Legislator Case Law & Legislation
354/2017 AI generated

354/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 354/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

354/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Keywords

AI generated
traffic accident traffic offence dangerous overtaking excessive speed offenses against legal certainty extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 354 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 354/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τσιάτσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Λ., 2) Δ. συζ. Λ. Κ., κατοίκων ..., 3) Γ. Φ. του Α., 4) Β. Σ. του Ε., κατοίκων ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2010 κύρια αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 18-3-2010 κύρια αγωγή του Χ. Κ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 21-2-2011 (αρ. εκθ. καταθ. .../2011 και .../2011) και 16-6-2011 (αρ. εκθ. καταθ. .../2011) πλαγιαστικές αγωγές τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16465/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 13-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-6-2015 αίτησης για αναίρεση της 195/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 16465/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 27-5-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-12-2016), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από τις .../18-3-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α.

Λ. και τις .../11-3-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γρεβενών Δ. Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 27-5-2016) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στους απολειπόμενους παραπάνω αναιρεσίβλητους.

Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτούς.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε υπόθεση που έχει περάσει και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης 16465/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, καίτοι το Εφετείο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, μετά την εν όλω εξαφάνιση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 195/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή την ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα πραγματικά ή νομικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφ’ όσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το 559 αριθ. 1 όπως ο αναιρεσείων επικαλείται), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο αυτός παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την παραδοχή της ότι υπήρξε συνυπαίτιος στην έκταση της ζημίας του, διότι κατά το ατύχημα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, παρόλο που με το λόγο αυτό εκκαλείτο το σχετικό κεφάλαιο περί των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος.

Σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα για την πρόκληση αυτού και την νομιμοποίηση των διαδίκων έγιναν δεκτά, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα ακόλουθα, ως προς τα οποία δεν υπάρχει λόγος έφεσης και συνεπώς δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου:

Την 25-3-2005 και περί ώρα 23.52’ ο πρώτος εναγόμενος και των δύο κύριων αγωγών Χ. Κ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας, εξ ημισείας, του ίδιου και της δεύτερης εναγομένης - μητέρας του Δ. Κ., στα πίσω καθίσματα του οποίου επέβαιναν οι ενάγοντες Ε. Φ. και Χ. Κ., κινείτο στην Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Αθηνών με κατεύθυνση προς Αθήνα και στην αριστερή λωρίδα αυτής, προτιθέμενος, με στροφή αριστερά, να εισέλθει στην περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης, για να κατευθυνθεί προς ....

Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο τρίτος εναγόμενος και με τις δύο αγωγές Γ. Φ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης και των δύο αγωγών Β. Σ., από την οποία είχε προστηθεί στην οδήγησή του, κινείτο στην ίδια Εθνική Οδό και με αντίθετη, από αυτή, του πρώτου οδηγού κατεύθυνση, ήτοι προς Θεσσαλονίκη.

Όταν ο οδηγός Χ. Κ. έφθασε στην διασταύρωση της εθνικής οδού με την περιφερειακή οδό, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται, με φωτεινούς σηματοδότες, και ενώ στην πορεία του άναβε το ερυθρό σήμα αυτού, δεν διέκοψε την πορεία του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος, που οδηγούσε ο Γ.

Φ., ο οποίος, έχοντας πράσινη ένδειξη στο φωτεινό σηματοδότη της πορείας του, αλλά κινούμενος με ταχύτητα, μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, στο σημείο εκείνο, εισήλθε στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα, λόγω της επιδειχθείσας αυτής συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς και των δύο οδηγών, προσδιοριζόμενης σε ποσοστό 50%, για καθένα από αυτούς, να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, και να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες, στα πίσω καθίσματα του υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενάγοντες Ε. Φ. και Χ. Κ.". Περαιτέρω δέχτηκε ως προς τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του τα εξής περιστατικά: "Από τα ως άνω δε μέλη του σώματος του ενάγοντος, που υπέστησαν τις ως άνω κακώσεις και το είδος αυτών, συνάγεται ότι ο ενάγων δεν έφερε ζώνη ασφαλείας κατά το ατύχημα (αρ. 12 παρ. 5 ΚΟΚ), κακώσεις οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχαν μετριασθεί, ή περιορισθεί εάν είχε κάνει χρήση αυτής.

Η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψή του αυτή, προσδιορίζεται σε ποσοστό 30%, δεκτής γενομένης, μετά ταύτα, ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμης, σχετικής ένστασης των εναγομένων Γ. Φ. και Β. Σ. καθώς και της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "... ..." κατά του ενάγοντος αυτού".

Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας των ανωτέρω δύο οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, επειδή δεν επλήγη τούτο με λόγο εφέσεως. Ασχολήθηκε όμως με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως αυτού, αποτέλεσε και το παράπονό του που διατυπώνεται στον πρώτο λόγο εφέσεως.

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη και δεν παρείδε τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και άρα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτά προταθέντες ισχυρισμούς του α) ότι ο Χ.

Κ., οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε, κατά την εξέτασή του στην προανάκριση ομολόγησε ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας και β) ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παράλειψης χρήσης ζώνης ασφαλείας και των σωματικών κακώσεων που υπέστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο πρώτος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αλλά ούτε και ο δεύτερος, που αποτελεί άρνηση της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας στην έκταση του τραυματισμού του, την οποία πρόβαλαν οι άνω εναγόμενοι αμυνόμενοι κατά της αγωγής του.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τούτο σημαίνει ότι εάν με λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών στοιχείων και τελικά η ουσιαστική κρίση του, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της εσφαλμένης υπαγωγής των διδαγμάτων κοινής πείρας και εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την κρίση ότι αυτός δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας, με συνέπεια να του καταλογίσει συνυπαιτιότητα στην έκταση της ζημίας του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδη συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας, την οποία επέφερε και συντρέχει όταν η παράνομη και κατά κανόνα υπαίτια πράξη ή παράλειψη του αδικοπραγήσαντα από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Πότε συμβαίνει αυτό κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη λαμβάνει υπόψη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας κατά την ερμηνεία των σχετικών για τις αδικοπραξίες διατάξεων. Γι’ αυτό η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη αδικοπραγήσαντα ήταν ικανή να επιφέρει το προσδιοριζόμενο επιζήμιο αποτέλεσμα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για το λόγο που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ως προς την έκταση του τραυματισμού του αναιρεσείοντος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων Ε. Φ., ο οποίος, κατά τα παραπάνω, τραυματίστηκε στο ατύχημα, στο νοσοκομείο "...", της Θεσσαλονίκης, όπου μεταφέρθηκε, διαπιστώθηκε ότι υπέστη βαρύτατα κατάγματα ρινικών οστών προσωπικού κρανίου, προσθίου τοιχώματος, τοιχώματος γναθιαίων άνδρων άμφω και ρινικού διαφράγματος παπυρωδών πετάλων ηθμοειδών οστών άμφω, εκχυμώσεις περιοφθαλμικά άμφω, ρινορραγία από τη στοματική κοιλότητα, θλάση μεσολοβίου, θλάση αριστερού λοβού ήπατος, δεξιού επινεφριδίου, αιμαπεριτόναιο πνευμονοθώρακα αριστερά, σύστοιχη πλευριτική συλλογή, εκδορές προσώπου, εκχυμώσεις και εκδορές βραχιόνων άμφω.

Οι ως άνω κακώσεις του ενάγοντος στη μονάδα αυξημένης φροντίδας της Β’ Προχειρουργικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, όπου συγκεκριμένα νοσηλεύτηκε, αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά υπό μηχανικό αερισμό και τραχειοτομία και την χορήγηση αποιδηματικής και αντιεπιληπτικής αγωγής. Κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο την 15-4-2005 του συνεστήθη από τους ιατρούς νευρολόγους να ακολουθήσει πρόγραμμα αποκατάστασης.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα από 15-9-2005 μέχρι την 21-9-2005 ο ενάγων νοσηλεύτηκε στην κλινική του νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "...", όπου υποβλήθηκε σε πλαστική ρινικού διαφράγματος. Από τα ως άνω δε μέλη του σώματος του ενάγοντος, που υπέστησαν τις ως άνω κακώσεις και το είδος αυτών συνάγεται ότι ο ενάγων δεν έφερε ζώνη ασφαλείας κατά το ατύχημα (παραβ.

άρθρ. 12 περιπ. 5 ΚΟΚ), κακώσεις οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχαν μετριασθεί, ή περιορισθεί εάν είχε κάνει χρήση αυτής. Η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, που συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψή του αυτή, προσδιορίζεται σε ποσοστό 30%, δεκτής γενομένης, μετά ταύτα, ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμης, σχετικής ένστασης των εναγομένων Γ.

Φ. και Β. Σ., καθώς και της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "... ..." κατά του ενάγοντος αυτού". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ως προς τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του, κατά την υπαγωγή των παραπάνω περιστατικών που δέχθηκε, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, κατά τα άρθρα 914, 300 και 330 εδ.

β’ ΑΚ. Και τούτο διότι η παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας συνδέεται αιτιωδώς προς τον τραυματισμό που επήλθε σ’ αυτόν κυρίως στο πρόσωπο (κατάγματα ρινικών οστών προσωπικού κρανίου, ρινικού διαφράγματος κ.λπ.). Περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στα ζητήματα του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος, συνιστάμενου στη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας και στη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος, τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 2/ 2008, Ολ.ΑΠ 14/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής 1) τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας (αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, εξετάσεις μαρτύρων), 2) την από 26-3-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ν.

Κ., 3) την από 2-3-2010 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ., 4) φωτογραφίες του ατυχήματος και 5) συναγόμενες από τις προτάσεις των διαδίκων ομολογίες. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εξετίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιείχοντο στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τις συναγόμενες ομολογίες ομοδίκων, που εκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και έτσι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Να σημειωθεί ότι κανένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, 1 έως και 4 δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτού, αφού αυτά δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης και εκτιμώνται ως έγγραφα, ενώ σε κάθε περίπτωση οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στην κατηγορία των εγγράφων.

Επομένως, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος ο όγδοος λόγος αναιρέσεως (υπό στοιχ. α’ , β’ , γ’ και δ’ ), από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αφορά την πρωτόδικη απόφαση, για την οποία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω είναι απαράδεκτη η κατ’ αυτής αίτηση αναιρέσεως και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 455/2012, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2015 αίτηση του Ε. Φ. περί αναιρέσεως της 195/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 16465/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ