Legislator Case Law & Legislation
354/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify factual errors and damages in the grounds of appeal.

Case Number 354/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a lower court's decision regarding a compensation claim against a food company. The appellant argued the lower court violated constitutional principles and failed to prove specific damages, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal did not specify which factual findings were erroneous or what specific damage resulted from the alleged legal error, rendering the appeal substantively insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(18) C.Pol.D.; Art. 579(1) C.Pol.D.; Art. 580(4) C.Pol.D.; Art. 581(2) C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the exact factual errors in the lower court's decision or the specific damage suffered as a result of the alleged legal error, thereby preventing the substantiation of the appeal grounds.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specification of error factual findings legal error damages assessment C.Pol.D. 559 substantive appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(18) C.Pol.D.
Art. 579(1) C.Pol.D.
Art. 580(4) C.Pol.D.
Art. 581(2) C.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 354 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 354/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ειδών Διατροφής και Οικιακής Χρήσης", με το διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΡΟ", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου (ως απορροφώσα ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", με το διακριτικό τίτλο "ΑΦΟΙ Β. ΑΕΒΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1014/2009 μη οριστική, 132/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3566/2014 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 393/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικού Τμήματος), που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 1445/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 § 1 ιδ.κ., "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση".

Κατά δε το άρθρο 580 § 4 ίδ.κ. "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν". Και τέλος, κατά το άρθρο 581 § 2 ΚΠολΔ "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής), μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η έκταση της αναίρεσης εξαρτάται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης. Τα όρια αυτής δεν προσδιορίζονται μόνο από το διατακτικό της απόφασης, αλλά κυρίως από το αιτιολογικό της. Έτσι, σε περίπτωση που χώρισε αναίρεση για μη λήψη υπόψη αποδείξεων και δεν προκύπτει κάτι άλλο, η αναίρεση είναι καθολική και το εφετείο εξετάζει συνολικά την υπόθεση και πάλι (ΑΠ 1840/2007).

Η υποχρέωση δε του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, (το δικαστήριο της παραπομπής) δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά από την αναιρεθείσα τις αποδείξεις, εφόσον δεν θίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 780/2009, ΑΠ 1613/2007, ΑΠ 129/2004).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 644/2013). Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1778/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, την από 12-11-2007 αγωγή του κατά της εναγομένης ΑΦΟΙ Β. ΑΕΒΕ, την οποία με απορρόφηση ήδη διαδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, με την οποία επικαλούμενος εργατικό ατύχημα ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.110.534,80 € εντόκως.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 132/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 40.000 € εντόκως. Κατά της απόφασης άσκησαν έφεση και τα δύο διάδικα μέρη (αντίθετες εφέσεις) και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 3566/2014 απόφασή του, δεχόμενο την έφεση του ενάγοντος του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση 100.000 €.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αιτήθηκε η εναγομένη με την από 9-10-2014 αίτησή της και το Β1 Τμήμα του παρόντος Δικαστηρίου με την 393/2015 απόφασή του αναίρεσε την 3566/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κρίνοντας κατ' ουσίαν δεν ερεύνησε το αίτημα της εναγομένης επιδείξεως εγγράφου (ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ενάγοντος) και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και μετά ταύτα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δικάζον κατά παραπομπή την εκκαλουμένη 132/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 1445/2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν και τις δύο (αντίθετες) εφέσεις των διαδίκων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη.

Με τους 2°, 6° & 7° λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, περιοριζόμενο μόνο στην υποχρέωση προσκόμισης και στην αξιολόγηση του βιβλιαρίου ασθενείας του, αλλά επανεξέτασε όλα τα κεφάλαια των δύο αντίθετων εφέσεων, τα οποία δεν αναιρέθηκαν και διατηρούν το δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι η αναιρετική απόφαση του ΑΠ 393/2015, δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής, όπως δε προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτής, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση που είχε δικάσει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων στο σύνολό της και επομένως ορθά, σύμφωνα με την προηγηθείσα πρώτη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο της παραπομπής δίκασε εκ νέου αυτές (αντίθετες εφέσεις), επανερχόμενο στο, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και την άσκηση των αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής, στάδιο, μη δεσμευόμενο από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά από την αναιρεθείσα τις αποδείξεις, αφού δεν θίγησαν με την αναίρεση.

Με τους 1°, 3°, 4° & 5° λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους ισχυρισμούς ότι το Εφετείο α) επιδικάζοντάς του χρηματική ικανοποίηση 40.000 € παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος (1ος λ. αναίρεσης), β) απέρριψε τα περί αποζημίωσης αυτού αγωγικά κονδύλια (απώλεια εισοδημάτων και απώλεια σύνταξης), κατά τρόπο γενικό, αόριστο και αναπόδεικτο, κατά παράβαση των άρθρων 34 § 2 και 60 § 3 του α.ν. 1846/1951 περί ΙΚΑ και 1 § 1 & 3 ν. 551/1914 (3ος λ.), γ) έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε δόλος των προστηθέντων της εναγομένης εταιρείας σχετιζόμενος με την επελθούσα στον ίδιο σωματική βλάβη, κατά τρόπο γενικό, αόριστο και αναπόδεικτο (4ος λ.) και δ) περιέχει αντιφατικές παραδοχές επί του ζητήματος της κατοχής του βιβλιαρίου ασθενείας (5ος λ.

αναίρεσης). Σύμφωνα με την προηγηθείσα δεύτερη μείζονα σκέψη, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί, ενώ πρόκειται για περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, παρά μόνο γίνεται μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των αιτιολογιών, και επιπροσθέτως, ως προς τον 5° λόγο αναίρεσης, δεν προσδιορίζεται η, εκ της επικαλούμενης πλημμέλειας, βλάβη του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα, να μην είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναίρεσης.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2019 και με αριθμό καταθέσεως 2980/247/22-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1445/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ