Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to improper service of summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision to dismiss the appeal on procedural grounds. The appellants argued that the lower court incorrectly ignored valid notary certificates proving proper service of summons, which the lower court had rejected without examining the relevant evidence. The Court ruled that the lower court erred by failing to consider these certificates as proof of valid service, thereby rendering the dismissal of the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; The lower court must examine all evidence presented by the appellant, including notary certificates of service, and cannot dismiss an appeal solely on procedural grounds if the appellant has validly proven the service of the summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 353 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 353/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Ν. και 2) Ν. Δ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων Τοπικής Κοινότητας Κάτω Καστριτσίου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Χ..
Των αναιρεσιβλήτων: (Α) 1. Κ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 2. Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 3. Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ... και (Β) Μ. Β. του Σ., κατοίκου οικισμού ... Τοπικής Κοινότητας ... Οι (Α) 1 και (Α) 2 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο (Α) 3 αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Μ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η (Β) αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξ. Ν., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 545/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών... "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της αναίρεσης και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-7-2022 και με αριθμό κατ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 39/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 24-10-2018 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 545/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 5-6-2017 αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της την 1-7-2022 στη Γραμματεία του Εφετείου ..., έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 39/2020 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (9.4.2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 10.4.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 10.4.2020 έως 31.5.2020 (1 μήνας και 21 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (4 μήνες και 29 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 6 μηνών και 20 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου ...
την 1-7-2022. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, ειδικότερα, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Με την από 5-6-2017 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος από αυτούς διατηρούσε πολυετή γνωριμία με τον δεύτερο εναγόμενο λόγω της επιχειρηματικής δράσης αμφοτέρων και ότι ενόψει παραχώρησης από την ΟΠΑΠ ΑΕ αδειών εκμετάλλευσης τυχερών παιγνιομηχανημάτων αποφάσισαν να συνεργαστούν για την εξασφάλιση πέντε τέτοιων αδειών για την περιοχή των ..., τις οποίες θα εκμεταλλεύονταν σε ποσοστό 50% ο καθένας.
Ότι λόγω χρεών και οικονομικών εκκρεμοτήτων που αντιμετώπιζαν αμφότεροι, συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην επιχειρηματική αυτή κίνηση μέσω τρίτων έμπιστων προσώπων και συγκεκριμένα ο δεύτερος εναγόμενος μέσω της θυγατέρας του - πρώτης εναγομένης και οι δύο πρώτοι ενάγοντες (πατέρας και υιός) μέσω του τρίτου εναγόμενου, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του πρώτου ενάγοντος.
Ότι για το σκοπό αυτό συστήθηκαν το Μάϊο του έτους 2015 πέντε ΙΚΕ με εταίρους η κάθε μία, συνδιαχειριστές και εκπροσώπους από κοινού, τους πρώτη και τρίτο εναγόμενους, οι οποίοι ορίστηκε να καταβάλουν για κεφάλαιο στην κάθε εταιρία 5.000 ευρώ ο καθένας και να μετέχουν στα κέρδη και στις ζημίες κατά ποσοστό 50% έκαστος.
Ότι το κεφάλαιο αυτό (συνολικά 50.000 ευρώ), το κατέβαλε ο πρώτος ενάγων καθώς και όλα τα έξοδα που απαιτήθηκαν για τη σύσταση των εταιριών, τη μίσθωση πέντε καταστημάτων στέγασης αυτών καθώς και την πληρωμή των μισθωμάτων και συνολικά 82.289 ευρώ, καλύπτοντας και το ποσοστό της πρώτης εναγομένης, με τη συμφωνία ότι αυτή θα του το επέστρεφε κατά 50%, μελλοντικά, από τα κέρδη των εταιριών, υπολογιζομένης της πραγματικής αξίας της κάθε εταιρίας σε 300.000 ευρώ ήτοι 150.000 ευρώ για κάθε εταίρο και συνολικά 750.000 ευρώ (150.000Χ5).
Ότι ο δεύτερος εναγόμενος επιπροσθέτως ζήτησε από τον πρώτο ενάγοντα για την χρηματοδότηση της όλης επιχείρησης και την εξασφάλιση των σχετικών αδειών και έλαβε στις 17-1-2015 το ποσό των 500.000 ευρώ, ως δάνειο, το οποίο θα του επέστρεφε τμηματικά από τα κέρδη των εταιριών κατά τη λειτουργία τους, βάσει του ποσοστού συμμετοχής της θυγατέρας του - πρώτης εναγομένης.
Ότι από την αρχή ο τρίτος εναγόμενος ενεργούσε στις ανωτέρω εταιρίες (ΙΚΕ) ως έμμεσος αντιπρόσωπος των εναγόντων και δυνάμει σύμβασης εντολής, έχοντας υποχρέωση να μεταβιβάσει το ποσοστό που φαινομενικά απέκτησε από τις ανωτέρω εταιρίες στον δεύτερο ενάγοντα, άνευ ανταλλάγματος, όποτε οι ενάγοντες το ζητούσαν, ενώ είχε χορηγήσει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στον πρώτο ενάγοντα και στη σύζυγό του το δικαίωμα εκπροσώπησής του σε κάθε συναλλαγή.
Ότι στις 23-11-2015 συνήφθη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του τρίτου εναγόμενου, με τη συμφωνία της πρώτης εναγομένης, συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης των εταιρικών μεριδίων των ανωτέρω εταιριών στον πρώτο ενάγοντα ή σε όποιον αυτός υποδείξει και σε ποσοστό 50% από τις τέσσερις και 25% από τη μία εξ αυτών, αντί τιμήματος 22.500 ευρώ, εικονικά και με ορισμό ημερομηνίας σύνταξης του οριστικού συμβολαίου την ....
Ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας αντισυμβατικά, προέβησαν με δόλο και συμπαιγνία μεταξύ τους, στις ακόλουθες πράξεις σε βάρος τους ήτοι α) ο τρίτος εναγόμενος, με επίδοση εξωδίκου στις 10-5-2016, υπαναχώρησε από το ανωτέρω προσύμφωνο πώλησης των εταιρικών μεριδίων, β) προέβη αυτός στις 27-4-2016 στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων ποσοστού 50%, που τυπικά ήταν στο όνομά του, στην πρώτη εναγομένη, με αντίστοιχη τροποποίηση των εταιρικών καταστατικών των εταιριών και γ) η πρώτη εναγομένη στις 10-7-2016 προέβη περαιτέρω στη μεταβίβαση του ποσοστού 50% των εταιρικών αυτών μεριδίων των εταιριών στην τέταρτη εναγομένη.
Ότι από τις παραπάνω αντισυμβατικές ενέργειες οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ενώ υπέστησαν και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωριστεί ότι ο τρίτος εναγόμενος υποχρεούται, δυνάμει έμμεσης αντιπροσώπευσης και σύμβασης εντολής, να μεταβιβάσει στον δεύτερο ενάγοντα, άνευ ανταλλάγματος το ποσοστό 50% των εταιρικών μεριδίων από εκάστη των επίδικων πέντε εταιριών και να καταδικαστεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβίβασης στον δεύτερο ενάγοντα του παραπάνω ποσοστού αυτών, β) επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι ο τρίτος εναγόμενος υποχρεούται δυνάμει του παραπάνω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, να μεταβιβάσει στον δεύτερο ενάγοντα, άνευ ανταλλάγματος, το ποσοστό 50% των εταιρικών μεριδίων από εκάστη των επίδικων εταιριών και να καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης στον δεύτερο ενάγοντα του ποσοστού αυτών, γ) επικουρικά να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση μεταβίβασης του ποσοστού 50% των εταιρικών μεριδίων των εν λόγω εταιριών από τον τρίτο εναγόμενο στην πρώτη εναγομένη είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, άλλως να διαταχθεί η διάρρηξη της σχετικής δικαιοπραξίας μεταβίβασης ως καταδολιευτικής, δ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 41.144 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ε) να διαταχθεί η διάρρηξη της σύμβασης μεταβίβασης του ποσοστού 50% των εταιρικών μεριδίων των παραπάνω εταιριών από την πρώτη εναγομένη στην τέταρτη εναγομένη ως καταδολιευτική, στ) να αναγνωριστεί ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των 750.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 545/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά το μέρος που ζητείτο α) η διάρρηξη των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων των επίδικων εταιριών, β) η απόδοση των χρηματικών ποσών των 41.144,50 ευρώ, 500.000 ευρώ και 750.000 ευρώ και γ) η αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 24-10-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 39/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη από 1-7-2022 αίτηση αναίρεσης και τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017).
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας ρητά απέκλεισε ένα αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο, καίτοι ήταν παραδεκτό, συντρέχει σωρευτικά και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 466/2000). Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019,ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση (κατ' ορθή υπαγωγή) τις από τους αρ. 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, αν και οι ίδιοι με τις από 20-11-2019 νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του προτάσεις τους προς υποστήριξη της έφεσής τους, είχαν ενώπιον του Εφετείου, νόμιμα επικαλεστεί στην σελίδα 22-38 των προτάσεών τους και προσκομίσει τις υπ.
αριθμ. 48266/13-7-2017, 48.267/13-7-2017, 48270/18-7-2017 και 48.388/12-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις των Β. Β., Δ. Ψ., Ι. Γ. και Γ. συζ. Α. Δ. αντίστοιχα, ενώπιον του συμβ/φου ... Α. Π., οι οποίες λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την λήψη τους, από τις οποίες αποδεικνύονταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και στην σελίδα 9 των προτάσεών τους είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει τις ..., ...
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ... Ι Χ. και την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ... Α. Γ., από τις οποίες, πέραν της επιδόσεως της αγωγής, αποδεικνυόταν η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσίβλητων να παραστούν κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, όμως το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεσή τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 20-11-2019 προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, στις οποίες περιέχονται, χωρίς ενσωμάτωση, αυτούσιες οι προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καλυπτόμενο το όλο κείμενο αυτών από την υπογραφή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου (βλ. ΑΠ 696/2017), προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν, πράγματι, με τις προτάσεις τους αυτές και προσκόμισαν στο Εφετείο τις υπ' αριθμ. ..., ...
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ... Ι Χ. και την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ... Α. Γ., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους κλήση των αναιρεσειόντων, για να παραστούν κατά τη λήψη των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω επικαλούμενες υπ' αριθμ. 48266/13-7-2017, 48.267/13-7-2017, 48270/18-7-2017 και 48.388/12-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις των Β.
Β., Δ. Ψ., Ι. Γ. και Γ. συζ. Α. Δ., ενώπιον του συμβ/φου ... Α. Π., που, κατά τις παραδοχές του, είχαν προσκομίσει, με τις ενώπιόν του προτάσεις τους και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, κρίνοντας ότι αυτές λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση των αναιρεσιβλήτων, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι ''οι εκκαλούντες - ενάγοντες δεν επικαλούνται με τις κατατεθείσες ενώπιον του προτάσεις τους, ούτε προσκομίζουν σχετικές εκθέσεις επίδοσης για τη νομότυπη κλήτευση των εναγομένων......., με τις επισημάνσεις ότι η βεβαίωση του συμβολαιογράφου επί των ενόρκων βεβαιώσεων ότι προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση δεν αρκεί, καθώς ο συμβολαιογράφος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο..., χωρίς, όμως, από την ως άνω αιτιολογία να προκύπτει σαφώς, ότι δεν προσκομίστηκαν οι εκθέσεις επιδόσεως της αγωγής, στις οποίες είχε περιληφθεί η γνωστοποίηση της εξέτασης των μαρτύρων''.
Κρίνοντας, συνεπώς, έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο οι αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέστηκαν προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και, επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.
Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 39/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ....
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ