354/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1913/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4092/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1215/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/8/2016 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated354/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 354 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 354/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Ε. συζύγου Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γρηγορίου-Ευαγγέλου Καλαβρού και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αγάθη Πανούση και Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1913/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4092/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1215/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/8/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, η οποία δεν συντρέχει όταν η αγωγή (ή άλλος ισχυρισμός) έχει απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 295/2017, ΑΠ 1284/2017, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 121/09). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με την οποία προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την, επί των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί ένδικη αγωγή με τις αναφερόμενες σ' αυτή "αντιφατικές αιτιολογίες", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13).
Περαιτέρω από το αρθρ. 904 ΑΚ, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε αίτησης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η παραπάνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία, η οποία (αιτία) μπορεί να έχει ως πηγή τη σύμβαση ή την αδικοπραξία ή το νόμο (Ολ.
ΑΠ 22/2003, ΑΠ 725/2004, ΑΠ 853/2003, ΑΠ 222/2003). Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", "1. όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2.
Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης.
Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην Ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην Ελληνική γλώσσα. 3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών.
Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή, των παραγράφων 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα;
επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου (οι παρ. 1 έως 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το αρ. 2 παρ. 1 του Ν. 3587/2007). 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.
Ο καταχρηστικός η χαρακτήρας γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω με το αρ. 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007). 7.
Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι, οι οποίοι: α)..... ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση (η περ. ε' αντικαταστάθηκε ως άνω με το αρ. 2 παρ. 3 του Ν. 3587/2007, προηγούμενη διατύπωση "επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο")........ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή".
Ο Ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά-με τις καταχρηστικές ρήτρες τω συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην §1 του άρθρου 3 της οποία ορίζεται ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομική διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στ δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας "τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή", (ΑΠ 652/2010).
Τέλος, με το άρθρ. 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρ. 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής.
Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. α'/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α'/29.6.1998) μετανομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΗ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του αρθρ. 25 παρ. 6 του ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας "Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας" (ΑΠ 652/2010).
Στο πλαίσιο αυτό, έτσι, με τις περιπτώσεις i) και iv) της παραγράφου 2 εδ. α' του κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ' ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με "το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται.
Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό"), καθώς και "σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηράσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ.
παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)". Περαιτέρω, με τα εδάφια α) και β) της παραγράφου 2 της απόφασης 178/2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α' 152/9.8.2004), ορίζεται ότι: "α) Η παρ. 2 εδ. α' (iv) του Κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης.
β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου.
Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου". Εξάλλου, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005), περαιτέρω δε και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό αφενός ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας [με την έννοια της "απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει], δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ' ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 652/2010) και αφετέρου οι (αντιθέτως), είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στα άρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ.
ε' και ια' του ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος στους Γ.Ο.Σ. όρος, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στην προμηθεύτρια Τράπεζα, ρυθμίζοντας τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σύμβαση δανείου, να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και να δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία.
Χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολογήσεως του ως αορίστου. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η Τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 652/2010).
Με το δεύτερο, λόγο ης αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 παρ. ε και ια ν. 2251/94, 2 παρ. α,β, της 178 απόφασεως ΕΤΠΘ/ΤΕ, και 904 ΑΚ απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγή αυτών δεχθείσα, εσφαλμένως, τη μη συνδρομή της επικλησθείσης ελαττωματικότητος της αιτίας της γενομένης περιουσιακής μετακινήσεως και ειδικότερα τη μη ακυρότητα, ως καταχρηστικού [λόγω της αντιθέσεως του προς τις προδιαληφθείσες διατάξεις] τον όρο της μεταξύ τους καταρτισθείσας δανειακής συμβάσεως που αναφέρεται στον τρόπο αναπροσαρμογής του δι' αυτής συμφωνημένου κυμαινόμενου επιτοκίου, παρόλο που τα εκτιθέμενα στην αγωγή απέκλειαν την παραδοχή αυτή επιβάλλοντα την κρίση περί νομικής βασιμότητος αυτής (αγωγής).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ.561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ' ακόλουθα: "Στην από 12.7.2010 αγωγή, που οι ενάγοντες, (αναιρεσείοντες) 1) Χ. Π. του Ε., συζ. Γ. Τ., και 2) Γ. Τ. του Ε.. άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και απηύθυναν κατά της (αρχικώς) εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ιστορούνται τα εξής: "Ότι οι ενάγοντες κατήρτισαν με την (αρχικώς) εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία την υπ' αριθμ. ....11.2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ύψους επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ, με σκοπό την αγορά κύριας κατοικίας και την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών επί της κατοικίας αυτής.
Ότι το κεφάλαιο αυτό του δανείου συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε τετρακόσιες είκοσι (420) συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ενώ στο άρθρο 4 της σύμβασης ορίστηκε ότι το δάνειο θα επιβαρυνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, ύψους 3,35%, πλέον της εισφοράς του ν. 128/1975. Ότι, επιπλέον με τον όρο 4 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη Τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου, εφόσον θα υπήρχε μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και έως του διπλάσιου της μεταβολής αυτής.
Ότι η εν λόγω μεταβολή θα ελάμβανε χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, το δε νέο επιτόκιο θα ίσχυε από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της Τράπεζας. Ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης (Νοέμβριος 2005) το επιτόκιο της ΕΚΤ ανερχόταν σε 2%, ενώ το τελικό επιτόκιο της θεωρήθηκε σύμβασης δανείου ορίστηκε σε 3,35%, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975.
Ότι κατά το επόμενο διάστημα και μέχρι τα μέσα του έτους 2008 το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα να αυξάνεται αντίστοιχα και το ποσό της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης του δανείου, που προσαρμοζόταν άμεσα από την εναγομένη στο νέο επιτόκιο και ακόμη υψηλότερα. Ότι, ωστόσο, από τα μέσα του έτους 2008 και μετά, το επιτόκιο της ΕΚΤ, αφού παρουσίασε σταδιακή άνοδο, άρχισε, επίσης σταδιακά, να μειώνεται, ανήλθε δε, για το διάστημα από το μήνα Νοέμβριο έτους 2005 έως και το χρόνο σύνταξης της αγωγής, στο ύψος που αναλυτικώς και για τα κατά περίπτωση χρονικά διαστήματα, παρατίθεται σ' αυτήν (αγωγή), ήδη δε από τον μήνα Μάϊο του έτους 2009 και μετέπειτα (έως το χρόνο σύνταξης της αγωγής) σε ποσοστό 1%.
Ότι, παρά ταύτα, δηλαδή παρά τη σταδιακή μείωση του επιτοκίου αναφοράς της ΕΚΤ, η εναγομένη δεν προέβη στην αναπροσαρμογή του επιτοκίου της ένδικης σύμβασης κατά αντίστοιχο ποσοστό, αλλά συνέχισε να την επιβαρύνει - πέραν από την εισφορά του Ν. 128/75 - με υψηλά επιτόκια, κατά πολύ μεγαλύτερα από το συμφωνηθέν επιτόκιο να αναφοράς της ΕΚΤ και δη, αυτά που αναφέρονται στο σχετικό πίνακα ου περιλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο, εισπράττοντας, έτσι, από τους ενάγοντες ποσά μεγαλύτερα από αυτά που δικαιούτο, με αποτέλεσμα να γίνεται αντιστοίχως, σε βάρος των τελευταίων, αδικαιολογήτως πλουσιότερη.
Ότι, δηλαδή, η εναγομένη, αντί να ακολουθεί και να προσαρμόζει το επιτόκιο του ως άνω δανείου ανάλογα και αντίστοιχα με τις αυξομειώσεις του επιτοκίου αναφοράς της ΕΚΤ, προέβαινε σε αυθαίρετη μεταβολή του, ανεξάρτητα του ισχύοντος κάθε φορά επιτοκίου της ΕΚΤ, η οποία ήταν πάντα προς τα άνω, σε βάρος των εναγόντων και υπέρ της ιδίας.
Ότι η εναγομένη, απαντώντας αρνητικά, με την από 7-1-2010 εξώδικη δήλωσή της, σε σχετική εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - αίτηση των εναγόντων, με την οποία, εκτός των άλλων, εκείνοι της ζήτησαν να προβεί στην αναπροσαρμογή του ύψους του επιτοκίου σύμφωνα με το εκάστοτε τρέχον επιτόκιο της ΕΚΤ, και με απαντητική της επιστολή προς την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, στην οποία οι ενάγοντες προσέφυγαν διαμαρτυρόμενοι, επικαλέστηκε ότι συμβατικά διατήρησε το δικαίωμα να αυξάνει ή μειώνει το επιτόκιο ανάλογα με τις αυξομειώσεις του επιτοκίου αναφοράς, λαμβάνοντας υπόψη - μολονότι όμως κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση - και τους συγκεκριμένους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος του χρήματος, όπως είναι το ύψος του επιτοκίου καταθέσεων, που η Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να προσφέρει στους καταθέτες για την άντληση του χρήματος, τις χρηματοπιστωτικές συνήθειες που επικρατούν στη χώρα και στην διεθνή οικονομία, που επηρεάζουν τη ρευστότητα του χρήματος και τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της χρηματαγοράς.
Ότι, περαιτέρω, οι όροι της επίδικης δανειακής σύμβασης, βάσει των οποίων η εναγομένη δικαιούτο να μεταβάλει μονομερώς το επιτόκιο έως του διπλασίου της μεταβολής του επιτοκίου της ΕΚΤ, είναι παράνομοι και καταχρηστικοί, ως αντικείμενοι, στις διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ. ε' και ια του ν. 2251/1994. Ειδικότερα, αυτοί οι όροι εμφανίζουν αοριστία, αφού επιτρέπουν στην Τράπεζα να προσδιορίζει μονομερώς οποτεδήποτε το συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή - πελάτη της ειδικά και εύλογα κριτήρια, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, εν προκειμένω των εναγόντων, που είναι και το ασθενέστερο μέρος.
Ότι, άλλωστε, στην περίπτωση της συγκεκριμένης ως άνω σύμβασης έχει αφαιρεθεί πρακτικώς οποιοδήποτε δικαίωμα στους ενάγοντες να αρνηθούν, να αμφισβητήσουν ή να επαναδιαπραγματευθούν τη μονομερή επιβολή του επιτοκίου του δανείου εκ μέρους της Τράπεζας, διότι, κατά ρητό της σύμβασης αυτής, εάν οι ενάγοντες δανειολήπτες δεν συμφωνούσαν με το νέο επιτόκιο, θα μπορούσαν, μόνο, να καταγγείλουν τη σύμβαση και να εξοφλήσουν άμεσα το υπόλοιπο της οφειλής τους, η δε Τράπεζα, αντιστοίχως, θα είχε τη δυνατότητα να απαιτήσει την άμεση εξόφληση όλου του δανείου, ενδεχόμενο όμως καθ' όλα αποφευκτέο και ανεφάρμοστο γι' αυτούς, αφού οι ίδιοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον τραπεζικό δανεισμό, επειδή ακριβώς στερούντο του ανάλογου κεφαλαίου.
Ότι υπό τα δεδομένα αυτά το επιτόκιο του δανείου, που έλαβαν οι ενάγοντες, θα έπρεπε να μεταβάλλεται κατά το ύψος και προς την κατεύθυνση τηςμεταβολής του επιτοκίου της ΕΚΤ, δηλαδή θα έπρεπε να μειώνεται και να αναδιαμορφώνεται αναλογικά βάσει του εκάστοτε ισχύοντος /παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, η δε εναγομένη, που αρνείται να προβεί στη διαμόρφωση αυτή, εισέπραξε κατά το διάστημα από την έναρξη της δανειακής σύμβασης μέχρι τις 16-4-2010, επιπλέον των πραγματικά οφειλόμενων, ήτοι χωρίς να δικαιούται και έχοντας μεταβάλλει αυθαιρέτως και σύμφωνα με τα παραπάνω το επιτόκιο αυτό, το ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ενός λεπτού (9.214,01 ευρώ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα παρατίθενται στον οικείο αναλυτικό πίνακα που περιλαμβάνεται στην αγωγή, ποσό κατά το οποίο η ίδια κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων και το οποίο υποχρεούται να τους επιστρέψει.
Με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού της σε βάρος της δικής τους περιουσίας, το παραπάνω ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ενός λεπτού (9.214,01 ευρώ). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1913/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου προς τούτο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το δε αμέσως προαναφερόμενο Δικαστήριο, στο οποίο η υπόθεση επαναφέρθηκε με κλήση των εναγόντων και συζητήθηκε, με την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 4092/2013, οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η αγωγή αυτή, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά που εκτίθενται σ' αυτήν, δεν δύνανται να θεμελιώσουν τα ως άνω αιτήματά της.
Ειδικότερα, και σε συνάρτηση με όσα κατά περίπτωση αναπτύσσονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, λεκτέα τα εξής: Με βάση όσα ιστορούνται στην αγωγή, κατά τη σύμβαση του δανείου, που συνήψαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες με την αρχικώς εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ειδική διάδοχος της οποίας είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η ήδη εφεσίβλητη - εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου προσδιορίστηκε ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη, και δη του παρεμβατικού επιτοκίου (επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και όχι ως εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου.
Ο όρος, εξάλλου, ότι η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση αντίστοιχα) και έως του διπλασίου της μεταβολής αυτής, ήτοι έως το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, δεν είναι, ως προς το συμφωνηθέν αυτό πολλαπλάσιο, καταχρηστικός και άκυρος, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994, εφαρμοζόμενων και στην επίμαχη σύμβαση στεγαστικού δανείου, καθώς και τις προαναφερόμενες αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ.
Και τούτο, διότι, όπως στις οικείες πιο πάνω νομικές σκέψεις επισημαίνεται, το πολλαπλάσιο αυτό (διπλάσιο) δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας με την έννοια της απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει, και δικαιολογημένα αποτέλεσε εν προκειμένω αντικείμενο συμβατικής μεταρρύθμισης.
Περαιτέρω, ναι μεν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, με τον όρο αυτό δεν προσδιορίστηκαν παραλλήλως, όπως κατά τις άνω νομικές σκέψεις θα έπρεπε, ειδικά κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την (καθοριστική) προϋπόθεση της μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, να αξιολογούνται ως εύλογα και να δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία.
Τέτοια, δε, κριτήρια θα ήταν, ενδεικτικώς, κατά τα άνω σχετικώς αναφερόμενα, οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικός προϊοντικός κίνδυνος κλπ., χωρίς, μάλιστα, να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αόριστων. Κριτήρια ειδικά και ευλόγα, κατά την άνω έννοια, ωστόσο, και δη παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος του χρήματος, όπως είναι το ύψος του επιτοκίου καταθέσεων, που η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη να προσφέρει στους καταθέτες για την άντληση του χρήματος, καθώς και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα και στη διεθνή οικονομία και που επηρεάζουν τη ρευστότητα του χρήματος και τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της χρηματαγοράς, αν και δεν περιελήφθησαν ρητώς στην αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου, φέρεται ότι επικαλέστηκε η εναγομένη Τράπεζα έναντι των εκκαλούντων - εναγόντων αναφορικά με τους παράγοντες μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, αφενός με την από 7-1-2010 εξώδικη δήλωσή της, απαντώντας στην από 6-11- 2000 δική τους εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - αίτηση, και αφετέρου με την απαντητική της επιστολή προς την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, στην οποία απευθύνθηκαν διαμαρτυρόμενοι με αναφορά τους οι εκκαλούντες - ενάγοντες.
Τα κριτήρια, δε αυτά, δεν δύναται να συναχθεί, από τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκαν, ούτε όμως και ότι η εφαρμογή αυτών ή άλλων κριτηρίων, που θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τον ελλείποντα σχετικό όρο, θα οδηγούσε εν προκειμένω σε διαφορετικό ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου, από αυτό που τελικώς υπολογίστηκε και, με βάση τους εν λόγω παράγοντες, φέρεται ότι εξακολουθεί να υπολογίζεται.
Τα υποστηριζόμενα, δε, με την αγωγή ότι το επιτόκιο του δανείου, που έλαβαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες θα έπρεπε και θα πρέπει, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, να μεταβάλλεται κάθε φορά κατά το ύψος και προς την κατεύθυνση της μεταβολής του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ήτοι αναλογικά με το εκάστοτε ισχύον παρεμβατικό επιτόκιο της τελευταίας (συν την εισφορά του ν. 128/1975), δεν ευσταθούν, διότι, όπως και πιο πάνω επισημαίνεται, κατά τη σύμβαση που συνήφθη, ο τρόπος προσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου συμφωνήθηκε, επιτρεπτώς, ως πολλαπλάσιο και προς την κατεύθυνση της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη, και δη του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [ΕΚΤ (συν την εισφορά του ν. 128/1975), μέχρι μάλιστα του διπλασίου της μεταβολής αυτής, και τούτο με δικαίωμα της Τράπεζας, και όχι, όπως εναλλακτικά θα μπορούσε να οριστεί, ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού αυτού δείκτη, πλέον ενός περιθωρίου καθοριζόμενου μέχρι ενός ανώτατου ορίου (συν την εισφορά του ν. 128/1975).
Κατά συνέπεια, για την καταβολή του ποσού, που κατά την αγωγή φέρεται ότι καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες - ενάγοντες στην δανειοδότρια Τράπεζα χωρίς νόμιμη αιτία και κατά το οποίο η τελευταία κατέστη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των πρώτων, υπήρχε, με βάση όσα ιστορούνται στην ίδια την αγωγή, νόμιμη αιτία, με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσονται, να μην θεμελιώνεται η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες - ενάγοντες αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού σε βάρος της ήδη εφεσίβλητης - εναγομένης, αφού η αξίωση αυτή προϋποθέτει - και τέτοια προϋπόθεση δεν φέρεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να υφίσταται - ότι τέτοια αιτία, με βάση την οποία επήλθε η περιουσιακή μετακίνηση, είναι είτε ανύπαρκτη είτε ελαττωματική".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πλημμέλεια καθόσον, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 984 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 περ. ε και ια των ν. 2251/1994 και 2 παρ. α, β της 178/19.7.04 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, αν με ρητή παραδοχή ότι: "αν και κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή στον υπ' αριθμ. 4 όρο της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης δανειακής συμβάσεως (....11.2005) με τον οποίο παρείχετο στην αναιρεσίβλητη δανείστρια το δικαίωμα της μεταβολής ή μη του συμβατικού επιτοκίου προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) της μεταβολής του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), δεν υφίστατο καμμία απολύτως αναφορά στα ειδικά κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου (συνθήκες αγοράς και ανταγωνισμού, ύψος επιτοκίου καταθέσεων, επικρατούσες χρηματοπιστωτικές συνθήκες κ.λ.π.) τα οποία, συνδυαζόμενα πάντοτε με την καθοριστική προϋπόθεση της μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, να αξιολογούνται ως εύλογα και να δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση", η παράλειψη της οποίας (αναφοράς) καθιστά, χωρίς άλλο, και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, του παραπάνω όρου του αρθρ. 4 καταχρηστικό και άκυρο, ως αντικείμενο στις προδιαληφθείσες διατάξεις, απορρίπτει ακολούθως την αγωγή ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αφενός τα εν λόγω κριτήρια, παρόλο που κατ' τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν διαλαμβάνονται, όπως έπρεπε στον προδιαληφθέντα τέταρτο όρο της δανειακής συμβάσεως φέρεται ότι επικαλέστηκε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) Τράπεζα έναντι των εναγόντων (αναιρεσείοντες) αναφορικά με τους παράγοντες μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου αφενός στην από 7-10-2010 εξώδικη δήλωσή της και αφετέρου με την απαντητική της επιστολή προς τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και αφετέρου ότι ούτε η εφαρμογή αυτών ή άλλων κριτηρίων που θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τον ελείποντα σχετικό όρο, θα οδηγούσε εν προκειμένω σε διαφορετικό ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου από αυτό που τελικώς υπολογίσθηκε και με βάση τους εν λόγω παράγοντες φέρεται ότι εξακολουθεί να υπολογίζεται." Η αιτιολογία όμως αυτή, προϋποθέτουσα, ως προς αμφότερα τα σκέλη της καταγομένης προς κρίση με την ένδικη αγωγή διαφοράς, δεν είναι επιτρεπτή, κατά το σχέδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής και μάλιστα προς αποκλεισμό αυτής, την οποία (νομική βασιμότητα) κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, θεμελιώνει μόνη ή (ρητώς αναφερομένη στην αγωγή) παράλειψη αναφοράς των προδιαληφθέντων κριτηρίων μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου στην ένδικη δανειακή σύμβαση η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα του σχετικού όρου προσδιορισμού αυτού (επιτοκίου) στο σύνολο του και συνακολούθως την ελαττωματικότητα της αιτίας της γενομένης περιουσιακής μετακινήσεως στην οποία, κατά την αγωγή, οφείλεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της αναιρεσιβλήτου, ευρίσκουσα έρεισμα στη (νομική βασιμότητα) επικαλουμένης και με την αγωγή διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 περ.
ε και ια ν. 2251/94, 2. παρ. α, β, 178/2004 αποφάσεως ΕΤΠΘ/ΤΕ, τις οποίες, παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του, αρνήθηκαν να εφαρμόσει η προσβαλλόμενη απόφαση υποπίπτοντας στην αποδιδόμενη με το από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο πλημμέλειας.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλόμενων αιτιάσεων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580§3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1215/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ