Legislator Case Law & Legislation
353/2022 AI generated

353/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 353/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

353/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
depositor savings deposit capacity to incur bill liability expatriation allowance airport operating company repatriation of capital
AI generated
882/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.10.1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 50/1999 προδικαστική και 37/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1599/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27.08.2004 αίτησή της, που φέρεται σε συζήτηση με την από 16.01.2007 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 09.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1443/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
552/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
1368/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1338/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 353 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 353/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ροντήρη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου του υπό εκκαθάριση τελούντος τέως πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2238/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6930/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 6930/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2238/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την από 26/5/2016 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1,3 Κ. Πολ. Δ.).

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος, τέτοιο δε λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 330 ΑΚ, εκ των οποίων η πρώτη αφορά στον προσδιορισμό του είδους της αποζημίωσης, (η οποία κατά κανόνα είναι χρηματική) προς αποκατάσταση της ζημίας του (αμέσως) ζημιωθέντος και η δεύτερη ορίζει τις μορφές του πταίσματος (υπαιτιότητας) του οφειλέτη, συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατά το άρθρο 922 ΑΚ), πρόκληση ζημίας από αυτήν και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα (πταίσμα) με την μομφή του δόλου ή της αμέλειας και βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 683/2013). Τέλος η απαραίτητη για την θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.

Πολ. Δ.) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 683/2013). Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια, που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε.

Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1787/2014 ,ΑΠ 1765/2011).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β' ΑΚ έχει μικτό χαρακτήρα, ήτοι έχει, αφενός μεν, ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα παραγωγικά στοιχεία της αξίωσης αποζημιώσεως, αφετέρου δε, δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή την απλή πιθανολόγηση ως προς την ύπαρξη του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 1410/2018).

Επομένως, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για την ύπαρξη ή όχι διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξέλιξης των πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 1766/2013).

Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή όχι των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, όπως η συνήθης πορεία των πραγμάτων, οι ειδικές περιστάσεις, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη προσδοκία για το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 1410/2018).Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ.

Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο έναγων (ήδη αναιρεσείων) τυγχάνει επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος στο χώρο των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων. Η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσίβλητη) από 26/7/2013 τυγχάνει ειδική διάδοχος της τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία ο ενάγων διατηρούσε από 27/12/2001, τον υπ' αριθμ....

τραπεζικό λογαριασμό (ταμιευτηρίου), με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Α. Σ.. Η συνεργασία του ενάγοντος με την ανωτέρω τράπεζα ("..."), προέκυψε, εξαιτίας της συνεργασίας, που διατηρούσε με το Δ. Τ., υποδιευθυντή του επί της οδού ... αρ…. ......καταστήματος της τράπεζας αυτής, στην Αθήνα. Ειδικότερα με τον εν λόγω υποδιευθυντή συνεργαζόταν, όσο εκείνος ήταν υποδιευθυντής του επί της οδού ...

καταστήματός της, τότε, Τράπεζας Εργασίας και, ήδη, Τράπεζας "...". Ο τελευταίος, όταν αποχώρησε από την τράπεζα ..., για να αναλάβει καθήκοντα υποδιευθυντή στο ως άνω κατάστημα της "..." πρότεινε στον ενάγοντα, να μεταφέρει τις καταθέσεις του στην ανωτέρω τράπεζα, ισχυριζόμενος ότι τα προσφερόμενα από αυτή, μέσω των θυγατρικών εταιρειών, επενδυτικά πακέτα εμφάνιζαν χρήσεις υψηλής κερδοφορίας και υψηλό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας έναντι των ανταγωνιστριών τραπεζών.

Έτσι, ο ενάγων, άνοιξε τον προαναφερόμενο λογαριασμό στην τράπεζα "...", μεταφέροντας από την τράπεζα ...", μέσω επιταγών της τράπεζας αυτής, τμηματικά τα εξής ποσά: α) στις 28/12/2001 το ποσό των 586.940 ευρώ, β) στις 5/2/2002 το ποσό των 23.000 ευρώ, γ) στις 5/2/2002 το ποσό των 130.000 ευρώ, δ) στις 5/2/2002 το ποσό των 164.739 ευρώ και ε) στις 7/12/2002 το ποσό των 75.000 ευρώ, ήτοι συνολικά από 27/12/2001 μέχρι 7/12/2002 το ποσό των 979.679 ευρώ.

Στις 28/12/2001, κατόπιν υποδείξεων του ανωτέρω υποδιευθυντή, ο ενάγων, προέβη στην επένδυση Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, με δικαίωμα επαναγοράς (repos), ύψους 586.904,57 ευρώ, τα οποία κατά τη λήξη τους, στις 30/1/2002, αύξησαν το ποσό της επένδυσης σε 588.673,03 ευρώ. Ακολούθως, ο ενάγων έδωσε εντολή και εξουσιοδότηση στον ανωτέρω υποδιευθυντή, στις 5/2/2002, να αναλάβει από τον προαναφερόμενο τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των 23.000 ευρώ, προκειμένου να επενδύσει σε αμοιβαίο κεφάλαιο της τράπεζας ...

επιλογής του τελευταίου και στις 19/11/2003, να προβεί σε επένδυση του ανωτέρω ποσού των 588.673,00 ευρώ, που είχε εισπράξει από την επένδυση σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και του ποσού των 216.327 ευρώ, το οποίο θα αναλάμβανε από τον ως άνω λογαριασμό ταμιευτηρίου του, δηλαδή συνολικά το ποσό των 805.000 ευρώ, σε αμοιβαίο κεφάλαιο της τράπεζας ....

Ο ανωτέρω υποδιευθυντής διαβεβαίωσε τον ενάγοντα, ότι προέβη στις ανωτέρω επενδύσεις, μη χορηγώντας σ' αυτόν κάποιο επίσημο παραστατικό, αλλά τα από 25/1/2007 και 5/11/2008 αντίγραφα καρτέλας πελάτη της ..., από τα οποία προέκυπτε ότι με το ποσό των 23.000 ευρώ είχε αγοράσει 7.655,1330 ενεργά μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου θυγατρικής (...) της ...

με την ονομασία "... Μετοχικό Εσωτερικού" και με το ποσό των 805.000 ευρώ είχε αγοράσει 291.325,39 ενεργά μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου της θυγατρικής (...) της "... Ομολογιακό Εσωτερικού". Ακολούθως, όταν, στις 11/6/2009, ο ενάγων χρειάσθηκε να ρευστοποιήσει μέρος της ανωτέρω επένδυσης και συγκεκριμένα το ποσό των 480.000 ευρώ για έκδοση ισόποσης τραπεζικής επιταγής....επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα, όπου ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους του καταστήματος ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε επένδυση με τη μορφή αμοιβαίου κεφαλαίου ούτε υπήρχε το αντίστοιχο κεφάλαιο στον τηρούμενο στην τράπεζα αυτή λογαριασμό του, καθώς και ότι οι προαναφερόμενες αναλύσεις καρτέλας πελάτη, ήταν πλαστές.

Τις αμέσως, δε, επόμενες ημέρες, πληροφορήθηκε από τους υπαλλήλους της τράπεζας, ότι το ανωτέρω ποσό, όπως και άλλα ποσά πελατών της τράπεζας, ύψους 14.000.000 ευρώ, είχαν υπεξαιρεθεί από τον ανωτέρω υποδιευθυντή, ο οποίος, ωστόσο είχε εξαφανισθεί......Εξάλλου η ..., για τις πράξεις της υπεξαίρεσης που τελέσθηκαν από τον προαναφερόμενο υποδιευθυντή αλλά και από άλλους υπαλλήλους της, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, υπέβαλε, στις 20/7/2009, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, .....έγκληση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η εις βάρος του ενάγοντος τελεσθείσα υπεξαίρεση.....

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απώλεσε το ανωτέρω ποσό των 828.000 ευρώ, λόγω υπεξαίρεσης αυτού από τον ως άνω προστηθέντα υπάλληλο της ..., Δ. Τ., η οποία τελέστηκε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως υποδιευθυντή του ανωτέρω καταστήματος και επ' ευκαιρία των υπηρεσιών, που του είχε αναθέσει η ..., με αποτέλεσμα να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι η υπεξαίρεση δεν θα ήταν δυνατόν, να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση του άνω υπάλληλου.

Συγκεκριμένα, η ... είχε τοποθετήσει τον ανωτέρω υπάλληλο στη θέση του υποδιευθυντή του εν λόγω καταστήματος, από το έτος 2001 και διατήρησε αυτόν στην προαναφερθείσα θέση, μέχρι το έτος 2009, χωρίς, όμως, τη δέουσα εποπτεία και τους ελέγχους επιθεώρησης των μεθόδων ενέργειας αυτού, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και πρόληψης ανάλογων ενεργειών του, με αποτέλεσμα αυτός να ιδιοποιηθεί παράνομα το ανωτέρω ποσό των 828.000 ευρώ.

Επομένως ενόψει των ανωτέρω, υφίσταται ευθύνη της ... προς αποζημίωση του ενάγοντος για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, που υπέστη, εξαιτίας της αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης με την ..., σε βάρος της οποίας τελέσθηκε η υπεξαίρεση από τον προστηθέντα υπάλληλό της, αλλά και λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου της, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας, ήταν προστηθείς της, προκάλεσε, δε, την ανωτέρω ζημία στον ενάγοντα, τα συμφέροντα του οποίου όφειλε, να προστατεύει η τράπεζα, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη της ...

από τη σχέση της πρόστησης. Εξάλλου, η ... ευθύνεται για την αντισυμβατική και για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ως άνω προστηθέντος οργάνου της, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκούσε τον απαραίτητο εσωτερικό έλεγχο και τη δέουσα εποπτεία, ώστε να υπάρχει δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και πρόληψης τέτοιων ενεργειών, και παρατυπιών, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς, με σχέση μέσου προς σκοπό, με τη θέση απασχόλησης του ανωτέρω προστηθέντος οργάνου της, αφού αποδεικνύεται, ότι επέδειξε την κατά τα ανωτέρω αξιόποινη συμπεριφορά, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών, που του χορήγησε η ...

στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης πρόστησης......Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων με εντολή του προς τον ανωτέρω υποδιευθυντή της ..., ζήτησε την επένδυση του ποσού των 23.000 ευρώ και των 805.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια της .... Ενόψει τούτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αντισυμβατική και αδικοπρακτική, λόγω υπεξαίρεσης συμπεριφορά του προστηθέντος από την ...

υπαλλήλου, ο ενάγων προσδοκούσε, με πιθανότητα, να αποκομίσει κέρδη από τις αποδόσεις της εν λόγω επένδυσης και όχι από προθεσμιακές καταθέσεις στην τράπεζα ..., από τις οποίες, σύμφωνα με τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που είχε λάβει ο ενάγων, καμία πιθανότητα κέρδους υπήρχε, αφού κατά τα προαναφερόμενα, ο ενάγων είχε προβεί σε διαφορετική επένδυση.

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, το αιτούμενο για διαφυγόντα κέρδη κονδύλιο, ύψους 328.607 ευρώ, κρίνεται απορριπτέο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε διαφορετικά έσφαλε ...γι' αυτό ο σχετικός περί αυτού δεύτερος λόγος έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού απέρριψε καθ' ολοκληρίαν το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 328.607 ευρώ για αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) του αναιρεσείοντος από την επίδικη αδικοπραξία, έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή αυτού και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσείοντα το ποσό των 828.000 ευρώ, που υπεξαιρέθηκε, ως θετική του ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι αυτή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της απόρριψης του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 259.225, 36 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, γιατί το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο ίδιος στηριχθείς στις ψευδείς δηλώσεις και παραστάσεις του υποδιευθυντή της ...

Δ. Τ. εξαπατήθηκε και μετέφερε τις καταθέσεις του από την ... στην ..., όπου αυτές στην συνέχεια υπεξαιρέθηκαν από τον Δ. Τ. με το πρόσχημα κάποιων δήθεν επενδύσεων με υψηλές αποδόσεις που του υποσχέθηκε, οι οποίες δεν υπήρχαν, παρ' όλα αυτά, δέχεται αυθαίρετα ότι δικαιούται να αξιώσει ως διαφυγόντα κέρδη τις αποδόσεις των μη γενομένων επενδύσεων στην ..., χωρίς να ερευνήσει εάν υπήρχαν τέτοια επενδυτικά προϊόντα και ποία ήταν η απόδοσή τους, ενώ έπρεπε, με βάση τις ως άνω παραδοχές να κρίνει, ότι δικαιούται να ζητήσει τις αποδόσεις του κεφαλαίου του στην ...

υπό την μορφή κλειστής προθεσμιακής κατάθεσης, τις οποίες θα αποκόμιζε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν είχε εξαπατηθεί και δεν είχε μεταφέρει τις καταθέσεις του στην .... Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η μεταφορά των καταθέσεων του αναιρεσείοντος στην ...

οφείλεται σε εξαπάτηση αυτού από τον προστηθέντα υπάλληλο της τελευταίας, αλλά δέχθηκε ότι η τελεσθείσα από αυτόν αδικοπραξία συνίσταται στην υπεξαίρεση των χρημάτων με πλαστογραφία των αναγκαίων εγγράφων, όταν ήδη ο αναιρεσείων είχε μεταφέρει τις χρηματικές καταθέσεις του στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης τράπεζα ....

Επί πλέον, υπό την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται η εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη πιθανότητας για την ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Ειδικότερα, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ανέλεγκτα ότι η πιθανότητα αυτή ήταν αποκλεισμένη, καθόσον, εάν δεν μεσολαβούσε η παράνομη πράξη της υπεξαίρεσης των χρημάτων του, αυτός δεν θα ελάμβανε τους τόκους από τις προθεσμιακές καταθέσεις του στην ..., από την οποία είχε ήδη αναλάβει, άνευ εξαπάτησής του, και μεταφέρει τις καταθέσεις του στην ..., αλλά τις αποδόσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου, στο οποίο εξουσιοδότησε τον προστηθέντα υπάλληλο της ...

να επενδύσει τα χρήματά του. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως μεν η από το άρθρο 559 αρ. 8α πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τις συγκεκριμένες επενδύσεις στην ...

σε αμοιβαία κεφάλαια, οι οποίες δεν έγιναν, μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε προτείνει αυτόν στον πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά τον προέβαλε για πρώτη φορά με την έφεση της απαραδέκτως, χωρίς την επίκληση λόγων που επιτρέπουν την προβολή αυτή κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., επικουρικά δε προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου του εν λόγω ισχυρισμού, λόγω της βραδείας αυτής προβολής του.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 8β και 14 πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι, αφενός μεν παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως αόριστο τον ανωτέρω, με το δεύτερο λόγο της έφεσης προβληθέντα, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προσδιορίζονταν ποια ήταν ακριβώς τα αμοιβαία κεφάλαια, με βάση τα οποία έπρεπε να υπολογισθούν τα διαφυγόντα κέρδη, και ποιες οι αποδόσεις τους, αφετέρου δε, δεν απάντησε άλλως δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου ισχυρισμό του περί αοριστίας του ίδιου ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Ο παραπάνω, όμως, ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούσε πραγματικό ισχυρισμό (ένσταση) που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, αλλά ήταν αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός και, συνεπώς, αφού δεν αποτελούσε ''πράγμα'', παραδεκτά προβλήθηκε για πρώτη φορά από την αναιρεσίβλητη με την έφεση, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση λόγων που δικαιολογούσαν την βραδεία αυτή προβολή κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., ενώ η αποδιδόμενη αοριστία του αρνητικού αυτού ισχυρισμού, ο οποίος δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει, κατά τη μείζονα σκέψη, την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 πλημμέλεια.

Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και να μην απορρίψει αυτόν ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας και βραδείας προβολής του, δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 14 και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων.

Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, και τρίτος, από τους αρ. 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 8β, είναι απαράδεκτος, καθόσον, ενόψει του ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης αποτελούσε άρνηση της αγωγής και δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού της αντιδίκου του ήταν αλυσιτελής και, επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον περί αοριστίας αυτό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 περ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 185, 191 παρ. 2 Κ.

Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 17-6-2020 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6930/2019 απόφασης του Τριμμελούς Εφετείου Αθηνών -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ