθυντού.

Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται "Για τη χάραξη νέας επιχειρησιακής πολιτικής στην Δ.Ε.Υ.Α.Κ. ενόψει των σημερινών δεδομένων και αναγκών (Βιολογικός Παληού, οικονομική κατάσταση, θεσμικές αλλαγές κ.λ.π.) κρίνεται αναγκαία η αποκλειστική απασχόληση του Ψ2 με τα καθήκοντα του Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα τεχνικά προβλήματα κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο και ανάθεση διευθυντικών καθηκόντων σε άλλο πρόσωπο επιλογής του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Δ.Κ., για την υλοποίηση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και την εφαρμογή του προγράμματος της Υπηρεσίας". ...

Επίσης η αναιρεσίβλητη, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ανέθεσε στον αναιρεσείοντα προσωρινά και τα καθήκοντα Προϊσταμένου Γραφείου Συνεργείου Αντλιοστασίων Δεξαμενών Ύδρευσης, παράλληλα με τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τεχνικών Υπηρεσιών απαλλάσσοντας τον Α, από τα αντίστοιχα καθήκοντα, ενώ τα καθήκοντα Διευθυντή ανέθεσε στον Β, ο οποίος τα άσκησε μέχρι 23-6-1999 οπότε υπέβαλε την παραίτηση του για λόγους υγείας.

Έκτοτε η αναιρεσίβλητη δεν τοποθέτησε άλλον στη θέση του Διευθυντή. ... Η απαλλαγή του αναιρεσείοντος από τα καθήκοντα Διευθυντή και ο περιορισμός αυτού στη θέση του Προϊσταμένου των Τεχνικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης έγινε εξαιτίας της αντιδραστικής συμπεριφοράς αυτού, ως Διευθυντή των υπηρεσιών της επιχείρησης έναντι των μελών της νέας Διοίκησης και της εν γένει αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, αρνητικής για την ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως και την εκπλήρωση του σκοπού της.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων ως εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων του ήταν επιτελικό όργανο της αναιρεσίβλητης υπόλογο έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου της για την πορεία του Νομικού προσώπου, γι' αυτό έπρεπε να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του ως άνω οργάνου και να συνεργάζεται με αυτό για την εκπλήρωση των σκοπών της επιχειρήσεως.

Η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος από τις αρχές Ιανουαρίου 1999 ήταν αντιδραστική, εριστική και πολλές φορές προσβλητική έναντι των μελών της νέας Διοίκησης της αναιρεσίβλητης, αμφισβητούσε τις ικανότητες των εκπροσώπων της για το χειρισμό των θεμάτων της αρμοδιότητας τους και διαφωνούσε σε θέματα που αφορούσαν την επιχειρησιακή πολιτική της αναιρεσίβλητης, επειδή υποστήριζε διαφορετικές απόψεις, δεν ήταν συνεργάσιμος, φερόταν απρεπώς και ενίοτε κατά αυταρχικό τρόπο χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου.

Εξαιτίας της συμπεριφοράς του αυτής, δημιουργήθηκαν προβλήματα και εντάσεις μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και οι σχέσεις τους διαταράχτηκαν σε τέτοιο βαθμό που ήταν αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον δυσχερής και προβληματική η μεταξύ τους συνεργασία. Η δυσαρμονία αυτή των σχέσεων και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας του αναιρεσείοντος με τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης επεκτάθηκε στη συνέχεια και στις σχέσεις του αναιρεσείοντος με τους υφισταμένους του.

Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις των Προϊσταμένων του ουδεμία επέδειξε διάθεση από δική του υπαιτιότητα συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις του. Η κατάσταση επηρέαζε την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και την εκπλήρωση του σκοπού της Για το λόγο αυτό και γενικότερα για την αποκατάσταση της ηρεμίας στο χώρο της επιχειρήσεως η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος προέβη στην απαλλαγή του αναιρεσείοντος από τα καθήκοντα του Διευθυντή και τον περιορισμό αυτού στη θέση του Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών της. ...

Συνεπώς, η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αναγνωρίσεως της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος που πρότεινε η αναιρεσίβλητη είναι κατ' ουσίαν βάσιμη. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι μετά την κοινοποίηση των ως άνω αποφάσεων στον αναιρεσείοντα η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται προς το χειρότερο.

Ο αναιρεσείων ήταν ιδιαίτερα αντιδραστικός και οξύς, δεν επιδείκνυε την προσήκουσα συμπεριφορά στο πρόσωπο του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, κατά του οποίου συχνά καταφέρονταν με λόγια και πράξεις καταφρονητικές, αλλά και έναντι των υπολοίπων μελών της διοίκησης και των συναδέλφων του, δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος τόσο με τους εκπροσώπους της επιχείρησης όσο και με τους υφισταμένους του στις Τεχνικές Υπηρεσίες, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν και δήλωσαν αδυναμία συνεργασίας με αυτόν, διακρινόταν για την αναβλητικότητα του, όσον αφορά τις καθημερινές υποχρεώσεις του για εργασία και παραμελούσε τα καθήκοντα του, υπό την έννοια ότι εκτελούσε πλημμελώς την εργασία του.

Ειδικότερα, λόγω της διατάραξης των σχέσεων του και των συχνών αντιπαραθέσεων του, τόσο με τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, όσο και με τους υφισταμένους του, επέλεξε την τακτική επικοινωνίας με αλληλογραφία, ακόμη και για απλά θέματα. Ενδεικτικό της κατάστασης που δημιουργήθηκε είναι η σωρεία εγγράφων που απηύθυνε στους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης είτε προς ενημέρωση τους, είτε για την υποβολή προτάσεων περί ζητημάτων της αρμοδιότητας του, είτε για διατύπωση διαφορετικών απόψεων σχετικά με την εκτέλεση εντολών, αποφάσεων, έργων κ.λ.π.

Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 4-8-1999 έως και 7-2-2000 απηύθυνε προς τον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης τα αναφερόμενα αναλυτικά τριάντα τρία (33) έγγραφα και στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου τα αναφερόμενα πέντε (5) έγγραφα. Η συνεχής αυτή αποστολή εγγράφων εκ μέρους του αναιρεσείοντος δημιούργησε δυσχέρειες στην εύρυθμη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και είχε επιπτώσεις στην έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεων της.

Για το λόγο αυτό έγιναν συστάσεις από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι αυτός εξακολουθούσε την ίδια τακτική. Εξαιτίας της εμμονής του αυτής ο Πρόεδρος του Δ.Σ. επέστρεψε το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο που ο αναιρεσείων του είχε απευθύνει με χειρόγραφη σημείωση στην οποία ανέφερε "Επιστρέφεται γιατί κρίνω πως ένας Προϊστάμενος Υπηρεσίας οφείλει να επικοινωνεί προσωπικά με το Δήμαρχο και όχι με επιστολές".

Επίσης ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. με το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο του επισήμανε τη δυσλειτουργία των υπηρεσιών υπενθυμίζοντας του ότι ενδεδειγμένος τρόπος συνεργασίας είναι η άμεση και προσωπική αντιμετώπιση των θεμάτων των αρμοδιοτήτων τους. Όμως και πάλι ο αναιρεσείων δεν συμμορφώθηκε στις εν λόγω συστάσεις, ενώ διατύπωσε εγγράφως τις απόψεις του υποστηρίζοντας ότι ήταν αναγκαίος τρόπος επικοινωνίας, μάλιστα στο έγγραφο του ανέφερε "Το ότι οι υπηρεσίες εσωτερικά δεν λειτουργούν δι' αλληλογραφίας μάλλον πρόκειται για προσωπική σας άποψη".

Η δυσαρμονία αυτή των σχέσεων και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με του εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης επεκτάθηκε στη συνέχεια και στις σχέσεις αναιρεσείοντος και υφισταμένων του. Ειδικότερα δεν ήταν συνεργάσιμος με τους υπαλλήλους των Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και ιδίως με το συνάδελφο του Γ, πολιτικό μηχανικό, προς τον οποίο επεδείκνυε συμπεριφορά προσβλητική, την οποία αποτύπωνε και στα έγγραφα που του απηύθυνε.

Χαρακτηριστική είναι η ανταλλαγή εγγράφων με τον ως άνω υφιστάμενο του. Με το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο του τον επέπληττε για εκτέλεση εντολών του αντιπροέδρου του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης χωρίς δική του ενημέρωση και τον καλούσε να προβεί σε έγγραφη ενημέρωση του μέχρι 30-9-1999, ενώ παράλληλα του απέδιδε σχετικά με το εν λόγω θέμα την εξής δήλωση "όταν μου δίδουν άλλοι εντολή απευθείας παρακάμπτοντας εσένα νοείται ότι θέλουν να σε ενημερώσουν και έτσι δεν έχω καμιά υποχρέωση να παίξω τον ενδιάμεσο".

Παράλληλα το ίδιο έγγραφο διαβίβασε στον Αντιπρόεδρο με έγγραφο του ζητώντας να προβεί ο τελευταίος σε σχετικές ενέργειες. Ακολούθως με νέο έγγραφο του προς τον Γ, σε απάντηση δικού του εγγράφου με το οποίο ο Γ απέκρουε του ισχυρισμούς του ως αναληθείς κατά το περιεχόμενο ανέφερε "είναι λυπηρό και δυστυχώς σας χαρακτηρίζει μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας να αλλάζει η συμπεριφορά σας μετά από συγκεκριμένη και χαρακτηριστική ημερομηνία" ενώ επέπληττε πάλι αυτόν για παράλειψη ενημέρωσης.... ... (αναφέρεται το περιεχόμενο ανταλλαγέντων μεταξύ των εγγράφων με ανάλογο περιεχόμενο).

Για την έλλειψη πνεύματος συνεργασίας και τη δυσαρμονία των σχέσεων του αναιρεσείοντος με τους υφισταμένους του, ο Γ ενημέρωσε με το από 24-2-2000 έγγραφο του τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης, αναφέροντας μεταξύ άλλων, "αδυνατώ να αναλάβω την επίβλεψη οποιουδήποτε έργου έχοντας προϊστάμενο τον Χ".

Η κατάσταση αυτή με τη συνεχή αποστολή εγγράφων που διήρκεσε επτά μήνες περίπου είχε ως συνέπεια να διαταραχθούν οι σχέσεις του αναιρεσείοντος με τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης και με τους υφισταμένους του, ώστε να είναι αδύνατη η μεταξύ τους συνεργασία, γεγονός που επηρέαζε την εύρυθμη λειτουργία των τεχνικών υπηρεσιών και κατ' επέκταση της επιχειρήσεως.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι επέλεξε τον ως άνω τρόπο επικοινωνίας για λόγους αυτοπροστασίας και ότι ήταν αναγκαίος εξαιτίας του παραγκωνισμού του είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ... (αναφέρονται αναλυτικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο τρόπος αυτός ήταν δική του επιλογή και συνεχίστηκε παρά τις αντίθετες συστάσεις).

Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσείων αρνούνταν να συμμορφωθεί στους όρους εργασίας που ίσχυαν βάσει του Οργανισμού Εσωτερικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, απουσίαζε αδικαιολόγητα από τη θέση του χωρίς ενημέρωση των Προϊσταμένων του και δεν τηρούσε την κάρτα εργασίας. ... Τέλος, ο ενάγων από το χρόνο του περιορισμού του στα καθήκοντα των Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης επέδειξε απροθυμία και αρνητική συμπεριφορά και προέβαλλε διάφορα προσκόμματα όσον αφορά τις υποχρεώσεις του.

Ενδεικτική είναι η αντίδραση του όσον αφορά τον έλεγχο των μελετών ύδρευσης και αποχέτευσης ...... και ...... . ... Για τη μη συμμόρφωση του στις συμβατικές του υποχρεώσεις, επίδειξη αδιαφορίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, άρνηση συνεργασίας με τη διοίκηση και τους συναδέλφους του, καθυστερήσεις που ανέκυψαν κατά τη διεκπεραίωση υποθέσεων της αναιρεσίβλητης και εν γένει συμπεριφορά κατά την άσκηση των καθηκόντων του ο αναιρεσείων κλήθηκε σε απολογία από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου τρεις φορές. ...

Κατά τη συνεδρίαση της 4/6-3-2000 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε με πλειοψηφία έξι έναντι πέντε μειοψηφούντων μελών την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος. Τα μέλη που μειοψήφισαν είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να δοθεί στον αναιρεσείοντα μια τρίμηνη προθεσμία ώστε να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη για τη βούληση του να συνεργαστεί ή μη με την αναιρεσίβλητη. ...

Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος που υπαγορεύτηκε από την ως άνω αντισυμβατική του συμπεριφορά του, της διατάραξης των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων από υπαιτιότητα του ίδιου και της έλλειψης πνεύματος συνεργασίας εξαιτίας της σοβαρής οξύτητας που δημιουργήθηκε μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν κλονισμού της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο του, δεν υπήρξε καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Η καταγγελία δε της συμβάσεως εργασίας δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ασκηθείσα πρώτη αγωγή του, αλλά έγινε για τους πιο πάνω λόγους Αντίθετα η αναιρεσίβλητη και μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής προσπάθησε να συνεργαστεί με τον αναιρεσείοντα και να τον πείσει να αλλάξει συμπεριφορά και τακτική γι' αυτό και δεν προέβη στην απόλυση του από τις 21-4-1999 που εκείνος αρνήθηκε να δεχτεί τον περιορισμό του στη θέση του Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί τόσο η πρώτη αγωγή που αφορούσε την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, όσο και η κύρια βάση της δεύτερης αγωγής περί καταχρηστικής καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να μην στερείται νόμιμης βάσης για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και οι, πρώτος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη του υποβιβασμού του από τη θέση του Γενικού Διευθυντή σε Προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών αυτής, χωρίς να στηριχτεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του, για τα παραπάνω περιστατικά, το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (κατάθεση μάρτυρος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διασαφήσεις του Αντιπροέδρου του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης ενώπιον του και νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από του διαδίκους έγγραφα) και δεν δέχτηκε τα ως άνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι:

α) την υπ' αριθμ. 2080/15-12-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί σύστασης ειδικής ελεγκτικής ομάδας και τη με αριθμό ...... έκθεση .... Β) Το πόρισμα έκθεση ελέγχου ορκωτών λογιστών ως προς τον διενεργηθέντα έλεγχο των οικονομικών της επιχείρησης. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 366/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ