Supreme Court dismisses appeal on lack of res judicata, ruling prior judgment did not cover same subject and cause of action.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the First Instance Court of Thessaloniki's decision regarding a labor dispute. The appellants argued that a prior judgment establishing res judicata on unpaid wages barred their current claim for damages due to detrimental contract modifications. The court held that the prior judgment did not constitute res judicata because the subject matter and legal cause of action differed, and the dismissal of the force majeure defense was not a necessary prerequisite for the current claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 16 and 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata exists only regarding the same subject matter and historical and legal cause of action, and does not extend to incidental issues unless they are necessary prerequisites for the main issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 354 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 354/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Σ. του Ε., 2)Α. Ζ. του Π., 3)Π. Λ. του Β., 4)Κ. Λ. του Χ. και 5)Δ. Δ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίδημο Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2013 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου και 7ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε με την 1269/2017 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της 854/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/8/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 9ης Αυγούστου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 854/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμόν 1269/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Αρ-χικώς οι ήδη αναιρεσείοντες ως και οι Ι. Κ. του Γ. και Σ. Γ. του Ε. άσκησαν κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου την από 12ης Δεκεμβρίου 2013 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 560/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι ως άνω ενάγοντες (αναιρεσείοντες, Ι. Κ., Σ. Γ.) άσκησαν την από 14ης Μαΐου 2016 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή εν μέρει της εφέσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης α-ποφάσεως, εν συνεχεία δε, εκ των ως άνω εναγόντων-εκκαλούντων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 7 εδ. α' Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες αντιστοίχως "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι η καθυστέρηση των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, η οποία γίνεται δολίως, προκειμένου να εξαναγκασθεί ο μισθωτός να αποχωρήσει από την εργασία του, χωρίς να καταγγείλει ο εργοδότης την σύμβαση εργασίας αυτού και υποχρεωθεί στην καταβολή αποζημιώσεως, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας παρέχουσα στον μισθωτό το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω μεταβολή ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και, εάν πρόκειται περί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αξιώσει την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως.
Μόνη όμως η καθυστέρηση των αποδοχών, χωρίς να συντρέχει και το στοιχείο της κακοβουλίας του εργοδότη, δεν θεμελιώνει μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, κατά την οποία "Αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (Δικαίωμα επίσχεσης)", εν συνδυασμώ προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 648 παρ. 1 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 353 και 656 εδ.
α' ιδίου Κώδικος, κατά τις οποίες αντιστοίχως "Αν ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση παροχής μόνο έναντι αντιπαροχής, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος αν είναι πρόθυμος να δεχτεί την παροχή που του προσφέρεται αλλά δεν προσφέρει την αντιπαροχή που του ζητείται" και "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε", συνάγεται ότι, εάν ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την εργασία του, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή αυτής, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του, οπότε κατά το χρονικό διάστημα ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικώς της υποχρεώσεως παροχής της εργασίας, μη υποχρεούμενος μετά την άρση της επισχέσεως στην παροχή της εν λόγω εργασίας σε άλλον χρόνο, ενώ ο εργοδότης είναι υπερήμερος και οφείλει αποδοχές υπερημερίας.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. α', 2α' και 3 εδ. δ' Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998, αντιστοίχως, "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση)", "Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως:
α) "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης", κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση" και "Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και του ν. 1767/1988", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 2 Π.Δ. 240/2006 (Φ.Ε.Κ.
Α' 252/2006), το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 3, 4 και 5 Ν. 1338/1983, όπως έχουν τροποποιηθεί με τα άρθρα 6 παρ. 4 και 5 Ν. 1440/1984, 65 Ν. 1892/1990 και 22 Ν. 2789/2000, και 38 παρ. 4 Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, αντιστοίχως, "...στ) ως "ενημέρωση" νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν ζ) ως "διαβούλευση" νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου" και "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:
α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.
Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η εκ περιτροπής απασχόληση, η επιβαλλομένη από τον εργοδότη, προϋπόθεση έχει τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητος αυτού και την προηγουμένη ενημέρωση των εργαζομένων και την διαβούλευση μετά της πλέον αντιπροσωπευτικής εργατικής συνδικαλιστικής οργανώσεως και ελλείψει αυτής μετά του συνόλου των εργαζομένων, χωρίς να είναι αναγκαίο να καταλήξουν τα μέρη σε συμφωνία, εφαρμόζεται δε αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επί εργαζομένων τελούντων σε επίσχεση εργασίας και δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας, αφού γίνεται κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ενώ, αντιθέτως, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενοι όροι και προϋποθέσεις, συνιστά μονομερή μεταβολή δυναμένη να θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 εδ.
α' Ν. 2112/1920. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο '... Α.Ε." που εδρεύει στη …. και έχει σαν αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παραγωγή, επεξεργασία και εμπορία νημάτων, διατηρώντας εργοστάσιο παραγωγής στο …, προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν στο εργοστάσιό της...Λόγω και της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης η εναγομένη άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και άλλων εργαζομένων της.
Ενόψει αυτών συμφώνησε με τους ενάγοντες (όπως και με άλλους εργαζομένους της) τη μείωση των αποδοχών τους...Όμως η εναγομένη και μετά από αυτό συνέχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και άλλων εργαζομένων της. Εξαιτίας αυτού οι ενάγοντες, αφού επικοινώνησαν προφορικά με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων τους και γνωστοποιώντας τη δεινή οικονομική θέση στην οποία είχαν περιέλθει, αφού η εργασία τους ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού των ίδιων και των οικογενειών τους, άσκησαν το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας τους στις 13-6-2013, με έγγραφη εξώδικο δήλωσή τους που επιδόθηκε στην εναγομένη με την ….73Β713-6-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η.
Τ., μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ληξιπρόθεσμων και δεδουλευμένων απαιτήσεών τους. Παράλληλα προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου η εναγομένη αναγνώρισε τα οφειλόμενα, δήλωσε όμως ότι δεν μπορεί να δεσμευθεί για την ακριβή ημερομηνία καταβολής τους... Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 13158/10-7-2013 αγωγή τους, διεκδικώντας τις οφειλόμενες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2013 έως και τις 12 Ιουνίου 2013, επί της οποίας εκδόθηκε η, ήδη τελεσίδικη, με αριθμ. 9574/2013 απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα ποσά (14.836,84, 14.169,09, 15.032,53, 5.917,52, 9.067,60, 9.209,05 και 6.790,40 Ευρώ, αντίστοιχα).
Κατά τη συζήτηση της αγωγής εκείνης η εναγομένη είχε προβάλει ισχυρισμό ένσταση περί αδυναμίας πληρωμής των εναγόντων λόγω ανωτέρας βίας, την οποία προσδιόρισε στη ζημία που υπέστη κατά το Φεβρουάριο του 2013 ένεκα πλημμύρας, η μητρική της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" που κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε το μοναδικό πελάτη της, ένσταση που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγομένη, η οποία ανήκει σε ποσοστό 100% στην μητρική της εταιρία "... Α.Ε." που εδρεύει στη ... και στην εταιρία αυτή πουλούσε κατά κύριο λόγο, σε ποσοστό 90%, τα νήματα που παρήγαγε, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω και της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης και ύφεσης, ήδη από το έτος 2011.
Τα προβλήματα αυτά επιτάθηκαν όταν τη νύχτα της 25ης - 26ης Φεβρουάριου 2013 η παραπάνω μητρική εταιρία της εναγομένης υπέστη σοβαρότατες υλικές ζημίες από πλημμύρα στις εγκαταστάσεις της μετά από καταρρακτώδεις βροχές. Το γεγονός αυτό προξένησε στον Όμιλο, στον οποίο ανήκει και η εναγομένη, μεγάλη ζημία καθώς η "...
ΑΕ" υποχρεώθηκε σε αδράνεια για μεγάλο χρονικό διάστημα με το ανάλογο υψηλό κόστος και σε αναστολή των προσπαθειών της για είσοδο σε νέες αγορές, ενώ στα τέλη του έτους 2013 αποφασίστηκε η διακοπή της λειτουργίας της συγκεκριμένης μονάδας παραγωγής (που υπέστη την πλημμύρα), με απόλυση του προσωπικού, το οποίο αποζημιώθηκε από τραπεζικό δανεισμό του 2014 που ελήφθη με εγγύηση τα επικείμενα έσοδα από την ασφαλιστική αποζημίωση.
Ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα (ολική ή μερική) της εναγομένης στην καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων - για την οποία (υπαιτιότητα) θα γίνει λόγος στη συνέχεια, γεγονός είναι ότι μετά και τη διακοπή της λειτουργίας της μητρικής της εταιρίας, τα παραπάνω οικονομικά προβλήματα απειλούσαν άμεσα την επιχείρηση της εναγομένης με απώλεια θέσεων εργασίας και γι' αυτό αναγκάσθηκε να προχωρήσει στις 26-08-2013 στην επιβολή σε όλο το υπαλληλικό της προσωπικό του καθεστώτος της εκ περιτροπής εργασίας για δύο ημέρες την εβδομάδα μέχρι το τέλος του έτους 2013, ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία, αφού ήρθε σε συνεννόηση με το σωματείο των εργαζομένων.
Ειδικότερα, η εναγομένη ενημέρωσε τους εκπροσώπους των εργαζομένων και συγκεκριμένα το σωματείο με την επωνυμία "...", που αποτελεί το μοναδικό της επιχειρησιακό σωματείο και στο οποίο συμμετέχει το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων, με την από 06-08-2013 έγγραφη πρόσκληση που επιδόθηκε νόμιμα, προκειμένου να λάβουν γνώση επί του θέματος και να το εξετάσουν.
Η σχετική πρόσκληση αναρτήθηκε μάλιστα και στον πίνακα ανακοινώσεων της επιχείρησης, ώστε το περιεχόμενό της να είναι εύκολα προσβάσιμο σε όλους τους υπαλλήλους. Έτσι είναι βέβαιο ότι το πληροφορήθηκαν, από συναδέλφους τους, με τους οποίους εξακολουθούσαν να έχουν τακτική επικοινωνία, και οι ευρισκόμενοι σε επίσχεση εργασίας ενάγοντες.
Με την πρόσκληση ορίστηκε και χρόνος διαβούλευσης η Πέμπτη 08-08-2013. Η διαβούλευση πραγματικά έλαβε χώρα και οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, για το σχέδιο της εκ περιτροπής απασχόλησης και για τους λόγους που καθιστούσαν αναγκαία την επιβολή του, ενώ τηρήθηκε και το σχετικό πρακτικό διαβουλεύσεως.
Για το νέο πρόγραμμα εργασίας που προέκυψε και πριν την εφαρμογή του ενημερώθηκε η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ η απόφαση της εναγομένης για τη μονομερή επιβολή εκ περιτροπής απασχόλησης κοινοποιήθηκε στην ίδια υπηρεσία εντός της νόμιμης προθεσμίας των 8 ημερών, με το από 09.08.2013 έγγραφο. Η επιβολή αυτή εκ μέρους της εναγομένης της εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους της επιχείρησής και ειδικά στους ενάγοντες ήταν νόμιμη, εφόσον συνέτρεχε τόσο η ουσιαστική προϋπόθεση του σοβαρού περιορισμού της δραστηριότητας της που απειλούσε άμεσα την ύπαρξη των θέσεων εργασίας στην επιχείρηση, όσο και η τυπική προϋπόθεση της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων της επιχείρησης, και συγκεκριμένα με το προαναφερθέν σωματείο, με σοβαρή συζήτηση για τους λόγους που υπαγόρευαν την παραπάνω επιχειρηματική απόφαση της εναγομένης και με ενημέρωσή τους για τα σχετικά οικονομικά στοιχεία, όπως συνάγεται και από το ότι το σωματείο αποδέχθηκε την εκ περιτροπής εργασία, ενώ συνέτρεχαν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις (της διάρκειας της εκ περιτροπής εργασίας και της εμπρόθεσμης κοινοποίησής της στην Επιθεώρηση Εργασίας).
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επειδή δεν είναι μέλη του παραπάνω σωματείου εργαζομένων της επιχείρησης της εναγομένης, η συμφωνία της τελευταίας με το σωματείο για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας δεν ισχύει ως προς αυτούς. Όμως για τη νομιμότητα της επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους της εναγομένης αρκούσε η ενημέρωση και διαβούλευση με το προαναφερθέν σωματείο, χωρίς να είναι απαραίτητη (για τη δέσμευση από την απόφαση αυτή όλων των εργαζομένων, και εν προκειμένω και των εναγόντων) η ιδιότητα του μέλους του σωματείου, καθώς τέτοιο δεν προβλέπεται από το νόμο.
Οι ενάγοντες αντέδρασαν στο καθεστώς της εκ περιτροπής εργασίας με την από 17-10-2013 εξώδικη δήλωσή τους προς την εναγομένη, η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτήν στις 21-10-2013, δηλώνοντας ότι την αποκρούουν και εξακολουθούν να προσφέρουν με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία τους σύμφωνα με τους όρους των αρχικών τους συμβάσεων εργασίας, επιφυλασσόμενοι κάθε νομίμου δικαιώματος τους.
Η εναγομένη απάντησε στους ενάγοντες με την από 22-11-2013 εξώδικο δήλωσή της, με την οποία, εξηγώντας τους λόγους που την οδήγησαν στη λήψη του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη λήψη του, τους γνωστοποίησε ότι οι απαιτήσεις τους, όπως και των λοιπών εργαζομένων, θα ικανοποιηθούν από την εκχώρηση σ' αυτούς των απαιτήσεών της από την είσπραξη του Φ.Π.Α.
και της ασφαλιστικής αποζημίωσης για την πλημμύρα του εργοστασίου της μητρικής της εταιρίας. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν θα μπορούσε να γίνει για τους ενάγοντες, γιατί αυτοί δεν αποτελούσαν μέλη του σωματείου, τα οποία και μόνον κάλυπτε η σχετική συμφωνία της εναγομένης με το σωματείο. Ακολούθως οι ενάγοντες, με την από 2-12-2013 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην εναγομένη, της δήλωσαν ότι προβαίνουν σε ανάκληση της επίσχεσης εργασίας τους, δηλώνοντας όμως και ότι σε περίπτωση μη προσήκουσας αποδοχής της εργασίας τους από την επίδοση της εξωδίκου δηλώσεώς τους με παράλληλη καταβολή των οφειλομένων αξιώσεών τους, θα θεωρήσουν την άρνηση της εναγομένης ως σιωπηρή, εκ μέρους της, καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους.
Όμως η εξώδικος αυτή δήλωση των εναγόντων, περί "ανακλήσεως" της επίσχεσης εργασίας τους, συνοδευόμενη με παράλληλη εξάρτηση της ανακλήσεως από την καταβολή των οφειλομένων αξιώσεών τους, δεν είχε παρά την έννοια της εξακολούθησης της επίσχεσης. Η εναγομένη απάντησε με την από 3-12-2013 εξώδικο δήλωση, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 5-12-2013, με την οποία δήλωνε στους ενάγοντες ότι αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία και τους κάλεσε να προσέλθουν και να εργαστούν σύμφωνα με το πρόγραμμα της εκ περιτροπής εργασίας, χωρίς όμως να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.
Οι ενάγοντες ανταπάντησαν με την από 9-12-2013 εξώδικο δήλωσή τους, με την οποία δήλωσαν ότι θεωρούν πως οι συμβάσεις εργασίας τους έχουν καταγγελθεί σιωπηρώς από 3-12-2013, ήτοι από την επομένη της λήψεως της προηγούμενης εξωδίκου τους. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι οι 4ος και 6ος των εναγόντων, παρόλο που συμπεριλαμβάνονται στην ανωτέρω δήλωση ανάκλησης επίσχεσης εργασίας, είχαν ήδη, στις 22-10-2013 και 4-11-2013, αντίστοιχα, αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία τους, εξευρίσκοντας εργασία σε άλλον εργοδότη.
Υπό τα παραπάνω δεδομένα οι ενάγοντες άσκησαν νομότυπα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους με δήλωση προς την εναγομένη εργοδότρια, αφού συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκησή του και ειδικότερα επειδή αυτό έγινε προς εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεών τους κατά της εναγομένης και συγκεκριμένα για την πληρωμή δεδουλευμένων αποδοχών τους, αφού η εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή τους αδικαιολόγητα.
Η εναγομένη βέβαια προέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού των εναγόντων για επίσχεση της εργασίας τους, επικαλούμενη ότι η καθυστέρηση στις πληρωμές δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά στη δύσκολη οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της παύσης λειτουργίας της μητρικής της "...
ΑΕ", λόγω της προαναφερθείσας πλημμύρας και άνευ υπαιτιότητας της ίδιας (εναγομένης), κάτι που γνώριζαν οι ενάγοντες, όπως και τις πολλαπλές εξασφαλίσεις που είχε συμφωνήσει με τους υπαλλήλους της για την καταβολή των μισθών τους και τις προσπάθειες της εναγομένης να ανεύρει τρίτους πελάτες όσο καιρό δεν λειτουργούσε η "...
ΑΕ". Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγομένης αποδείχθηκε ότι η παραπάνω πλημμύρα στην "... ΑΕ" και τα επακόλουθά της, που ήδη αναφέρθηκαν αναλυτικά παραπάνω, πράγματι επέτειναν σοβαρά τα οικονομικά προβλήματα της εναγομένης. Όμως, ενόψει του ότι τη ζημία δεν την υπέστη η εναγομένη αλλά ο κύριος (και όχι ο μοναδικός) της πελάτης, δηλαδή ο Όμιλος στον οποίον ανήκε η εναγομένη, ο οποίος μάλιστα θα ελάμβανε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία που είχε καλύψει τον κίνδυνο, κάτι που θα καθιστούσε εύκολο τον δανεισμό και της εναγομένης για την αντιμετώπιση των οικονομικών της προβλημάτων και την καταβολή τουλάχιστον των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων εργαζομένων της, ώστε αυτοί να μην προχωρήσουν σε επίσχεση της εργασίας τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων οφείλεται και σε υπαιτιότητα της εναγομένης, που θα μπορούσε, παράλληλα με τις πωλήσεις της στους λοιπούς πελάτες της, να καταβάλλει μεγαλύτερες προσπάθειες για να εξεύρει νέες αγορές για τη διάθεση των προϊόντων της ή και να προσφύγει, με εγγύηση την ασφαλιστική αποζημίωση, σε βραχυπρόθεσμο τραπεζικό δανεισμό για την μερική έστω εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων πριν την επίσχεση.
Η παραπάνω παραδοχή (περί υπαιτιότητας της εναγομένης) ενισχύεται από το ότι η εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων ήδη από το έτος 2011 και έπαψε να τις καταβάλει εντελώς από το τέλος του 2012, δύο ολόκληρους μήνες πριν την πλημμύρα στην "... ΑΕ". Ενόψει δε όλων των παραπάνω, αλλά και του ότι η καθυστέρηση των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων ήταν χρονικά και ποσοτικά αξιόλογη, αφού αφορούσε μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των 5 μηνών) και αποδοχές που είχαν ήδη μειωθεί με συναίνεση των εναγόντων, ενώ οι εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από την εναγομένη κάλυπταν μόνον τα μέλη του προαναφερθέντος Σωματείου, καθώς και του ότι οι ενάγοντες, πριν το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησαν κάθε άλλο μέσο, έχοντας επικοινωνήσει με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγόμενης, ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων τους και γνωστοποιώντας τη δεινή οικονομική θέση στην οποία είχαν περιέλθει, αφού η εργασία τους ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού των ίδιων και των οικογενειών τους, και, τέλος, του ότι η επίσχεση δεν προξενούσε στην εναγομένη δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, που ήταν η διασφάλιση των απολύτως αναγκαίων για τη συντήρηση των εναγόντων και των οικογενειών τους μισθών, το Δικαστήριο κρίνει ότι επίσχεση στην οποία προχώρησαν οι ενάγοντες για την εξασφάλιση των παραπάνω αποδοχών τους δεν παρίσταται ως καταχρηστική, όπως η εναγομένη αβάσιμα ισχυρίζεται...
Συνακόλουθα η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη κατά τη διάρκεια της (νόμιμης και μη καταχρηστικής) επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων και τους οφείλει τις σχετικές αποδοχές, για τις οποίες θα γίνει αναλυτικός υπολογισμός στη συνέχεια. Περαιτέρω, όμως, και ανεξάρτητα από τη μη καταχρηστικότητα της επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων, η εκ μέρους της εναγομένης μη καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και η θέση αυτών, όπως και του συνόλου των εργαζομένων της, σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης δεν υποδηλώνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και σιωπηρή βούλησή της για καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και δεν οφείλεται σε κακοπιστία της εναγομένης ούτε και έγινε με δόλια προαίρεση για εξαναγκασμό των εναγόντων σε αποχώρηση από την υπηρεσία, ώστε να μην λάβουν αποζημίωση, αλλά οι παραπάνω ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης οφείλονται στην οικονομική δυσχέρεια στην οποία αυτή είχε περιέλθει, έστω και με εν μέρει δική της υπαιτιότητα.
Η έλλειψη τέτοιας κακοπιστίας ή δόλιας προαίρεσης της εναγομένης συνάγεται από τις παραπάνω περιστάσεις, υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι ενέργειες και παραλείψεις της, δηλαδή από τα οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και στην επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, καθώς και από το περιεχόμενο των εξωδίκων δηλώσεων που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα από τη σαφή δήλωση της εναγομένης να δεχθεί τους ενάγοντες στην υπηρεσία της, δήλωση που δεν ήταν προσχηματική, παρόλη τη μη σύγχρονη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αλλά οφειλόταν στην, έστω και εν μέρει υπαίτια, οικονομική της αδυναμία.
Σημειώνεται ότι η από 10-12-2013 εξώδικος δήλωση της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ότι αυτή, αρνούμενη το περιεχόμενο της προηγούμενης εξωδίκου των εναγόντων, θεωρεί ότι οι ενάγοντες πλέον δεν επιθυμούν να επανέλθουν στην εργασία τους, δεν επιδόθηκε ποτέ στους τελευταίους (όπως βάσιμα υποστηρίζουν με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους) και επομένως τα παραπάνω αναφερόμενα σ' αυτήν δεν έχουν καμία απολύτως νομική υπόσταση και επιρροή, αφού πρόκειται για απευθυντέα δήλωση βούλησης που ποτέ δεν περιήλθε στους παραλήπτες της, πλην όμως η μη επίδοση της εξωδίκου αυτής δεν αναιρεί τις προηγηθείσες παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, διότι με τις προηγούμενες εξωδίκους είχαν εκφρασθεί ήδη σαφώς οι βουλήσεις αμφοτέρων των πλευρών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε παρά καθυστέρηση από την εναγομένη εργοδότρια της καταβολής των αποδοχών που όφειλε στους ενάγοντες μισθωτούς της, καθυστέρηση που από μόνη της δεν μπορεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, να θεωρηθεί ως καταγγελία, έστω και σιωπηρή, των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ούτε και ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων αυτών.
Επομένως, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν λύθηκαν από την εναγομένη με τον επικαλούμενο από αυτούς τρόπο και οι αγωγικές αξιώσεις τους για καταβολή αποζημιώσεων απόλυσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Σημειώνεται ότι μετά την απόρριψη των παραπάνω αγωγικών αξιώσεων, καθίσταται περιττή και άνευ αντικειμένου η έρευνα σχετικά με το αν υπήρξε οικειοθελής αποχώρηση των εναγόντων από την εργασία τους, παρόλο που η επίσχεση εργασίας τους κρίθηκε νόμιμη και μη καταχρηστική, ακριβώς επειδή η μεν παραδοχή για την επίσχεση της εργασίας αρκεί για την επιδίκαση των αιτηθεισών αποδοχών υπερημερίας, η δε παραδοχή για μη σιωπηρή καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης αρκεί για την απόρριψη των αξιώσεων για αποζημίωση απόλυσης".
Eν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει την έφεση, μετά μερική εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εδέχθη εν μέρει την αγωγή, ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως υπέρ των εναγόντων αποδοχών κατά την διάρκεια της επισχέσεως εργασίας, ενώ απέρριψε αυτή ως προς το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως απολύσεως, κατ' επικύρωση κατά το κεφάλαιο τούτο της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο, καθ' ο μέρος αφορά το κεφάλαιο περί αποζημιώσεως απολύσεως, ως προς το οποίο μόνον προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ, 7 εδ. α' Ν. 2112/1920 και 38 παρ. 1 εδ.
α', 2α' και 3 εδ. δ' Ν. 1892/1990, δεχόμενο ότι δεν είχε προβεί η αναιρεσίβλητη μέσω των εκπροσώπων της σε μονομερή βλαπτική μεταβολή δυναμένη να θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, καθ' όσον αφ' ενός η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών αυτών δεν ωφείλετο σε κακοβουλία, αλλά σε πραγματική οικονομική αδυναμία, και αφ' ετέρου νομίμως είχε επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία των εργαζομένων, μεταξύ δε αυτών και των αναιρεσειόντων, αφού συνέτρεχε και ο περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητος της εταιρίας και είχε προηγηθεί και ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση με το μόνο εργατικό συνδικαλιστικό σωματείο της επιχειρήσεως, χωρίς να υφίσταται λόγος ακυρότητος εκ του ότι οι αναιρεσείοντες ετέλουν σε επίσχεση εργασίας και δεν ήσαν μέλη του εν λόγω σωματείου.
Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς το εν λόγω κεφάλαιο βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό και κυρίως το περιεχόμενο των ανταλλαγέντων μεταξύ των διαδίκων εξωδίκων εγγράφων αφορούν την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ότι αποκλειστικός λόγος της καθυστερήσεως καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσειόντων υπήρξε η οικονομική αδυναμία της εργοδότιδος εταιρίας και δεν συνέτρεχε κακοβουλία των εκπροσώπων αυτής προς εξαναγκασμό των αναιρεσειόντων σε αποχώρηση.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος, τελευταίος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ είναι απαράδεκτος, εάν προβάλλονται, έστω και υπό την μορφή λόγου εφέσεως, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν τους ουσιώδεις ως προς την έκβαση της δίκης επί μέρους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τους αναφερομένους στην ανταλλαγή εξωδίκων εγγράφων μεταξύ των διαδίκων και στο περιεχόμενο αυτών ως και στην επιχειρηθείσα από την αναιρεσίβλητη παραπλάνηση του Δικαστηρίου δια της προσκομίσεως ως αποδεικτικού στοιχείου του μη επιδοθέντος εξωδίκου από 10ης Δεκεμβρίου 2013 εγγράφου, από τους οποίους καταδεικνύεται η κακοβουλία των εκπροσώπων της εργοδότιδος εταιρίας.
Ο ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια αλλά πραγματικά επιχειρήματα αφορώντα στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία πάντως έλαβε υπ' όψιν το Μονομελές Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία γίνεται αναφορά και στην ανταλλαγή των εξωδίκων εγγράφων και το περιεχόμενο αυτών ως και στην προσκόμιση από την αναιρεσίβλητη του ως άνω εγγράφου και αξιολογούνται τα περιστατικά αυτά ως μη καταφάσκοντα κακοβουλία των εκπροσώπων της εταιρίας.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα μόνον ως προς το κριθέν δικαίωμα και εφ' όσον πρόκειται περί του ιδίου αντικειμένου και της ιδίας ιστορικής και νομικής αιτίας, εκτείνεται δε το δεδικασμένο και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, τα οποία αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφ' όσον το δικαστήριο είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει επ' αυτών.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το έτερο σκέλος του, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε τον λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων ότι επί της κρινομένης διαφοράς υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμόν 9574/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζον επί αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της εργοδότιδος εταιρίας, είχε απορρίψει την ένσταση ανωτέρας βίας λόγω οικονομικής αδυναμίας, την οποία είχε προβάλει η εταιρία, και είχε επιδικάσει τελεσιδίκως τις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου μέχρι της 12ης Ιουνίου 2013, οπότε οι αναιρεσείοντες άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως.
Όμως η προαναφερομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς την υπό κρίση διαφορά, αφού δεν υφίσταται ταυτότης αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας, καθ' όσον η διαφορά εκείνη αντικείμενο είχε την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, ενώ η υπό κρίση, την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας συνεπεία βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτών.
Ωσαύτως, ούτε η απόρριψη της ενστάσεως ανωτέρας βίας συνιστά παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, το οποίο να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του υπό κρίση ζητήματος της συνδρομής ή μη βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας, αφού αναγκαία προϋπόθεση της εν λόγω βλαπτικής μεταβολής, όπως προσδιορίζεται από την ιστορική βάση της αγωγής, δεν είναι η έλλειψη ανωτέρας βίας, αλλά η δολία καθυστέρηση των αποδοχών των αναιρεσειόντων και η παρά τον νόμο θέση αυτών υπό καθεστώς εκ περιτροπής απασχολήσεως.
Συνεπώς ορθώς το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο από την προαναφερομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου και ο ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 854/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ