Legislator Case Law & Legislation
354/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity due to lack of factual findings and procedural defects.

Case Number 354/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Athens Court of Appeal's final decision rejecting the appellant's lawsuit. The appellant argued the will was void due to fraud regarding the testator's motives, but the court found the appeal inadmissible because it relied on fragmented assertions rather than complete reasoning. Furthermore, the court held that factual evaluations made by the lower court are not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1784, 140-143 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on fragmented assertions of the lower court's decision without full reasoning, and factual evaluations made by the lower court are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
will invalidity fraud in motives appellate review factual evaluation inadmissible appeal complete reasoning Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 1784 of the Civil Code
Articles 140-143 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 559(1a), 181, 1712 of the Civil Code
Articles 5(1) and 17 of the Constitution
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 354 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 354/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Περάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σταματιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4538/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5762/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-5-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5762/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 13-1-2020 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Μ. κατά της αριθμ. 4538/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη εν μέρει την από 7-7-2017 εισαχθείσα ενώπιον του αγωγή περί ακυρότητας της από 19-7-2016 ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας των διαδίκων λόγω πλάνης περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως της. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Kατά το άρθρο 1784 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονταν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140-143 ΑΚ συνάγεται ότι σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης.

Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γι' αυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της (Α.Π 38/2016, Α.Π 1350/2014).

Αντίθετα αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης. Αποτέλεσμα της ακυρώσεως είναι κατ' αρχήν η ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην οποία εμφιλοχωρεί ο σχετικός λόγος ακύρωσης και αφήνει ανέπαφη την υπόλοιπη διαθήκη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 181 Α.Κ στο οποίο ορίζεται ότι η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επιχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος.

Έτσι αν υπάρχει ακυρότητα μιας από τις διατάξεις διαθήκης, είναι δυνατόν η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα όλης της διαθήκης κατ' άρθρο 181 ΑΚ, αν συνάγεται ότι ο διαθέτης αγνοούσε τη μερική ακυρότητα και ότι αν τη γνώριζε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν θα ήθελε να ισχύσει ούτε ως προς το υπόλοιπο έγκυρο μέρος αυτής.

Ο επικαλούμενος την ολική ακυρότητα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής περίπτωσης κατά την οποία συνάγεται ότι η κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης θέληση του διαθέτη αν γνώριζε τη μερική ακυρότητα θα ήταν να μην ισχύσει ούτε κατά το υπόλοιπο μέρος (Α.Π 1350/2014). Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (Α.Π 191/2021, Α.Π 677/2019, Α.Π 1681/2018,ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (Α.Π 191/2021, Α.Π 677/2019, Α.Π 1681/2018, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011). Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 805/2017, ΑΠ 252/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, ενώ με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αιτήθηκε την συνολική ακύρωση της ένδικης διαθήκης, το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή μόνο ως προς τις διατάξεις με τις οποίες ορίζεται ότι η διαθέτης εγκαθιστά την εναγομένη κληρονόμο της επί των μετοχών και την ενάγουσα κληρονόμο της επί του επί της οδού ...

στη ... διαμερίσματος και των επίπλων και των πινάκων που περιέχονται σ' αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, αλλά έκρινε νόμιμη και βάσιμη την αγωγή κατά ένα μέρος και ακύρωσε μόνο τις προαναφερόμενες διατάξεις που εμπεριέχονται στην προσβαλλόμενη διαθήκη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτής κατά άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.

Πολ.Δ από το παρόν Δικαστήριο, σε αυτές τις διατάξεις αναφέρονταν οι σχετικοί λόγοι ακύρωσης, ενώ κατά τα λοιπά δεν εκτίθετο στην αγωγή ότι, εάν η διαθέτης γνώριζε την ακυρότητα των διατάξεων αυτών δεν θα ήθελε να ισχύσει η διαθήκη ως προς το υπόλοιπο έγκυρο αυτής.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, σύμφωνα και με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 69/2020, ΑΠ 1360/2011, ΑΠ 212/2010).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 1373/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, Α.Π 1373/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1576/2021, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1184/2015).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1712 Α.Κ και 17 παρ. 1 του Συντάγματος, επειδή κατά τα εκτιθέμενα με προδήλως ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι εάν η διαθέτης γνώριζε την ουσιώδη πλάνη της θα κατένειμε ίσα τις μετοχές της εταιρείας μεταξύ των διαδίκων κληρονόμων, ενώ η ίδια (αναιρεσείουσα) απέδειξε ακριβώς το αντίθετο με τις αναφερόμενες και προσκομιζόμενες ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αποδείξεις και ότι το Εφετείο δεν αποπειράθηκε να ερμηνεύσει την αληθή βούληση της διαθέτιδας.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ, είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα, ενώ αρχικά ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε χωρίς αποδείξεις τα παραπάνω, εν συνεχεία επικαλείται τις αποδείξεις που προσκόμισε η ενάγουσα και ήδη ανειρεσίβλητη, τις οποίες πλήττει ως προς την αξιοπιστία τους σε σχέση με αυτές που η ίδια (αναιρεσείουσα) προσκόμισε, τις οποίες επίσης επικαλείται και ως εκ τούτου πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου.

Κατά τα λοιπά δε, τα ως άνω επικαλούμενα ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθή χωρίς απόδειξη, δεν αποτελούν 'πράγματα', σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται, αλλά επιχειρήματα και κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης που συνάγει από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί ακυρότητας των αναφερόμενων διατάξεων της επίδικης διαθήκης και το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του Εφετείου ότι η δήλωση της διαθέτιδας στην επίδικη διαθήκη ως προς την εγκατάσταση της ενάγουσας ως κληρονόμου της στο διαμέρισμα με τα έπιπλα και τους πίνακες και της εναγόμενης στο σύνολο των μετοχών της στην επιχείρηση του ξενοδοχείου, δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή της, με συνέπεια να καθίστανται ακυρώσιμες οι διατάξεις αυτές, η ακυρότητα των οποίων δεν επηρεάζει το κύρος των λοιπών διατάξεων της διαθήκης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν.

Ειδικότερα το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 8267/12-10-2017, 8268/12-10-2017 και 8270/13-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Τούμπα, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα και οι οποίες ελήφθησαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης, τις υπ' αριθμ. 10626/9-8-2017, 11375/18-9-2017 και 12939/17-10- 2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την υπ' αριθμ. 646/10-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Μπλάνα, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και οι οποίες ελήφθησαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Συνεπώς, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος με το οποίο υπό την επίκληση ανεπαρκών ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, κατ'ουσίαν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης εκτιμώντας εσφαλμένα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσδιορίζονται και τα οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσκόμισε καθώς και ότι δεν προσέδωσε την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ότι είχαν και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.ΠολΔ).

Επιπλέον, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και διότι αναφέρονται αποσπασματικές και κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι πλήρεις αιτιολογίες, ενώ δεν αναφέρεται και το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ελλιπείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση και ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή.

Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία αποδίδει την πλημμέλεια από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 181, 1712, 1781 Α.Κ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος, και ειδικότερα ότι εσφαλμένα κήρυξε την ακυρότητα της από 19-7-2016 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης στις 12-1-2017 Ά.

χήρας Ν.. Μ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα ως προς τις διατάξεις αυτής με τις οποίες ορίζεται ότι η διαθέτης εγκαθιστά την εναγομένη κληρονόμο της επί των μετοχών της και την ενάγουσα κληρονόμο της επί του επί της οδού ... στη ... διαμερίσματος και των επίπλων και των πινάκων που περιέχονται σ' αυτή. Με το ως περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον αναφέρονται αποσπασματικές και όχι πλήρεις αλλά κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων και περαιτέρω με τον λόγο αυτό επιχειρείται εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.ΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 6-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5762/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης .

Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-5-2021 αίτηση, για αναίρεση της 5762/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ