Legislator Case Law & Legislation
354/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court properly considered all submitted evidence documents.

Case Number 354/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a traffic accident liability dispute. The appellants argued that the appellate court failed to properly evaluate specific evidence documents they submitted, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled this argument invalid because the appellate court explicitly confirmed in its decision that it had considered all submitted documents, including the specific ones in question, thereby leaving no room for doubt about their evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged omission to consider submitted evidence documents is inadmissible if the appellate court explicitly certifies in its decision that it has taken such documents into account, even without separate mention of each.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation omission of documents appellate review Code of Civil Procedure traffic accident liability procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 354 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 354/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2. Κ. συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανδρουλάκη, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ως προς τον πρώτο εκ των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων:

1. B. V. P. του O., κατοίκου ..., 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROLΕASE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΟΧΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Η ΠΡΩΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, 4.

ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Nationale - Nederlanden Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Λαγιανδρέου, 5. αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "UNIVERSAL ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG", που εδρεύει στη ...

και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 6. Θ. χήρας Γ. Μ., το γένος Η.

Κ., κατοίκου ..., 7. Τ. Μ. του Α., κατοίκου ομοίως, 8. Α. συζ. Τ. Μ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ομοίως, 9. Α. Μ. του Τ., κατοίκου ..., 10. Π. Μ. του Τ., κατοίκου ..., 11. Η. Κ. Χ., κατοίκου ..., 12. 1 συζ. Η. Κ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη, 13. Μ. Κ. του Η., συζ. Α. Π., κατοίκου ...

και 14. Φ. Κ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4 Ιουνίου 2001, 12 Μαρτίου 2002, 13 Μαρτίου 2002 αγωγές και την από 14 Μαρτίου 2002 ανακοίνωση δίκης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1033/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5156/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 1, 2, 13 και 14 εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με δήλωσή τους, που έγινε μέσω του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ιωάννη Παπανδρουλάκη και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζητήσεως, οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν, έναντι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έτσι θεωρείται ως μη ασκηθείσα έναντι αυτού (άρθρα 295 παρ. 1α', 297 και 299 ΚΠολΔ). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερη, δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς 9255 β'/19-7-2005 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Δ., 1642 β' και 1645 β'/10-8-2005 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας Ι. Π., κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, καθόσον επιδόθηκε σ' αυτές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού σημείωση του Προέδρου του τμήματος τούτου περί ορισμού ως δικασίμου της 27-1-2006 και με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή. Ως εκ τούτου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των άνω αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δικάζοντας επί των ασκηθεισών κατά της 1033/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 29-8-2003 εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων και από 20-5-2003 εφέσεως της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και των έκτης έως και δωδεκάτης των αναιρεσιβλήτων και επί της δια των προτάσεων ασκηθείσας αντεφέσεως των έκτης έως και δωδεκάτης των αναιρεσιβλήτων, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-8-2003 εφέσεως ως προς τις απολιπόμενες δεκάτη τρίτη και δεκάτη τετάρτη των εφεσιβλήτων και αντιστοίχως ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω μη κλητεύσεως αυτών για να παραστούν κατά τη συζήτηση εκείνη. Ως προς αυτούς, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 309 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. α' περ. β' ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου από αυτούς στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, το εφετείο στηρίχθηκε μόνο σε πραγματικό γεγονός, το οποίο δεν είχε προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο πρώτος των αναιρεσειόντων οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο τελώντας σε κατάσταση μέθης, λόγω συγκεντρώσεως στο αίμα αυτού οινοπνεύματος 1,47 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος.

Όμως, το γεγονός αυτό αναφέρεται τόσο στην από 4-6-2001 αγωγή των έκτης έως και δεκάτης τετάρτης των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας, περί επιδικάσεως στους ενάγοντες αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη, αντιστοίχως, που υπέστησαν από τη θανάτωση του συγγενούς τους Γ.

Μ. κατά τη σύγκρουση του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσειόντων και το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη από αυτούς και ήταν ασφαλισμένο στην Πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, όσο και στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του εφετείου, ως εφεσίβλητοι, οι έκτη έως και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων προς απόκρουση της από 29-8-2003 εφέσεως των αναιρεσειόντων και της από 20-5-2003 εφέσεως της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση του εφετείου, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων, διαμορφώθηκε με βάση την αμελή οδηγητική συμπεριφορά αυτού (έλλειψη της απαιτούμενης κατά την οδήγηση προσηλώσεως, του ελέγχου και της εποπτείας του αυτοκινήτου και της εκτελέσεως των κατάλληλων αποφευκτικών χειρισμών), ενώ η περιέλευση αυτού σε κατάσταση μέθης συνεκτιμήθηκε απλώς ως γενεσιουργός αιτία της αμελούς συμπεριφοράς του.

Σε κάθε περίπτωση, το εφετείο, μετά την, κατά παραδοχή της από 29-8-2003 εφέσεως των αναιρεσειόντων, ουσιαστική διερεύνηση της από 4-6-2001 αγωγής, παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 522, 526, 527 περ. 1, 535 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη και την κατάσταση μέθης του πρώτου των αναιρεσειόντων, έστω και αν αυτή δεν είχε συνεκτιμηθεί από το πρωτοδικείο κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του άνω αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

IV. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμούς 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. 'Ετσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο, πλην άλλων, η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το αναφερόμενο πιο κάτω τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Την 22-2-2001 και ώρα 14.30' ο συγγενής των έκτης έως και δωδέκατης των αναιρεσιβλήτων Γ. Μ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, εκινείτο επί της εθνικής οδού Ιτέας-Ναυπάκτου με κατεύθυνση προς Ιτέα, ακολουθώντας το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Με αντίθετη κατεύθυνση επί της ίδιας οδού εκινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη των αναιρεσειόντων και ήταν ασφαλισμένο στην πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.

Η οδός αυτή, στη θέση του 9ου χιλιομέτρου, χωρίζεται με διπλή συνεχή γραμμή σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας, έχει συνολικό πλάτος 7,10 μέτρων και επικάλυψη ασφάλτου και είναι ευθεία σε μήκος 450 μέτρων, σε αμφότερες δε τις πλευρές της υπάρχουν χωμάτινα ερείσματα, από τα οποία αυτό του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ναύπακτο έχει πλάτος 2,90 μέτρων και το άλλο έχει πλάτος ενός (1) μέτρου και εκείθεν προστατευτικό σιδερένιο κιγκλίδωμα.

Φθάνοντας στο άνω σημείο, το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων φορτηγό αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά με τους δεξιούς τροχούς του να εξέρχονται στο χωμάτινο έρεισμα και εν συνεχεία, αλλάζοντας κατεύθυνση και ολισθαίνοντας προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου με το εμπρόσθιο τμήμα του προσέκρουσε στην οπίσθια αριστερή πλευρά του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως συγκρούσθηκε μετωπικώς με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που εκινείτο κανονικώς στο ρεύμα κυκλοφορίας του, εξαιτίας δε της σφοδρότητας της συγκρούσεως τα δύο τελευταία οχήματα αναστράφηκαν και έλαβαν θέση κάθετη προς το οδόστρωμα, ακινητοποιηθέντα τελικώς, το μεν φορτηγό κατά το ήμισυ εκτός του οδοστρώματος, όπου συνέτριψε το σιδερένιο κιγκλίδωμα, το δε άλλο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ιτέα.

Κατά την επέλευση του ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Μ., ο πρώτος των αναιρεσειόντων δεν ήταν προσηλωμένος -λόγω και της μέθης του- στην οδήγηση του οχήματός του, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, με συνέπεια, χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να παρεκκλίνει της πορείας του, να κινηθεί αρχικώς προς τα δεξιά και ακολούθως προς τα αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινούντο κανονικώς με τα ως άνω αυτοκίνητα ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και ο θανατωθείς, οι οποίοι, εξαιτίας της αιφνίδιας εισόδου στο ρεύμα αυτό του ογκώδους φορτηγού αυτοκινήτου, δεν μπορούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγουν τη σύγκρουση.

Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές το εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσειόντων. Με τις παραδοχές του αυτές, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς την αμελή συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσειόντων, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 10 του ν.

ΓΠΝ/1911, 300, 330 εδ. α' και 914 ΑΚ, δηλαδή ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας. Δεν ήταν δε αναγκαίο, κατά νόμο, να αναφέρει σε ποιο σημείο του ρεύματος πορείας τους και με ποια ακριβώς ταχύτητα εκινούντο τα δύο άλλα αυτοκίνητα, αφού η σύγκρουση, όπως δέχεται το εφετείο, έγινε εξαιτίας της αιφνίδιας εισόδου του αυτοκινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου τα ως άνω δυο αυτοκίνητα εκινούντο κανονικώς.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

V. Στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της συμβατικής ελευθερίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως, μπορεί στη σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις.

Μία τέτοια περίπτωση προβλέπεται στο άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση του οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

Η δεσμευτικότητα του όρου αυτού προϋποθέτει τη συμπερίληψή του στην ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία μπορεί είτε να ενσωματωθεί αυτούσιος είτε να γίνει σχετική παραπομπή στην ως άνω διάταξη της υπουργικής αποφάσεως. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο αυτός να έχει θέσει την υπογραφή του στο ασφαλιστήριο, αλλά αρκεί να το έχει παραλάβει και να καταβάλλει τα ασφάλιστρα.

Η συνομολόγηση του όρου τούτου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Την αποζημίωση αυτή μπορεί να αξιώσει με αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αγωγή. Περαιτέρω, από το άρθρο 42 παρ. 1 έως και 4 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) προβλέπονται το απαιτούμενο ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό για να θεωρηθεί ότι ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση αυτού και ο τρόπος ελέγχου για τη διαπίστωση υπάρξεως οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού, ενώ εξάλλου με τη 13382/Φ.705.11/4Δ/25-11-1977 (ΦΕΚ Β'/1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξεως, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (ν. 614/1977) και ισχύει εν προκειμένω (ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 7 της 43500/5691/24-7-2002 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξεως), καθορίζονται ειδικότεροι και επιστημονικοί τρόποι διαπιστώσεως της μέθης και προβλέπεται, ότι σε περίπτωση μη λήψεως αίματος, η ενοχή του κατηγορουμένου οδηγού εκτιμάται, πλην άλλων, από την εξέταση με Alcotest, από τις παρατηρήσεις και από τις μαρτυρικές καταθέσεις περί της καταστάσεώς του.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η σχετική διαδικασία εξακριβώσεως της μέθης του οδηγού δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, που έχει ως αντικείμενο τη διάγνωση του δικαιώματος του πρώτου να λάβει από τον δεύτερο κάθε ποσό που εκείνος (πρώτος) κατέβαλε ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, λόγω παραβάσεως από τον δεύτερο του προβλεπόμενου στο άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.

όρου, ο οποίος έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως. Στη δίκη αυτή η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να αντληθεί και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις και διάφορα έγγραφα χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, αναφορικώς με την από 13-3-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας κατά των αναιρεσιεόντων, δέχθηκε, κατ' εκτίμηση, ανελέγκτως ότι η εν λόγω ασφαλιστική εταιρία, με το καταρτισθέν μεταξύ αυτής και της δεύτερης των αναιρεσειόντων ...

ασφαλιστήριο έγγραφο, είχε ασφαλίσει για την περίοδο 18-1 έως 18-7-2001 την ευθύνη της τελευταίας για ζημίες τρίτων από την κυκλοφορία του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου της, συμφωνήθηκε δε με το ασφαλιστήριο αυτό ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τους γενικούς όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και ειδικότερα ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως οι ζημίες που προξενούνται αν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

και ανεξαρτήτως του αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Εν συνεχεία το εφετείο έκρινε ότι ο άνω συμβατικός όρος δεσμεύει τη δεύτερη των αναιρεσειόντων και ότι οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, περί μη γνωστοποιήσεως του όρου αυτού από την ασφαλιστική εταιρία στην ασφαλισμένη και περί μη υπογραφής του ασφαλιστηρίου από την τελευταία, δεν ασκούν επιρροή, αφού για τη δέσμευσή της αρκούσε η καταβολή των ασφαλίστρων και η παραλαβή του ασφαλιστηρίου, γεγονότα που συνομολογούνται από την ίδια.

Περαιτέρω, το εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη α) τη συνταχθείσα από το Τμήμα Χημείου της Ελληνικής Αστυνομίας 3022/10/338Α'/15-3-2001 έκθεση εξετάσεως αίματος, που έγινε με την αεροχρωματογραφική μέθοδο και με την οποία διαπιστώθηκε η μετά το ατύχημα συγκέντρωση στον οργανισμό του πρώτου των αναιρεσειόντων οινοπνεύματος 1,47 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, β) την από 7-4-2001 προανακριτική κατάθεση του πατέρα του άνω θανόντος, κατά την οποία τρίτα πρόσωπα τον πληροφόρησαν ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατανάλωνε ούζο σε καφενείο της Ιτέας μέχρι την ώρα 12,30' της ημέρας του ατυχήματος και ότι μετά το ατύχημα ανέδιδε έντονη οσμή οινοπνεύματος και γ) την από 22-2-2001 προανακριτική κατάθεση του εν λόγω αναιρεσείοντος, στην οποία αναφέρει ότι, μετά την εκτροπή του οχήματός του στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα, δεν ενθυμείται τίποτε, δέχθηκε ότι αυτός είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνευματοδών ποτών και είχε περιέλθει σε κατάσταση μέθης, η οποία επηρέασε αισθητώς την οδηγητική του ικανότητα, γι' αυτό και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και έγινε πρόξενος του ατυχήματος, συντρέχοντος έτσι λόγου αποκλεισμού των κρίσιμων ζημιών από την ασφάλιση.

Ακολούθως, το εφετείο δέχθηκε την από 20-5-2003 έφεση της άνω ασφαλιστικής εταιρίας (πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) και, εξαφανίζοντας την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την από 13-3-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής της ίδιας. Με τις παραδοχές του αυτές, το εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αναφορικώς με τη δέσμευση της δεύτερης των αναιρεσειόντων από τον εκτεθέντα όρο της ασφαλιστικής συμβάσεως και με τη διαπίστωση της μέθης του πρώτου των αναιρεσειόντων, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 και πέμπτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την άνω βεβαίωση, από το περιεχόμενο και, ιδίως, τις αιτιολογίες της αποφάσεως καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο κρίσιμος λόγος είναι βάσιμος.

Εν προκειμένω, το εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων και περί ελλείψεως υπαιτιότητας των δύο άλλων οδηγών, συνεξετίμησε, πλην άλλων, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας και οι φωτογραφίες", ορισμένα δε από αυτά μνημονεύονται ειδικώς, ήτοι η από 22-2-2001 έκθεση αυτοψίας, το με ίδια χρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το 1010/2/393γ' αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Ιτέας, η από 15-3-2001 έκθεση εξετάσεως αίματος του πρώτου των αναιρεσειόντων και οι από 22-2-2001 προανακριτικές καταθέσεις των B.

V.P., A. S. και Α. Π.. Από την άνω βεβαίωση του εφετείου και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, ελήφθησαν υπόψη όχι μόνο τα μνημονευόμενα πιο πάνω έγγραφα, αλλά και οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο φωτογραφίες, τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και, με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, επικαλέσθηκαν ενώπιον του εφετείου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ προβαλλόμενος, έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης σε βάρος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2004 αίτηση αναιρέσεως των Α. Π. κλπ. κατά της 5156/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ, διακεκριμένως, για κάθε μια από τις τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και, συνολικώς, για την ομάδα των έκτης έως και δωδέκατης των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ