Legislator Case Law & Legislation
354/2014 AI generated

354/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 354/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Legislator headnote

AI generated

354/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
work education measure local employment initiative trial work placement leave for youth work prisoner work homework contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 354 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 354/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. - Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... έως και 90) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μπουκουβάλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

α) ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος Α. Μ. του Κ. απεβίωσε στις 11/2/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 48/6/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. Μ. χήρα Α., το γένος Ι. Χ., β) Κ. Μ. του Α., ) Ι. Μ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

β) Το ορθό ονοματεπώνυμο του υπό στοιχείο 55 αναιρεσιβλήτου είναι "Β. Σ." και όχι "Β. Σ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση αναιρέσεως.

γ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 77 αναιρεσιβλήτου είναι "Α. Φ." και όχι "Α. Φ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/8/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1,2 και 3 του ν. 2190/1994,οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβασης αορίστου χρόνου.

Εξάλλου μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με το εδάφιο α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά , για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ' β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη, ως περίπτωση ιη' στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190 /1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στα πλαίσια συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ, και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ( άρθρο 38 Εισ ΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Τέλος, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας και δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν λαμβάνει μισθό, είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευση του.

Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται ,όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του, επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως αυτής, και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως συμβάσεως έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί " μετατροπή ", αλλά ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις, συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.

Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2701/16/11/1999 απόφαση του Δ.Σ.

του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639 /1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου ηλικίας 25 έως 64 ετών. Η διάρκεια του προγράμματος ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις.

Η πρώτη φάση ήταν διάρκειας έντεκα (11) μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Η δεύτερη φάση ήταν διάρκειας δεκατριών (13 ) μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΔ.Δ.Δ.Α.

Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στο πλαίσιο της ως άνω Υ.Α. καταρτίσθηκαν η από 9/12/1999 " προγραμματική σύμβαση " και στη συνέχεια η από 5/1/2000 τροποποιητική όμοια της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Επιπλέον ,και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο, μεταξύ άλλων, όρισαν, ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και τα Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 07.00 έως 15.00 ώρα, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 23.00 ώρα και η τρίτη βάρδια από 23.00 έως 07.00 ώρα και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.

Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω Υ.Α. το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ( 22 ) ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτου, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίσθηκαν, μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του εναγομένου και των εναγόντων, σε διάφορες ημερομηνίες από 08.03.01 έως 01.08.01 συμβάσεις συνεργασίας για έντεκα ( 11 ) μήνες.

Με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ω ς φύλακες σε βάρδιες οκτώ ( 8 ) ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο (22 ) ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.

Επιπλέον, με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος Αθηναίων ανέλαβε την υποχρέωση , εκτός των άλλων, 1 ) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος και 2 ) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος.

Ειδικότερα, το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου ανέλαβε την υποχρέωση να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου ανέλαβε την υποχρέωση να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ αρχικό πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια ανά δίμηνο, πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες, που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες , τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει, καθημερινά τα ημερήσια δελτία παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους .Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους στις 07.02.02, ανανεώθηκαν με συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας, επίσης, ορισμένου χρόνου, ήτοι από 08.02.02 κι εντεύθεν έως 21.12.06.

Με βάση τα παραπάνω, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο εναγόμενος ΟΤΑ-Δήμος Αθηναίων, ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντα φύλακα τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους.

Στον εναγόμενο προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006 ως φύλακες στα σχολικά κτίρια, στα οποία τοποθετήθηκαν απασχολούμενοι οκτώ ( 8 ) ώρες σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον εναγόμενο Δήμο οργάνων του, για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας έτσι, υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγομένου ως προς την τακτική και αδιάλειπτη παρεχόμενη εργασία τους.

Κατά τα επίδικα έτη 2004, 2005 και 2006 οι ενάγοντες συνδέονταν με τον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ,διότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν έναντι αμοιβής ( μισθού ) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.

Με το να δεχθεί το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι παραπάνω παραδοχές συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες.

Επειδή, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητικά αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί .Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του, εξαρτάται, εν όλω ή εν μέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες, οι οποίοι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας ( άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος ) και ότι για την επιδίκαση σ' αυτούς της εν λόγω παροχής, η οποία διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016 / 2002, με το άρθρο 28 παρ.4 του Ν. 3205/2003, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, άλλη πρόσθετη παροχή, όπως είναι το επίδομα εξόδων κίνησης, που είναι υπέρτερο του ποσού των 176 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες την παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 1 του Ν. 3016/2002.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 του Ν. 2738 /1999, 14 του Ν. 3016/2002, 13 του Ν. 2470/1997 ,24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205 /2003. Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος) ,της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν.3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας ,διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος ,έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 10η Απριλίου 2014.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί ( ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. η έκδοση αποφάσεως επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά της 967/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο αναιρέσεως .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ