355/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 355 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated355/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 355 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 355 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 355/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ζ1, κατοίκου ... και 2) Ζ2, το γένος ...., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ξανθίππη Μυλωνά-Κουρουτζίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31011/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 461/1998 μη οριστική και 499/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 28-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1710, 1813 επ., 1846 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την κατ άρθρο 1871 του ΑΚ αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί ν' ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ΄ αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή. Για την ευδοκίμηση της αγωγής αυτής, αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο ακίνητο, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή του κληρονομουμένου στο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 10 (παρ.2, 4 και 6), 16 (παρ. 1 και 6), 20 και 70 του από 15/12-7-1938 β.δ/τος "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", συνάγεται ότι μετά την παρέλευση έτους από την πληρωμή ολόκληρου του τιμήματος ακινήτου που διατέθηκε προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγα, ο υπέρ ου η διάθεση, η οποία λαμβάνει χώρα και με προσωρινή παραχώρηση, αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας, ασχέτως από την έκδοση παραχωρητηρίου και τη μεταγραφή του, η δε οφειλή του υπέρ ου η παραχώρηση για το τίμημα του ακινήτου που του παραχωρήθηκε πριν από την 11-11-1944, λογίζεται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι εξοφλήθηκε έκτοτε, δηλαδή από 11-11-1944, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του α.ν. 1973/1946, κατά τις οποίες υποχρεώσεις κάθε είδους σε δραχμές από γενεσιουργό αιτία υφιστάμενη πριν από την ισχύ του πρώτου από τους νόμους αυτούς (18/1944), οι οποίες παρέμειναν ανεξόφλητες, λογίζονται ότι εξοφλήθηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία..
Συνεπώς, μετά την παρέλευση έτους από την πλασματική αποπληρωμή του τιμήματος, δηλαδή μετά την 11-11-1945, αφότου ο υπέρ ου η παραχώρηση γίνεται κύριος του ακινήτου που του είχε, έστω και προσωρινά, παραχωρηθεί, το δημόσιο παύει να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα και εξουσία σε αυτό, το οποίο μάλιστα είναι πλέον δεκτικό χρησικτησίας. Ενδεχόμενη μεταγενέστερη έκδοση παραχωρητηρίου, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο δικαίωμα κυριότητας που αποκτήθηκε από εκείνον προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση ή τους κληρονόμους του ή ακόμα και τρίτους που απέκτησαν κυριότητα σε αυτό με ειδική διαδοχή ή με χρησικτησία. Το δικαίωμα κυριότητας που έχει αποκτηθεί, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δεν μπορεί να θιγεί, ακόμη και αν η εγκυρότητα του οριστικού παραχωρητηρίου, που εκδόθηκε παρά την απόκτηση κυριότητας στο προσφυγικό ακίνητο από εκείνον προς τον οποίο είχε γίνει η προσωρινή παραχώρηση, κρίθηκε τελεσίδικα από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του τελευταίου δεν μπορεί παράγει δεδικασμένο, δεσμευτικό για το πολιτικό δικαστήριο, στο ζήτημα της απόκτησης ή όχι κυριότητας στο προσφυγικό ακίνητο, έστω και αν αυτό κρίθηκε παρεμπιπτόντως από το διοικητικό δικαστήριο, ως αναγκαία προϋπόθεση για την κρίση της εγκυρότητας του οριστικού παραχωρητηρίου, αφού το διοικητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα της κυριότητας του ακινήτου, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος του 1975 (άρθρο 94 παρ. 2, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001), ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Με την ...απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, παραχωρήθηκε προσωρινά στο Ψ1, πατέρα των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο του ... οικοδομικού τετραγώνου .....της Θεσσαλονίκης, με την προσφυγική οικία που υπήρχε σε αυτό. Η αξία του ακινήτου αυτού εκτιμήθηκε από την αρμόδια εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 5 του ν. 6076/1934 σε 34.700 δραχμές και στο ποσό αυτό καθορίστηκε με την .... απόφαση του ίδιου Γενικού Διοικητή το οφειλόμενο για το εν λόγω ακίνητο τίμημα. Στο ακίνητο αυτό εγκαταστάθηκε ο Ψ1 με την οικογένειά του, από τότε που του παραχωρήθηκε και το κατείχε έως το θάνατό του την 11-9-1946. Αυτός μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατά νόμο εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, άφησε τα τρία παιδιά του, δηλαδή τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) και τον πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), καθένα στο 1/3 της κληρονομιαίας περιουσίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, έκρινε το Εφετείο, ότι, εφόσον είχε προηγηθεί προσωρινή παραχώρηση του προσφυγικού ακινήτου σ' αυτόν και είχε καθοριστεί το οφειλόμενο γι΄ αυτό τίμημα, το οποίο λογίζεται ότι εξοφλήθηκε από την 11-11-1944, ο Ψ1 είχε γίνει κύριος του ακινήτου αυτού από την 11-11-1945 και μετά το θάνατό του στις 11-9-1946 αυτό περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συνεπώς κατά το 1/3 σε καθένα από τα τρία τέκνα του, δηλαδή σε καθένα από τους ενάγοντες και στον πρώτο εναγόμενο και ότι η μεταγενέστερη έκδοση και μεταγραφή του ....παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με το οποίο το ακίνητο αυτό παραχωρήθηκε μόνο στον πρώτο εναγόμενο, ουδεμία επιρροή ασκεί στο κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων στο ακίνητο αυτό. Ακολούθως δε, ενόψει του ότι περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα αυτό των εναγόντων, έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, την αναγνωριστική του κληρονομικού αυτού δικαιώματος των εναγόντων στο εν λόγω ακίνητο αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο αρκέσθηκε στην εκ μέρους των εναγομένων αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων, χωρίς ν' απαιτήσει και την εκ μέρους αυτών αντιποίηση αποκλειστικού κληρονομικού δικαιώματος στο κληρονομιαίο ακίνητο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ και ειδικότερα δεν αρκέστηκε για την εφαρμογή της διάταξης αυτής σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που αυτή απαιτεί, αφού η αγωγή την οποία έκρινε δεν ήταν αγωγή περί κλήρου, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, αλλά αγωγή αναγνωριστική του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων σε ακίνητο της κληρονομίας, για την οποία αρκεί και η απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου, η οποία αμφισβήτηση δεν αποκλείεται να εκδηλώνεται και από την κατοχή του κληρονομιαίου ακινήτου με βάση ειδικό τίτλο. Περαιτέρω το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κληρονομικού δικαιώματος από τους ενάγοντες στο επίδικο ακίνητο και την εκ μέρους των εναγομένων αμφισβήτηση του δικαιώματός του αυτών, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όχι μόνο τη διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ, η οποία δεν είχε έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και όλες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Αντίφαση, ειδικότερα, προς την παραδοχή ότι το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στον Ψ1, στον οποίο αυτό είχε προσωρινά παραχωρηθεί, μετά την παρέλευση έτους από την πλασματική εξόφληση του τιμήματος και μετά το θάνατό του περιήλθε σε όλους του εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι αυτό με το .... οριστικό παραχωρητήριο παραχωρήθηκε μόνο στον πρώτο εναγόμενο, αφού όπως επίσης ρητά, αλλά και ορθά, δέχτηκε το Εφετείο η έκδοση του παραχωρητηρίου αυτού, έστω και αν αυτό δεν ακυρώθηκε, αντίθετα δε κρίθηκε αμετακλήτως έγκυρο, με την 1935/1988 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καμιά έννομη επιρροή δεν είχε στα δικαιώματα που εν τω μεταξύ είχαν αποκτηθεί στο ακίνητο αυτό από τους ενάγοντες, ως κληρονόμους του πατέρα τους. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ, με το να μην απαιτήσει για τη νομιμότητα και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων την εκ μέρους των εναγομένων αντιποίηση αποκλειστικού κληρονομικού δικαιώματος στο κληρονομιαίο ακίνητο και επίσης περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατική και ασαφή αιτιολογία, με το να δεχτεί ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε σε όλους τους κληρονόμους του Ψ1, χωρίς συγχρόνως να δεχτεί ότι είναι άκυρο το οριστικό παραχωρητήριο με το οποίο αυτό παραχωρήθηκε μόνο σε αυτόν. Τέλος, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η κυριότητα του εν λόγω προσφυγικού ακινήτου είχε περιέλθει στον Ψ1 και μετά το θάνατό του σε όλους τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παραβίαση του άρθρου 56 (παρ. 5) του π.δ. 341/1978, δέχτηκε, απορρίπτοντας σχετική ένστασή του, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 1935/1988 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε σχετική προσφυγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κρίθηκε αμετάκλητα ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα συναποκατάστασης στο εν λόγω ακίνητο και ακολούθως ότι εγκύρως εκδόθηκε το ....οριστικό παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, μόνο στο όνομα του αναιρεσείοντος, αφού το διοικητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει για το κρίσιμο ζήτημα της κυριότητας που είχε αποκτηθεί στο εν λόγω ακίνητο, έστω και αν παρεμπιπτόντως το έκρινε προκειμένου ν' αποφασίσει για την εγκυρότητα του παραχωρητηρίου, από την έκδοση του οποίου δεν μπορεί να θιγούν τα εμπράγματα δικαιώματα που νομίμως είχαν αποκτηθεί στο προσφυγικό ακίνητο.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 983, 984, 994 913, 247, 949 και 951 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του. Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών κληρονόμων παραγραφή της αξίωσής τους στο κοινό κληρονομιαίο πράγμα (όπως άλλωστε και χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό σε αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για την παραγραφή εικοσαετία. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους λοιπούς συγκληρονόμους μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση αυτή του συγκληρονόμου που κατέχει το κληρονομιαίο πράγμα, ενώ η για αντιποίηση αποκλειστικού δικαιώματος γνώση των λοιπών κληρονόμων μπορεί να προέλθει είτε από δήλωση του αντιποιουμένου αποκλειστικώς στο όνομά του τη νομή του κληρονομιαίου είτε από αλλού και αρκεί η γνώση του συγκληρονόμου για την αντιποίηση αυτή, από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ολΑΠ 485/1982). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε ότι μετά το θάνατο, στις 11-9-1946, του Ψ1, το περιγραφόμενο σε αυτή ... ακίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητά του, περιήλθε στα τρία τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στους ενάγοντες και στον πρώτο εναγόμενο, κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως στον καθένα. Οι εν λόγω κληρονόμοι, συνέχισαν και μετά το θάνατο του κληρονομουμένου πατέρα τους να διαμένουν στην οικία που υπήρχε στο ακίνητο αυτό. Το έτος 1953 η δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) μετανάστευσε στην Αυστραλία. Από το 1964 έως το 1974 εγκαταστάθηκε και διέμενε στην Κύπρο ο πρώτος ενάγων και έτσι, μετά την αναχώρηση και αυτού, από το 1964 παρέμεινε στην οικία αυτή μόνο ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων). Αυτός στις 17-12-1970 υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης αίτηση, με την οποία ζητούσε να εκδοθεί για το εν λόγω ακίνητο τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) στο όνομα και των τριών κληρονόμων του Ψ1. Ακολούθως, όμως, μεταβάλλοντας γνώμη, υπέβαλε προς την ίδια υπηρεσία, εν αγνοία των εναγόντων αδελφών του, την από 9-10-1971 υπεύθυνη δήλωσή του, με την οποία, αφού δήλωσε ότι οι αδελφοί του έχουν εγκατασταθεί μονίμως στο εξωτερικό, ζήτησε να εκδοθεί ο τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) για το εν λόγω ακίνητο στο δικό του μόνο όνομα. Μετά τη δήλωση αυτή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ....απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 εδ. β΄και 8 του β.δ. 330/1960, αποφασίστηκε ο αποκλεισμός από το δικαίωμα συναποκατάστασης στο εν λόγω ακίνητο των εναγόντων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων και αυτών του αρχικού δικαιούχου, για το λόγο ότι αυτοί από ετών μονίμως εγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό και να εκδοθεί ο οριστικός τίτλος μόνο στο όνομα του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος). Με βάση δε την απόφαση αυτή, εκδόθηκε ακολούθως για το εν λόγω ακίνητο, εν αγνοία των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), το .... παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης μόνο στο όνομα του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού δικαιούχου Ψ1, το οποίο όμως καμιά έννομη επιρροή στο κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) δεν ασκεί, διότι ο κληρονομούμενος πατέρας τους είχε ήδη κατά το θάνατό του αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού, "ανεξαρτήτως της εκδόσεως μεταγενεστέρως και μεταγραφής του πιο πάνω παραχωρητηρίου". Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων), κατά το έτος 1964 ή και μεταγενέστερα, γνωστοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) αδελφούς του, ότι αποφάσισε να νέμεται ολόκληρο το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά στο όνομά του για δικό του λογαριασμό. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1974-1986 ο πρώτος από τους ενάγοντες (πρώτος αναιρεσίβλητος), συχνά επισκεπτόταν τον εναγόμενο αδελφό του στην κληρονομιαία προσφυγική οικία και ότι ο τελευταίος, κατά τις συναντήσεις τους αυτές, όχι μόνο απέκρυπτε από αυτόν ότι είχε πετύχει να εκδοθεί μόνο στο όνομά του το προαναφερόμενο παραχωρητήριο (....), αλλά αντιθέτως με δηλώσεις του αναγνώριζε τόσο αυτόν, όσο και τη διαμένουσα στην Αυστραλία αδελφή τους ως συγκληρονόμους τους στο επίδικο ακίνητο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι η αξίωση των εναγόντων να ζητήσουν το κληρονομικό τους μερίδιο στο παραπάνω ακίνητο, υπέπεσε στην εικοσαετή παραγραφή, ένσταση η οποία, εφόσον προβλήθηκε προς απόκρουση της από 5-3-1996 αναγνωριστικής του δικαιώματος αυτού αγωγής, έχει την έννοια ισχυρισμού ότι έχει εκλείψει το έννομο συμφέρον προς άσκηση της αναγνωριστικής αυτής αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δεν παραβίασε ούτε αυτές, ούτε εκείνες που επικαλείται ο αναιρεσείων, των άρθρων 1871 και 1879 του ΑΚ, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις προϋποθέσεις άσκησης της περί κλήρου αγωγής, και η δεύτερη από τις οποίες αναφέρεται στην επίκληση από το νομέα της κληρονομίας χρησικτησίας στο κληρονομιαίο, η οποία προϋποθέτει την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι με το να απορρίψει την ανωτέρω ένσταση το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 247, 249, 1871 και 1879 του ΑΚ. Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 (περ.β΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι σε παραγραφή υπέπεσε και η αξίωση της δεύτερης ενάγουσας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) στο κληρονομικό της δικαίωμα στο ανωτέρω ακίνητο, είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ένσταση παραγραφής της σχετικής αξίωσης της δεύτερης ενάγουσας και την απέρριψε ως αβάσιμη, αφού δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσείων γνωστοποίησε "στους ενάγοντες αδελφούς του" και συνεπώς και τη δεύτερη ενάγουσα την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο αποκλειστικά στο όνομά του και ότι αντίθετα "με δηλώσεις του αναγνώριζε... και τη διαμένουσα στην Αυστραλία αδελφή τους", δηλαδή τη δεύτερη ενάγουσα, ως συγκληρονόμο του στο ακίνητο αυτό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 499/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ