353/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/9/2016 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated353/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Full text
Απόφαση 353 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 353/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), 2) Ε. Κ., 3) Ι. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Δήμου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/9/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 36/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγιναν δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες, ενώ απορρίφθηκε η αντέφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 36/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα από τον τελευταίο σε βάρος των αναιρεσιόντων αγωγή για αξιώσεις αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας της, στηρίζοντας το λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Προς τούτο επικαλούνται ότι με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, αλλά και με την έφεσή τους, είχαν προτείνει τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής. Όμως, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά και εκ του αρ. 1 που μόνο κατ' αριθμό αναφέρεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά το μέρος που επικαλούνται ότι την αοριστία είχαν προτείνει στο Εφετείο, με τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση ενώπιόν του, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, καθόσον είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος τους αγωγή, ήταν εκκαλούντες και για να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, έπρεπε η αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί με λόγο έφεσης.
Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον είναι αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αίτησης το περιεχόμενο της αγωγής, ούτε οι σχετικές με το περιεχόμενο παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε.
Κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι την αοριστία της αγωγής είχαν προβάλει στο Εφετείο με την έφεσή τους, και πάλι ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης αυτών, ουδόλως είχαν παραπονεθεί με λόγο έφεσης για την αοριστία της αγωγής, στα δε σημειούμενα τμήματα της έφεσής τους (τελευταία παράγραφο της πέμπτης σελίδας και αρχή της έκτης σελίδας στις οποίες διατείνονται με το αναιρετήριο ότι είχαν προτείνει το σχετικό ισχυρισμό τους), ουδόλως γίνεται αναφορά σε αοριστία της αγωγής και σε ποιο στοιχείο συνίσταται αυτή, αλλά, το ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό του αντιδίκου των, ότι δημιουργήθηκε ηλεκτρικό τόξο μεταξύ της ράβδου που χρησιμοποιούσε αυτός για το ράβδισμα των δένδρων καρυδιάς προς συλλογή των καρπών και των ηλεκτροφόρων αγωγών, καθώς και στις διαφορετικές εκδοχές που διατύπωσε ο αναιρεσίβλητος, σχετικά με την απόσταση της ράβδου από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς στην αίτησή του προς τη ΔΕΗ, στην έγκληση που υπέβαλε και στην κρινόμενη αγωγή του.
Σε κάθε περίπτωση η αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω λόγου, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ που εφαρμόστηκαν, για τη θεμελίωση τους και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά για την κρίση του.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου, συνέπεια του οποίου ήταν ο περιγραφόμενος ακρωτηριασμός δαχτύλων των χεριών του, η συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, απότοκος της οποίας ήταν ο τραυματισμός του, και η οποία ήταν παράνομη, συνιστάμενη στις εκτιθέμενες παραλείψεις των δευτέρου και τρίτου, προστηθέντων της πρώτης τούτων, και υπαίτια, η επέλευση της συγκεκριμένης θετικής και αποθετικής περιουσιακής ζημίας του καθώς και η ηθική βλάβη, που αιτιωδώς συνδέονται με την προκληθείσα από το ανωτέρω συμβάν βλάβη της υγείας του.
Δεν καθιστά αόριστη την αγωγή η μη επίκληση με το δικόγραφο αυτής των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτής. Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά, αυτεπαγγέλτως, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος και με βάση αυτή την ιστορική της βάση και το αίτημα, προσδίδει τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, καταλήγοντας στην παραδοχή ως ορισμένης της αγωγής και όχι με βάση τις αποδείξεις και την αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το Εφετείο ή τους περιεχόμενους στις προτάσεις ισχυρισμούς ή τη νομική έννοια που δίνει ο ενάγων, ώστε να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος από τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι ο ενάγων δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι στις προτάσεις του ομολογεί την αναλήθεια των ισχυρισμών του και των καταθέσεων των μαρτύρων του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της που εκτίθενται, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 927, 932, 300, 330, 297, 298 ΑΚ και 106 και 110 ΚΠολΔ, του άρθρου 1 Ν. 551/1915 που κωδικοποιήθηκε με το β.δ.
της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ), των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Ν. 1396/1903, του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Όμως, στο λόγο τούτο της αναίρεσης, δεν προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο ως προς την εφαρμογή και την ερμηνεία των αναφερόμενων διατάξεων του ουσιαστικού νόμου.
Οι αναιρεσείοντες, στο δικόγραφο της αναίρεσης, ενσωματώνοντας τμήμα των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους, εκθέτουν ότι προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας τους ισχυρισμούς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο, περί έλλειψης παράνομης συμπεριφοράς και υπαιτιότητάς τους, απότοκος των οποίων ήταν ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου, περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της ζημίας αυτού, καθώς και περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, τους οποίους και αναλύουν και με βάση τους οποίους ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να εξειδικεύουν ποιο ήταν το νομικό σφάλμα που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και υπό ποία από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συντελέστηκε, δεδομένου ότι δεν αρκεί η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 1897/2009).
Τέτοιοι κανόνες είναι και εκείνοι των διατάξεων των άρθρων 106 (ΑΠ 394/2002, ΑΠ 1104/2000) και 110 (ΑΠ 84/1989) του ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την αιτίαση ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 106 και 110 ΚΠολΔ, οι οποίοι, όμως, είναι σαφώς κανόνες δικονομικού δικαίου (ΑΠ 394/2002, ΑΠ 84/1989), στηριζόμενος στους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης καθόσον στερείται αιτιολογιών ή άλλως λόγω των ανεπαρκών αιτιολογιών της.
Με τις γενικές αυτές εκφράσεις της σχετικής αιτίασης, με τις οποίες εκτιμάται ότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται παντελής έλλειψη αιτιολογιών είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, περιέλαβε αιτιολογίες ως προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις που εφάρμοσε, κατά, δε, το μέρος που αιτιάται ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, λόγω πλήρους αοριστίας του, καθόσον μόνη η αναφορά ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεν αρκεί για να ιδρύσει τον από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο.
Πέραν δε τούτου, υπό τις διαλαμβανόμενες παραδοχές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, η πληττόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και της εξ αυτής ευθύνης των αναιρεσειόντων για αποζημίωση του αναιρεσίβλητου και καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αν και είχαν ζητήσει από το Εφετείο, έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιδείξει τις αποδείξεις δαπανών για τη μίσθωση ταξί που χρησιμοποίησε για τις μετακινήσεις του από την οικία του στις ...
αρχικά στο νοσοκομείο "..." και ακολούθως στο νοσοκομείο … στην …., τις οποίες κατέχει, και σε περίπτωση που δεν προσκομιστούν να συνάγει ομολογία μη υποβολής του στη σχετική δαπάνη και να απορρίψει την αγωγή, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προταθέντα από αυτούς. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, ως προς την επίδειξη εγγράφων, δεν πρόκειται για "πράγμα" κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή η μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ανωτέρω λόγο, αλλά για αίτημα, το οποίο, όπως θα γίνει αναφορά κατωτέρω, εντάσσεται στο λόγο από τον αρ. 9 του ως άνω άρθρου, και επιπλέον, ως προς το ότι είχαν ζητήσει να συναχθεί από τη μη προσκόμιση και επίδειξη των αιτούμενων εγγράφων ομολογία για το αβάσιμο της δαπάνης μετακίνησης, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ, η συναγωγή ομολογίας απόκειται στη διακριτική και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016).Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/ 2014 ).
Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 143/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως αίτησή τους να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιδείξει τις αποδείξεις δαπανών για τη μίσθωση ταξί που χρησιμοποίησε για τις μετακινήσεις του από την οικία του στις ...
αρχικά στο νοσοκομείο "..." και ακολούθως στο νοσοκομείο … στην …, τις οποίες κατέχει, και για την επίδειξη των οποίων έχουν έννομο συμφέρον. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν τα στοιχεία, με βάση τα οποία θα μπορούσαν να προσδιοριστούν οι αποδείξεις, των οποίων ζητείται η επίδειξη, ούτε το περιεχόμενο αυτών.
Άλλωστε, τη λήψη και κατοχή τούτων από τον αναιρεσίβλητο συνάγουν συμπερασματικά ότι πραγματοποιήθηκε, επειδή τον αφορούν άμεσα. Πέραν τούτου όμως, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς ειδική αναφορά το αίτημα επίδειξης των σχετικών εγγράφων, μη αποδεχόμενο την ύπαρξη τέτοιων αποδείξεων, αφού μάλιστα δεν στήριξε το πόρισμά του σχετικά με την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης σε αποδείξεις των οδηγών ταξί, αλλά σε κατάθεση της μάρτυρα μητέρας του αναιρεσείοντος και στα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής ως προς τη δυνατότητα αυτού για οδήγηση οχήματος ενόψει του ακρωτηριασμού δαχτύλων των χεριών του και το επιβεβλημένο της μετακίνησης, την πραγματοποίηση των οποίων (μετακινήσεων) συνήγαγε από τις βεβαιώσεις των νοσηλευτικών ιδρυμάτων για τις εισαγωγές του σ' αυτά και τις επισκέψεις του για την ιατρική παρακολούθηση της πορείας του.
Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτικού θέματος.
Έτσι, ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Επομένως μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη.
Ο λόγος δεν ιδρύεται στην περίπτωση, που στην απόφαση δεν γίνεται διάκριση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ όψιν προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ' όψιν προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου από το άρθρο 339 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 81/2007, ΑΠ 479/2010). ΑΠ 1270/2013. Ούτε ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 367/2011).
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι να έλαβε το δικαστήριο υπόψη του και να συνεκτίμησε το αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα τη δύναμη της δικαστικής ομολογίας του αναιρεσίβλητου στην αγωγή του, ότι όσα αναφέρει στο δικόγραφο αυτής και κατέθεσαν ενόρκως οι γονείς του, δεν είναι αληθή και ότι με την αναφορά αυτή συνάγεται ομολογία αυτού περί αοριστίας της αγωγής του.
Αποδίδει δε με το λόγο αυτό πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την επικαλούμενη ομολογία του αναιρεσίβλητου στην οποία να προσέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη την οποία είχε, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό τούτο μέσο.
Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι ο αναιρεσείοντες προβάλλουν την παραβίαση της αποδεικτικής δύναμης της ομολογίας ως προς το ορισμένο της αγωγής και όχι ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ την ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, με βάση την έκθεση στο δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και δεδομένου ότι αντικείμενο της ομολογίας μπορεί να είναι, όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη αποδείξεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης.
Ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, μετά την παραδοχή εν όλω ή εν μέρει του κυρίου αιτήματος, αποφάνθηκε επί παρεπομένου αιτήματος τόκων και επιδίκασε στο διατακτικό της απόφασής του τόκους, μολονότι ο ενάγων δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα (ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1665/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές, προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως και υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η κατά την πιο πάνω διάταξη παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 354/2015).
Οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, καθόσον επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσας αποζημίωσης, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα του ενάγοντος αναιρεσίβλητου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης για τις ζημίες που είχε πάθει συνεπεία της αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έπαθε από την προσβολή της υγείας του, χωρίς, όμως, να ζητήσει την επιδίκαση τόκων.
Μάλιστα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην 36/2009 απόφασή του ρητά αναφέρει ότι "τόκοι δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος". Παρά ταύτα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την από 26-5-2009 έφεση, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δικάζοντας δε στη συνέχεια την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη εν μέρει και από ουσιαστική άποψη και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 41.008 ευρώ "νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τούτου".
Έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ της επιδίκασης τόκων που δεν είχαν ζητηθεί, κατά παράβαση της από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιούμενης δικονομικής αρχής της διάθεσης και συζήτησης στα πολιτικά δικαστήρια, που ενεργούν με βάση τις αιτήσεις των διαδίκων και όχι πλέον αυτών.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης των τόκων. Επειδή, όμως, η ως άνω κρίση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της παραπομπής, χωρίς να υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδίκασης" της υποθέσεως, παρέλκει η παραπομπή αυτής στο Εφετείο που δίκασε και για λόγους οικονομίας της δίκης, επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ενόψει δε της ενεργείας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της παραπομπής, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί, και να διαταχθεί να απαλειφθεί η σχετική περί τοκοδοσίας διάταξη της απόφασης.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης μόνο για την αναίρεση του κεφαλαίου επιδίκασης τόκων και να απορριφθεί ως προς τα λοιπά. Ενόψει δε τούτου, πρέπει να διαταχθεί να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες που το κατέθεσαν κατά την άσκηση της αναίρεσης, αφού έγινε κατά ένα έστω μέρος δεκτή η αναίρεσή τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, αφού πρόκειται για περίπτωση μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 178, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 36/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, μόνον ως προς τη διάταξη που υποχρεώνει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν νόμιμους τόκους στον αναιρεσίβλητο επί του ποσού της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που του επιδικάστηκε.
Απαλείφει τη σχετική περί του τόκου διάταξη από την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 7-9-2016 αίτηση των: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.), 2) Ε. Κ. και 3) Ι. Χ., για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου το ποσό των οποίων ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ