353/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.
Legislator headnote
AI generated353/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ. του Σ., 113) Α. Π. του Θ., 114) Τ. Κ. του Κ., 115) Δ. Κ. του Γ., 116) Π. Π. του Δ., 117) Μ. Μ. του Χ., 118) Σ. Β. του Β., 119) Ε. Ν. του Π., 120) Π. Π. του Χ., 121) Η. Ρ. του Κ., 122) Η. Σ. του Ι., 123) Γ. Κ. του Κ., 124) Γ. Γ. του Ν., 125) Χ. Τ. του Γ., κατοίκων ...,126) Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., 127) Ν. Β. του Π., κατοίκου ..., 128) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 129) Μ. Π. του Α., 130) Α. Τ. του Χ., κατοίκων ..., 131) Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 353 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 353/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ευρώτα" που εδρεύει στη ... (δημοτική ενότητα ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεροντίδη και Ιωάννη Κρητικό και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Π. Λ. του Π., 4) Κ. (Κ.) Β. του Α., 5)
Ι. Γ. του Γ., κατοίκων ..., 6) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Δ. Γ. του Ι., 9) Π. Π. του Α., 10) Δ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., 11) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 12) Σ. Κ. του Ι., 13) Κ. Κ. του Κ., 14) Κ. Λ. του Π., 15) Μ. Λ. του Χ., 16) Ι. Λ. του Χ., 17) Α. Λ. του Γ., 18) Μ. Λ. του Ι., 19) Ν. Λ. του Σ., 20) Π. Λ. του Π., 21) Ι. Ο. του Γ., 22) Χ. Ρ. του Π., 23) Γ. Ρ. του Β., 24) Π.
Σ. του Π., 25) Γ. Σ. του Σ., 26) Ε. Σ. του Β., 27) Κ. Σ. του Σ., 28) Γ. Σ. του Χ., 29) Ν. Τ. του Ι., 30) Π. Χ. του Β., 31) Σ. Χ. του Ν., 32) Δ. Χ. του Π., 33) Ε. Γ. του Κ., 34) Κ. Σ. του Δ., 35) Π. Π. του Γ., 36) Κ. Κ. του Κ., 37) Χ. Β. του Γ., 38) Ν. Δ. του Ε., 39) Ν. Κ. του Ε., 40) Μ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 41) Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 42) Ε. Π. του Ν., 43) Ε. Κ. του Α., 44) Ε. Χ. του Ι., 45) Κ. Κ.
του Σ., 46) Γ. Τ. του Κ., 47) Π. Μ., κατοίκων ..., 48) Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 49) Ι. Κ. του Μ., 50) Ε. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 51) Κ. Χ. του Λ., 52) Γ. Χ. του Λ., 53) Ά. Ν. του Π., 54) Ν. Τ. του Β., 55) Α. Π. του Δ., 56) Δ. Ζ. του Π., 57) Μ. Β. του Ν., 58) Ζ. Σ. του Π., 59) Μ. Ν. του Γ., 60) Ε. Σ. του Λ., 61) Ε. Κ. του Ν., 62) Δ. Σ. του Η., 63) Α. Χ. του Α., 64) Π. Δ. του Γ., 65) Α. Κ. του Π., 66) Γ.
Κ. του Ι., 67) Α. Α. του Γ., 68) Α. Σ. του Γ., 69) Α. Τ. του Θ., 70) Θ. Β. του Β., 71) Κ. Σ. του Π., 72) Γ. Σ. του Η., 73) Ε. Κ. του Ι., 74) Δ. Κ. του Χ., 75) Α. Κ. του Ε., 76) Ι. Κ. του Σ., 77) Β. Σ. του Γ., 78) Ι. Θ. του Ν., 79) Κ. Κ. του Α., 80) Γ. Κ. του Ν., 81) Σ. Κ. του Χ., 82) Ν. Σ. του Π., 83) Β. Φ. του Ν., 84) Κ. Λ. του Μ., 85) Ε. Λ. του Ν., 86) Σ. Μ. του Θ., 87) Ε. Μ. του Ζ., 88) Δ. Β. του Β., 89) Σ.
Σ. του Δ., 90) Α. Η. του Κ., 91) Δ. Δ. του Ρ., 92) Γ. Π. του Μ., 93) Α. Δ. του Π., 94) Χ. Τ. του Κ., 95) Ι. Μ. του Μ., 96) Β. Α. του Ν., 97) Π. Π. του Μ., 98) Σ. Ν. του Η., 99) Μ. Λ. του Ν., 100) Β. Β. του Δ., 101) Μ. Π. του Ε., 102) Σ. Σ. του Π., 103) Δ. Π. του Π., 104) Γ. Τ. του Ρ., 105) Σ. Κ. του Γ., 106) Α. Τ. του Χ., 107) Α. Μ. του Ε., 108) Κ. Ο. του Β., 109) Ν. Κ. του Γ., 110) Η. Τ. του Ν., 111) Ι. Μ. του Π., 112) Ι.
Τ. του Σ., 113) Α. Π. του Θ., 114) Τ. Κ. του Κ., 115) Δ. Κ. του Γ., 116) Π. Π. του Δ., 117) Μ. Μ. του Χ., 118) Σ. Β. του Β., 119) Ε. Ν. του Π., 120) Π. Π. του Χ., 121) Η. Ρ. του Κ., 122) Η. Σ. του Ι., 123) Γ. Κ. του Κ., 124) Γ. Γ. του Ν., 125) Χ. Τ. του Γ., κατοίκων ...,126) Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., 127) Ν. Β. του Π., κατοίκου ..., 128) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 129) Μ. Π. του Α., 130) Α. Τ. του Χ., κατοίκων ..., 131) Π.
Χ. του Σ., κατοίκου ..., 132) Π. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 133) Π. Κ. του Ε., 134) Ε. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 135) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 136) Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 137) Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ... και 138) Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2011 αγωγή των ήδη δεύτερης έως και εκατοστής τριακοστής όγδοης αναιρεσιβλήτων και άλλων πενήντα έξι ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 366/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 193/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 23-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.
Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι υποχρεωτική η παράστασή του ή αν παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται να υπάρχει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, θεωρείται δικονομικώς απών.
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολιπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.
Α.Π. 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας οι αναιρεσίβλητοι (πλην της πρώτης για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω) εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Αθηνών Βασιλική Κουλούρη ως πληρεξούσια αυτών κατά τη δήλωσή της.
Όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τις ανωτέρω δικηγόρους εκ μέρους της ογδοηκοστής όγδοης αναιρεσίβλητης Δ. Β. του Β. κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη ούτε ιδιωτικό έγγραφο με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της, από το οποίο να προκύπτει ότι παρέσχε την εντολή και πληρεξουσιότητα στην πιο πάνω δικηγόρο να την εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Εξάλλου όσον αφορά τους εκατοστό εικοστό τέταρτο και εκατοστό εικοστό πέμπτο αναιρεσιβλήτους (Γ. Γ. του Ν. και Χ. Τ. του Γ.) προσκομίζονται μεν ιδιωτικά έγγραφα εξουσιοδοτήσεως προς την ανωτέρω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων αλλά αυτά υπογράφονται από τους Δ. Γ. και Ν.
Τ. αντίστοιχα.
Συνεπώς οι ανωτέρω τρεις αναιρεσίβλητοι είναι δικονομικώς απόντες, ουδείς δε των παρισταμένων διαδίκων (αναιρεσείοντος και λοιπών αναιρεσιβλήτων) επικαλείται ή προσκομίζει εκθέσεις επιδόσεως, από τις οποίες να προκύπτει ότι αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως και δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς.
2. Aπό την .../31-8-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιµελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Δ. Τ., την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Εξάλλου από τα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με αυτή την απόφαση προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την πιο πάνω δικάσιμο η ανωτέρω (πρώτη) αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. Α.Π. 24/1997, Α.Π. 910/2015). Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομοδίκου του αναιρεσείοντος (συνεναγομένης του στον πρώτο βαθμό), υπέρ της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη που να βλάπτει τον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
4. Κατά τις εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του κρισίμου χρόνου (2007-2009), διατάξεις των άρθρων 265 επ. του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, οι δήμοι και οι κοινότητες, μόνοι ή με νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις ή άλλους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης ή τρίτους, μπορούν, για την επίτευξη ορισμένων σκοπών αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές (εκτέλεση έργων, παραγωγή αγαθών ή παροχή υπηρεσιών με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων), να συνιστούν ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό.
Κατ’ εξαίρεση μόνο οι αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες συμμετέχουν σε προγραμματικές συμβάσεις. Η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική (ή κοινοτική) διαχείριση. Η ευθύνη δήμου ή κοινότητας που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση περιορίζεται στη συμμετοχή της στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως, η δε εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι προαναφερόμενες δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ούτε ειδικότερα οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των τελευταίων αυτών οργανισμών επιχειρήσεις και λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.
Η ευθύνη του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης για τη σύσταση ή συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση περιορίζεται στη συμμετοχή του μόνο στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως, η οποία μπορεί να αξιώσει την καταβολή της εισφοράς του, χωρίς περαιτέρω ευθύνη τρίτων. Εξάλλου με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994, που ισχύει και για τις εταιρείες του άρθρου 265 επ.
του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του (Α.Π. 1290/2010, 873/2009).
Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (Α.Π. 873/2009).
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (Α.Π. 519/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της... 31641/2007 απόφασης του Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καταρτίστηκε πρόγραμμα επιχορήγησης, μέσω του ΟΑΕΔ., επιχειρήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, για την απασχόληση 6.000 ανέργων ηλικίας 18 έως 64 ετών με το διακριτικό τίτλο "Πρόγραμμα Αναδασώσεων και Αντιπλημμυρικών Έργων" με σκοπό:
α) την ενίσχυση των επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης των περιοχών που επλήγησαν από τις πυρκαγιές το καλοκαίρι του 2007, προκειμένου να αποκαταστήσουν το φυσικό περιβάλλον της περιοχής μέσω αναδασώσεων και αντιπλημμυρικών έργων και β) την προώθηση στην απασχόληση 6.000 ανέργων των αντίστοιχων περιοχών.
Η διάρκεια της επιχορήγησης ορίστηκε δωδεκάμηνη, κάθε άτομο επιχορηγήθηκε για ελάχιστη μηνιαία εργασία είκοσι ημερών και ανώτατη εικοσιπέντε ημερών και το ποσό επιχορήγησης για κάθε ημέρα πλήρους απασχόλησης καθορίστηκε σε 36 ευρώ. Δεδομένου ότι η επιχορήγηση συμφωνήθηκε να δοθεί μέσω του ΟΑΕΔ, αυτός είχε το δικαίωμα να ελέγχει, δια των οργάνων του, αν τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις της ένταξης στο πρόγραμμα και να συντάσσει εκθέσεις, όπου καταγράφονται τυχόν παραβάσεις, με συνέπεια, σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιων παραβάσεων και εφόσον είχε καταβληθεί το ποσό της επιχορήγησης, αυτή να διακόπτεται και να αναζητείται το ποσό [που] καταβλήθηκε αχρεώστητα, σύμφωνα με τους όρους [της]... .../1998 απόφασης "Περί ανακτήσεως αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από εθνικούς πόρους".
Την υλοποίηση του προγράμματος στην περιοχή της Λακωνίας ανέλαβε η πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη της με στοιχείο Γ’ έφεσης [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] με την επωνυμία "...", η οποία συστάθηκε ως αναπτυξιακή εταιρεία της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Λακωνίας, χωρίς ποτέ να έχει συμμετάσχει σ’ αυτήν κάποιος δήμος της Λακωνίας, ενώ μετά τις 23-4-2011, οπότε έληξε η συμβατική της διάρκεια, λειτουργεί με μόνο μέτοχο την Περιφέρεια Πελοποννήσου.
Έτσι, η "..." συνέταξε το επιχειρησιακό πρόγραμμα αναδασώσεων και αντιπλημμυρικών έργων για την περιοχή της Λακωνίας, με βάση τις προτάσεις που της υπέβαλαν οι πυρόπληκτοι Δήμοι ..., το οποίο στη συνέχεια κοινοποίησε σ’ αυτούς, προκειμένου να προτείνουν μέσω αυτής στον ΟΑΕΔ τον αριθμό των ατόμων καθώς και τα πρόσωπα που θα απασχολούνταν στο πρόγραμμα στα όρια του κάθε δήμου.
Οι εργαζόμενοι άρχισαν να απασχολούνται στο πρόγραμμα από το Μάιο και τον Ιούνιο του 2008 και απασχολήθηκαν μέχρι τις 26-9-2008, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στον αντίστοιχο δήμο, στα όρια του οποίου αφορούσε η εκτέλεση του συγκεκριμένου προγράμματος και ο οποίος ωφελούνταν από την εκτέλεση αυτή, τελώντας κάτω από τις οδηγίες του αρμόδιου αντιδημάρχου, που τους παρείχε και τα απαραίτητα για την εργασία τους εργαλεία.
Ειδικότερα, οι με αριθμούς ... ενάγοντες - εκκαλούντες της με στοιχείο Γ’ έφεσης και εφεσίβλητοι της με στοιχείο Β’ έφεσης [ήδη αναιρεσίβλητοι με τους αριθμούς … έως και …] απασχολήθηκαν στο Δήμο ..., οι με αριθμούς ... ενάγοντες - εκκαλούντες και εφεσίβλητοι των πιο πάνω εφέσεων [ήδη αναιρεσίβλητοι με τους αριθμούς ...] απασχολήθηκαν στο Δήμο ..., οι με αριθμούς ...
ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι των ίδιων πιο πάνω εφέσεων [ήδη αναιρεσίβλητοι με τους αριθμούς ...] απασχολήθηκαν στο Δήμο ..., οι με αριθμούς ... ενάγοντες - εκκαλούντες της με στοιχείο Γ’ έφεσης και εφεσίβλητοι της με στοιχείο Α’ έφεσης απασχολήθηκαν στο Δήμου ... και οι με αριθμούς ... ενάγοντες - εκκαλούντες και εφεσίβλητοι των αμέσως πιο πάνω εφέσεων απασχολήθηκαν στο Δήμο Ανατολικής Μάνης [καθολικός διάδοχος των τριών πρώτων από τους πιο πάνω δήμους είναι ο ήδη αναιρεσείων].
Η εκτέλεση του προγράμματος γενικά εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τις 26-9-2008, εκτός από μεμονωμένα προβλήματα που διαπίστωσαν οι ελεγκτές του ΟΑΕΔ, τα οποία αφορούσαν κυρίως σε μη καθημερινή παρουσία κάποιων εργαζομένων ή σε απασχόληση άλλων επί λιγότερες ώρες την ημέρα ή σε απασχόληση σε γραφεία των δήμων ή σε ενασχόλησή τους στον καθαρισμό νεκροταφείων, αλσών και δρόμων.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του Σεπτεμβρίου 2008 προέκυψε πρόβλημα σχετικά με την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, καθόσον η ..., προφανώς από παρανόηση, κατά τη σύνταξη του προγράμματος θεώρησε ότι στο ποσό της επιχορήγησης για την ημερήσια απασχόληση κάθε εργαζόμενου συμπεριλαμβάνεται και αυτό που αφορά στην κάλυψη των ασφαλιστικών του εισφορών, κάτι όμως που δεν συνέβαινε.
Έτσι στις 26-9-2008, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κονδύλια, προέβη σε αναστολή του προγράμματος και ανέλαβε να συντάξει τροποποιημένο επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο ευελπιστούσε να πραγματοποιηθεί με την οικονομική βοήθεια κάθε ωφελούμενου δήμου, δεδομένου ότι αυτή δεν είχε ίδιους πόρους. Η εκπόνηση τροποποιημένου επιχειρησιακού σχεδίου όμως δεν κατέστη τελικά εφικτή, με αποτέλεσμα ο ΟΑΕΔ αρχικά, αφού έλαβε υπόψη του το πιο πάνω ανέφικτο της σύνταξης τροποποιητικού σχεδίου, σε συνδυασμό με την αναστολή του προγράμματος από την ...
και την ύπαρξη παραβάσεων κατά την εφαρμογή του προγράμματος, με τη... 1546/23-3-2009 απόφασή του, να προβεί στη διακοπή του προγράμματος από 26-9-2008 και να δηλώσει ότι θα αναζητήσει τα καταβληθέντα σύμφωνα με τη σχετική απόφαση "Περί ανακτήσεως αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από εθνικούς πόρους" και στη συνέχεια, ανακαλώντας κατ’ ουσία την πιο πάνω απόφασή του, με τη... .../7-7-2009 απόφασή του, να θεωρήσει ότι η λήξη του προγράμματος επήλθε στις 1-10-2008, εκτιμώντας ότι έως τότε είχαν πραγματοποιηθεί οι σκοποί και οι στόχοι του προγράμματος.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν γενικά για την ύπαρξη προβλημάτων στην εκτέλεση του προγράμματος, χωρίς ωστόσο να λάβουν ειδικότερη γνώση αυτών και ειδικότερα ενημερώθηκαν για την αναστολή του προγράμματος από 26-9-2008, όχι όμως και για πιθανή διακοπή του, όπως εξάλλου διαβεβαίωνε και η ...
στο... /26-2-2009 έγγραφό της προς τους ... των εργαζομένων, οι οποίοι ζητούσαν σχετικές διευκρινίσεις ως προς την τύχη του προγράμματος. Άλλωστε στο... 45/16-9-2008 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ..., του οποίου έλαβαν γνώση οι εργαζόμενοι, αναφερόταν ρητά ότι η αναστολή του προγράμματος σε καμιά περίπτωση δε νοείται διακοπή αυτού.
Την ίδια αναφορά για αναστολή και όχι διακοπή του προγράμματος έκανε η ... στη... /5-2-2009 επιστολή της προς τον ΟΑΕΔ, ο οποίος στη... /7-5-2009 επιστολή του διοικητή του προς τον ΟΓΑ, μιλάει για αναστολή υλοποίησης του προγράμματος και για υποχρέωση της ... να καταθέσει τροποποιητικό επιχειρησιακό σχέδιο. Ενόψει των διαβεβαιώσεων της ...
ότι δεν πρόκειται για διακοπή του προγράμματος αλλά για αναστολή του, ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να υπογράψουν τις συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες δεν είχαν έως τότε υπογραφεί, και αυτοί όντως υπέγραψαν αυτές, όπου, ως αφετήριο σημείο αυτών, αναγράφονται ημερομηνίες εντός των μηνών του Μαΐου και Ιουνίου του 2008, ανάλογα με την πρόσληψη του κάθε εργαζόμενου και ως καταληκτικός χρόνος όλων των συμβάσεων αναγράφεται η 26-9-2008, ημερομηνία κατά την οποία διακόπηκε η εκτέλεση του προγράμματος, την οποία όμως η ...
δήλωσε ως ημερομηνία αναστολής του σε διευκρινίσεις της προς τους εργαζόμενους. Από τα έντυπα των συμβάσεων αυτών δεν αποδεικνύεται ότι εξαρχής ήταν μικρότερου χρόνου και όχι δωδεκάμηνης διάρκειας, καθόσον αυτές υπογράφηκαν με τον τρόπο και στο χρόνο που προαναφέρεται. Άλλωστε η ίδια η ... στη... /5-2-2009 επιστολή της προς τον ΟΑΕΔ αναφέρεται σε δωδεκάμηνη διάρκεια "ετήσια φάση" του προγράμματος, όπως αποδέχονται και οι δήμαρχοι των δήμων που απασχόλησαν εργαζόμενους στο πρόγραμμα αυτό.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι, παρά την αναστολή του προγράμματος σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της ..., οι εργαζόμενοι προσέρχονταν καθημερινά στους δήμους, όπου προσέφεραν την εργασία τους και ειδικότερα, οι απασχολούμενοι στους Δήμους … (με αριθμούς ... ενάγοντες), ... (με αριθμούς ... ενάγοντες) και Ανατολικής Μάνης (με αριθμούς ...
ενάγοντες) από 1-10-2008 έως 31-12-2008, οι απασχολούμενοι στο Δήμο ... (με αριθμούς ... ενάγοντες) από 1-10-2008 έως 28-2-2009 - ενδεικτικό είναι και το "παρουσιολόγιο" που τηρούνταν στον πιο πάνω δήμο - και οι με αριθμούς ... ενάγοντες στο Δήμο ..., που δεν προέβησαν σε επίσχεση εργασίας και τέλος, οι λοιποί απασχολούμενοι στο Δήμο ... (με αριθμούς ...
ενάγοντες) από 1-10-2008 έως 15-2-2009, ενώ περαιτέρω έθεταν τον εαυτό τους σε γνήσια ετοιμότητα για εργασία μέχρι το τέλος αντίστοιχα των δωδεκάμηνων συμβάσεων εργασίας τους. Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι καθ’ όλο το διάστημα που το πρόγραμμα βρισκόταν σε αναστολή, οι εργαζόμενοι κατέφευγαν στον ΟΑΕΔ με ερωτήσεις σχετικές με τις κάρτες ανεργίας τους, τις οποίες παρακρατούσε, δεδομένου ότι θεωρούσε αυτούς ως εργαζόμενους στο πρόγραμμα και όχι ως άνεργους.
Έτσι κάποιοι απασχολούμενοι στο πρόγραμμα, προκειμένου να λάβουν τις κάρτες ανεργίας τους, εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν έντυπα οικειοθελούς αποχώρησής τους από το πρόγραμμα, χωρίς ωστόσο να σταματήσουν να απασχολούνται άτυπα από τους οικείους δήμους, δηλαδή χωρίς κατ’ ουσία να αποχωρήσουν από το πρόγραμμα.
Άλλωστε τυχόν ενασχόλησή τους με αγροτικές εργασίες, δεδομένου του αγροτικού χαρακτήρα των περιοχών, δεν είναι ασύμβατη με πρωινή απασχόλησή τους στους οικείους δήμους. Σημειώνεται ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων, που είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καταγγέλθηκαν για σπουδαίο λόγο από την ...
πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου και επίσης ότι ο σπουδαίος λόγος αυτός ήταν η έλλειψη ρευστότητας που οφείλεται στη μη κατανόηση εκ μέρους των οργάνων της του περιεχομένου του συμβατικά ορισμένου ημερομισθίου των απασχολούμενων στην υλοποίηση του προγράμματος και ειδικότερα ότι σ’ αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν και το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών, καθόσον η όποια αμέλεια επέδειξαν τα όργανα αυτής στην κατανόηση του πιο πάνω σημείου αλλά και η ανικανότητά της να εκπονήσει τροποποιητικό του επιχειρησιακού σχεδίου, δεν μπορεί να επιρριφθεί σε βάρος των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχονται ότι έχουν λάβει τις αποδοχές τους για την παροχή της εργασίας τους στα πλαίσια του προγράμματος που εκτέλεσε η ... στη Λακωνία μέχρι τις 26-9-2008, εξακολούθησαν να απασχολούνται άτυπα στους πιο πάνω αναφερόμενους δήμους κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και οι δήμοι αυτοί είναι τα νομικά πρόσωπα που ωφελήθηκαν από την εργασία τους.
Ακολούθως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αμοιβής γι’ αυτήν την παροχή εργασίας, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και χωρίς τις ιδιαίτερες προσαυξήσεις που αφορούν σε καθένα χωριστά, αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις έγκυρης σύμβασης εργασίας, δεδομένου ότι οι αντίστοιχοι εργοδότες ωφελήθηκαν της εργασίας για την οποία θα έπρεπε να προσλάβουν άλλους εργαζόμενους, χωρίς ειδικά οριζόμενα προσόντα, ορθά έκρινε.
Επίσης ορθά έκρινε ότι, παρά την πρόσληψη των εναγόντων από την ..., πραγματικοί εργοδότες αυτών ήταν οι δήμοι, στην περιφέρεια των οποίων οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους, τελώντας κάτω από τις οδηγίες και εντολές των οικείων αντιδημάρχων, οι οποίοι τους είχαν χορηγήσει και τα απαραίτητα εργαλεία για την εργασία τους".
Με την κρίση του αυτή το εφετείο: 1) ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653, 904, 908 και 909 Α.Κ. και της 31641/2007 αποφάσεως του Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας αφού δέχθηκε ότι, ανεξαρτήτως της προηγούμενης απασχολήσεως των εναγόντων και ήδη λοιπών (πλην της πρώτης) αναιρεσιβλήτων από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με βάση την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση, αληθείς εργοδότες των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με βάση άκυρες συμβάσεις εργασίας ήταν οι εναγόμενοι δήμοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων), οι οποίοι και ήταν υπόχρεοι σε καταβολή των αποδοχών τους αφού, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, υπόχρεος στην καταβολή των αποδοχών του εργαζομένου είναι ο αληθής εργοδότης του και 2) με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων κατά των εναγομένων δήμων για το χρονικό διάστημα μετά τις 26-9-2008 δεν στηρίζονται σε έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αλλά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον δέχθηκε:
α) ότι οι συμβάσεις που είχαν υπογραφεί μεταξύ των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης συμφωνήθηκε να έχουν μικρότερη διάρκεια από το πρόγραμμα και δη ότι έληγαν στις 26-9-2008, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία που είχαν καταβληθεί στους ενάγοντες οι συμφωνημένες αποδοχές τους εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, β) ότι ο ΟΑΕΔ, που είχε αναλάβει την επιχορήγηση του προγράμματος, με την .../7-7-2009 απόφασή του, θεώρησε ότι η λήξη του προγράμματος επήλθε στις 1-10-2008, εκτιμώντας ότι έως τότε είχαν πραγματοποιηθεί οι σκοποί και οι στόχοι του αυτού και γ) ότι έκτοτε και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην απόφαση για τον καθένα, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν χωρίς έγκυρη σύμβαση εργασίας από τους εναγομένους δήμους (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) και οι τελευταίοι ωφελήθηκαν από την εργασία τους.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, εκτιμώμενοι συνολικά εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.
5. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς πρόσωπο του εργοδότη των εναγόντων και ήδη λοιπών πλην της πρώτης αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι δεν εξέθεσε σ’ αυτήν με σαφήνεια ότι υπήρχε έγγραφη συμφωνία δανεισμού των εναγόντων μεταξύ της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης αφενός και των δήμων (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) αφετέρου, από την οποία να προκύπτει σαφώς ποιος ήταν ο υπόχρεος καταβολής της αμοιβής τους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν παραδοχές ότι έλαβε χώρα δανεισμός των εναγόντων εργαζομένων από την πρώτη εναγομένη προς τους λοιπούς εναγομένους δήμους, ενώ πράγματι σ’ αυτήν δεν διαλαμβάνονται τέτοιες παραδοχές.
Αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση με επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι δήμοι μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων ήταν, δυνάμει ατύπου συμβάσεως εργασίας, εργοδότες των εναγόντων κατά το μετά τη διακοπή του προγράμματος χρονικό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι τέτοιος ισχυρισμός (περί δανεισμού των εναγόντων από την πρώτη εναγομένη προς τους λοιπούς εναγομένους δήμους) προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δεν λήφθηκε υπόψη. 6.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι στους ενάγοντες με αριθμούς από ... (πλην εκείνων με τους αριθμούς ...) οι οποίοι εργαζόταν στο Δήμο ...
και οι οποίοι με την αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προέβησαν από τις 26-9-2008 σε επίσχεση εργασίας επιδικάσθηκε αμοιβή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παρόλο ότι για το χρονικό διάστημα από τις 26-9-2008 μέχρι το Δεκέμβριο 2008 δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα στην αγωγή τους. Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει αφενός μεν ότι με την αγωγή τους (σελ.9 αυτής) οι ως άνω ενάγοντες ζητούσαν την αμοιβή τους για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από τις 26-9-2008 μέχρι το πέρας της παροχής εργασίας τους, αφετέρου δε ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι ενάγοντες αυτοί παρείχαν πραγματικά τις υπηρεσίες τους στους δήμους ...
και ... [των οποίων καθολικός διάδοχος κατά τα προαναφερθέντα είναι ο αναιρεσείων] από την 1-10-2008 με άτυπη σύμβαση εργασίας γι’ αυτό και δέχθηκε ότι αυτός υποχρεούται να καταβάλει, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλομένη: "...β) σε καθένα από τους απασχοληθέντες στον πρώην Δήμο ... για το διάστημα από 1-10-2008 έως και 28-2-2009 (με αριθμούς ...
ενάγοντες) το ποσό των 3.192 ευρώ [30,40 ευρώ ημερησίως Χ 5 ημέρες = 152 ευρώ/εβδομάδα Χ 21 εβδομάδες = 3.192 ευρώ], γ) σε καθένα από τους απασχοληθέντες στον πρώην Δήμο ... για το διάστημα από 1-10-2008 έως και 15-2-2009 (με αριθμούς ... ενάγοντες), καθώς αυτοί προέβησαν σε επίσχεση εργασίας στα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2009, το ποσό των 2.888 ευρώ [30,40 ευρώ ημερησίως Χ 5 ημέρες = 152 ευρώ/εβδομάδα Χ 19 εβδομάδες = 2.888 ευρώ] και δ) στους με αριθμούς ...
ενάγοντες, οι οποίοι απασχολήθηκαν στον πρώην Δήμο ... για το διάστημα από 1-10-2008 έως και 28-2-2009, καθώς αυτοί δεν προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, το ποσό των 3.192 ευρώ [30,40 ευρώ ημερησίως Χ 5 ημέρες = 152 ευρώ/εβδομάδα Χ 21 εβδομάδες = 3.192 ευρώ]". Επομένως (και ανεξαρτήτως του ότι οι ενάγοντες με τους αριθμούς ... δεν είχαν απασχοληθεί από το Δήμο ..., όπου είχε λάβει χώρα επίσχεση εργασίας αλλά από το Δήμο ...), σε κάθε περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδικάσθηκε υπέρ των αναφερόμενων στον προαναφερθέντα (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως εναγόντων αμοιβή για το διάστημα κατά το οποίο είχαν προβεί σε επίσχεση εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
7. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της ως προς τους λοιπούς (πλην των ογδοηκοστής ογδόης, εκατοστού εικοστού τετάρτου και εκατοστού εικοστού πέμπτου) αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ογδοηκοστή όγδοη, εκατοστό εικοστό τέταρτο και εκατοστό εικοστό πέμπτο αναιρεσιβλήτους, ήτοι τους Δ. Β. του Β., Γ. Γ. του Ν. και Χ. Τ. του Γ..
Απορρίπτει την από 20-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 193/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Aπριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ