353/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 353 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 353/2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 353 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 353/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη- Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του σωματείου με την επωνυμία "ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ" με έδρα την Ξάνθη, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρόεδρό του Μ. Χ., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Σμυρνιού και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Νομάρχη Ξάνθης, ως εποπτεύουσας Αρχής των Σωματείων του Ν. Ξάνθης και οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομάρχη Ξάνθης που εδρεύει στο Νομό Ξάνθης, ο οποίος παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Κωνσταντίνο Γούναρη και της πληρεξουσίας δικηγόρου του Καλλιρόης Παντελίδου και κατέθεσαν προτάσεις 2. Της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θρακικών Σωματείων, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του Ιωάννη Χατζηαντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2008 αίτηση (ανακλήσεως-μεταρρυθμίσεως αποφάσεως κατ' άρθρο 758 του Κ.Πολ.Δ.) του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης. Ορίσθηκε δε δικάσιμος με την υπ' αριθμ.331/2008 πράξη του Προέδρου Εφετών Θράκης και εκδόθηκε η 477/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ 1,2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, και αν ο απολειπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της το δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικώς απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος (ΑΠ 281/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6376Γ/1 3-6-20 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Σωματείο από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, με κλήση όπως παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Όμως στο φάκελλο της δικογραφίας δεν υπάρχει πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο Ιωάννη Χατζηαντωνίου που παρέστη για λογαριασμό του δεύτερου αναιρεσίβλητου. Επομένως σύμφωνα με τις άνω νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν το εν λόγω αναιρεσίβλητο θεωρείται δικονομικώς απόν αλλά πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρών. Από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στις 4-11-1950 στη Ρώμη, και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το ν. 2329/1953 και, ύστερα από την καταγγελία της από το δικτατορικό καθεστώς, εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, προκύπτει ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διακρίνονται σε τελεσίδικες και μη. Οι τελεσίδικες δε αποφάσεις θεωρούνται ως τέτοιες όχι μόνο επειδή το ορίζει το πρωτότυπο κείμενο της Σύμβασης (άρθρα 42 και 44) στην αγγλική και γαλλική αλλά και διότι δεν είναι δυνατή πλέον η καθ' οιονδήποτε τρόπο προσβολή τους, είτε κατά το Διεθνές Δίκαιο είτε κατά το εσωτερικό Δίκαιο. Στο Διεθνές Δίκαιο δεν υπάρχει πλέον μέσο να προσφύγει κάποιος κατά των αποφάσεων αυτών, στο δε εσωτερικό Δίκαιο όλα τα ένδικα μέσα πρέπει να έχουν ήδη ασκηθεί πριν "από την προσφυγή (άρθρο 35 παρ. 1 της Σύμβασης) για να γίνει, αυτή δεκτή ενώπιον του ΕΔΔΑ. Έτσι, στο Ελληνικό Δίκαιο, πρέπει να έχουν φθάσει μέχρι και την αναίρεση ή να έχει παρέλθει η σχετική προθεσμία. Επίσης άλλη μία διάκριση των εν λόγω αποφάσεων είναι σε αυτές οι οποίες διαπιστώνουν την παραβίαση της Σύμβασης, που μπορούν να ονομασθούν "αναγνωριστικές" με κάποια ευρεία εφαρμογή του όρου αυτού του εσωτερικού Δικαίου και αυτές οι οποίες επιδικάζουν δίκαιη αποζημίωση. Εφόσον κατά το άρθρο 41 του νέου κειμένου της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ διαπιστώσει ότι τα μέτρα τα οποία προτείνει, ή έλαβε το κράτος μετά τη διαπίστωση της παράβασης, δεν επαρκούν για να επανορθώσουν πλήρως την παραβίαση και τη ζημία που δημιουργήθηκε στον προσφεύγοντα, μπορεί να του αναγνωρίσει και να του επιδικάσει "δίκαιη ικανοποίηση" η οποία δεν πρόκειται για αποζημίωση. Πράγματι, το Δικαστήριο εξετάζει, μετά την αναγνώριση της παράβασης, κατά πόσον τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από το κράτος είναι επαρκή ή δεν είναι επαρκή και αν όχι, χορηγεί μία δίκαιη ικανοποίηση. Η σχετική δε απόφαση μπορεί να ονομασθεί ως καταψηφιστική, πάλι με την ευρεία έννοια του όρου. Περαιτέρω η απόφαση του ΕΔΔΑ έχει δύο ειδών επιπτώσεις στην εσωτερική έννομη τάξη: Έμμεσες, δηλαδή αυτές που δεν αφορούν την υλοποίηση αυτή καθεαυτή της απόφασης, αλλά αποτελούν μία προϋπόθεση για τη ρύθμιση άλλων υποθέσεων στο εσωτερικό δίκαιο, στην εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή ποία έκταση έχει το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ σε σύγκριση με άλλες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων. Και δεύτερον, άμεσες επιπτώσεις και άμεση εφαρμογή, δηλαδή κατά πόσο είναι δυνατή η πραγματοποίηση και η εκτέλεση των αποφάσεων στο εσωτερικό δίκαιο, την εσωτερική έννομη τάξη. Τα έμμεσα δε αποτελέσματα αφορούν και το δεδικασμένο. Η τελεσίδικη απόφαση του ΕΔΔΑ δημιουργεί το τυπικό δεδικασμένο. Όσον, αφορά το ουσιαστικό δεδικασμένο, θα πρέπει να εξετασθεί σε ποίες υποθέσεις και σε ποία θέματα θα λειτουργήσει, ώστε να απαγορεύσει την έκδοση νέας απόφασης ή να ληφθεί ως βάση του προδικαστικού ζητήματος. Ως προς τις καταψηφιστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ και την δίκαιη ικανοποίηση, δεν απαιτείται να έχει εκδοθεί προηγουμένως από τα εθνικά δικαστήρια απόφαση που να την έχει απορρίψει και είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε προσφυγή κατά το εσωτερικό δίκαιο (στην εθνική έννομη τάξη), κρίνεται δε για πρώτη φορά από το ΕΔΔΑ. Αν δεν τέθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση, μπορεί να ζητηθεί και από τα εθνικά (ελληνικά) δικαστήρια και εκ των υστέρων. Αν, αντίθετα, έχει εκδοθεί σχετική απόφαση από το ΕΔΔΑ, αυτή αποτελεί δεδικασμένο και μάλιστα με την αρνητική μορφή του ουσιαστικού δεδικασμένου και δεν μπορεί να εκδοθεί άλλη από τα ελληνικά δικαστήρια. Είτε το ΕΔΔΑ απέρριψε τη δίκαιη ικανοποίηση είτε χορήγησε δίκαιη ικανοποίηση, δεν μπορεί να ζητηθεί εκ νέου από τα Ελληνικά δικαστήρια.
Συνεπώς σ' αυτά τα θέματα υπάρχει ουσιαστικό δεδικασμένο με την αρνητική μορφή. Υπάρχει, όμως, δεδικασμένο και με τη θετική του μορφή του προδικαστικού ζητήματος. Έτσι, όταν στο εσωτερικό δίκαιο προβλέπεται η δυνατότητα πράγμα το οποίο είναι δυνατό σε κάθε φάση και ανεξάρτητα αν έχει αποφασίσει για δίκαιη αποζημίωση το ΕΔΔΑ- να προσφύγει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με άλλες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου και κυρίως την αστική ευθύνη του κράτους, όταν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του και από την παραβίαση των δικαιωμάτων του υπήρξε ζημία, για την οποία ευθύνεται το Δημόσιο, μπορεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Εισ.Ν. ΑΚ (άρθρα 104, 105), να εγείρει αγωγή αστικής αποζημίωσης κατά του Κράτους. Στην περίπτωση αυτή θα θεωρηθεί ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ αποτελεί ουσιαστικό δεδικασμένο, που έχει θετική επέμβαση για το προδικαστικό ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο η πράξη ήταν παράνομη ή όχι. Στο σημείο αυτό λαμβάνονται υπόψη όχι οι αποφάσεις (προηγούμενες) του εσωτερικού δικαίου, αλλά εκείνη του ΕΔΔΑ. Όμως, οι αναγνωριστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν και άμεσα αποτελέσματα. Αυτές, αφορούν συνήθως παραβιάσεις και διαπιστώνουν παραβάσεις, οι οποίες έγιναν από τον ίδιο το νομοθέτη, όταν έχει θέση κανόνα ο οποίος είναι αντίθετος με την ΕΣΔΑ και αυτόν εφάρμοσαν τα δικαστήρια και συνεπώς η διαπίστωση της παραβίασης, είναι να μεταβληθεί η σχετική νομοθεσία. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν είναι ο νόμος που είναι αντίθετος, αλλά η ερμηνεία και η εφαρμογή του από τα εθνικά όργανα, είτε τα δικαστήρια είτε τα διοικητικά όργανα, τα οποία σε ασάφεια του νόμου ή ερμηνεύοντας αυτόν, όχι σύμφωνα με τη Σύμβαση, παραβιάζουν προστατευόμενα από αυτή δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει η δυνατότητα αποστολής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης στα δικαστήρια, με την απόφαση του ΕΔΔΑ, ώστε να συμμορφωθούν στις μελλοντικές υποθέσεις. Περαιτέρω σχετικά με το θέμα που προέκυψε ως προς την τύχη των αμετάκλητων και παραγουσών δεδικασμένο στην Ελλάδα αποφάσεων των Ελληνικών δικαστηρίων που είναι ακριβώς αντίθετες με την αναγνωριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, για μεν τις ποινικές αποφάσεις δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα πλέον, αφού με το νόμο 2865/2000 προστέθηκε στο άρθρο 525 ΚΠοινΔ παράγραφος 1 και 5η περίπτωση για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, για δε τις πολιτικές υποθέσεις δεν έγινε αντίστοιχη ρύθμιση και συνεπώς δεν προβλέπεται επανάληψη της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα δηλαδή από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που αποτέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης, η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν έχει καθ' εαυτή την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της παραπάνω πράξης. Τούτο προκύπτει τόσο από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης όσο και από την αναφορά του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ στο εσωτερικό δίκαιο ως κώλυμα εξάλειψης των συνεπειών της παραβίασης, η οποία θα στερούνταν νοήματος εάν η απόφαση του ΕΔΔΑ είχε την παραπάνω αυτόθροη καταργητική ισχύ. Το ίδιο το Δικαστήριο δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μία υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη, ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 758 παρ. 1 ΚΠολ.Δ προκύπτει ότι οι εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικές αποφάσεις, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευση τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο το οποίο τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, από το δικαστήριο που την εξέδωσε και μετά από αίτηση διαδίκου, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση. Τούτο δε διότι στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού ή νομικού προσώπου.
Συνεπώς ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού των ρυθμιστικών μέτρων, δηλαδή για την επέλευση του ρυθμιστικού αποτελέσματος. Ως νέα πραγματικά περιστατικά νοούνται και γεγονότα τα οποία αν και υπήρχαν κατά την προηγούμενη δίκη δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ενώ αντίθετα, νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολή των συνθηκών δεν συνιστούν οι τυχόν πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως για τις οποίες αυτή δύναται να προσβληθεί μόνον με ένδικα μέσα, αν αυτά επιτρέπονται από το νόμο. Ο όρος μεταβολή των συνθηκών είναι ευρύτερος γιατί η μεταβολή μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από την επιγένεση νέων περιστατικών, αλλά και από άλλες αφορμές ή αιτίες, όπως από την εξέλιξη ενός θεσμού, την εμφάνιση νέων αναγκών κ.λ.π, σ' αυτήν δε (μεταβολή) των συνθηκών μπορεί να εντάσσεται και η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ή και η μεταστροφή της νομολογίας σε σχέση με νομικό ζήτημα που τέθηκε υπόψη του,όχι όμως και το γεγονός, ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης, εκδόθηκε απόφαση του ΕΔΔΑ, η οποία επί του θέματος που τέθηκε υπόψη του έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ, καθώς αυτή (απόφαση), δεν συνιστά μεταβολή της εθνικής νομολογίας σε σχέση με νομικό ζήτημα που τέθηκε υπόψη του εθνικού δικαστηρίου και κυρίως σε σχέση με την ερμηνεία κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε. Τούτο δε διότι οι αποφάσεις που καταδικάζουν την Ελληνική Πολιτεία, λόγω παράβασης διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν μπορούν αυτές καθ' εαυτές, να δικαιολογήσουν αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης απόφασης του εθνικού δικαστηρίου με την έννοια της μεταβολής των συνθηκών (εν προκειμένω μεταστροφή της νομολογίας) υπό τις οποίες αυτή εκδόθηκε, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, σε κάθε δε περίπτωση, ανεξάρτητα δηλαδή από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που αποτέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης, η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν έχει καθ' εαυτή την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει τη αυτόθροη κατάργηση της παραπάνω πράξης, ούτε και με την μορφή της αιτούμενης παροχής δικαστικής προστασίας με έκδοση δηλαδή ανακλητικής ή μεταρρυθμιστικής αποφάσεως από τα εθνικά δικαστήρια, σημειουμένου ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μία υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος- παραβάτη, ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον σωματείο με την επωνυμία "ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ" εκθέτει ότι το Εφετείο Θράκης με την με αριθμό 31/2002 απόφαση τουαπέρριψε την έφεση του κατά της με αριθμ.36/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία διατάχθηκε η διάλυση του. Κατά της άνω με αριθμ. 31/2002 απόφασης άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 4/2005 απόφαση της ολομελείας του Αρείου Πάγου. Μετά την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, με την με αριθμό 26698/2005 προσφυγή του προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο με την από27-3-2008 οριστική και αμετάκλητη απόφαση του έκρινε ότι στην δικαστική απόφαση με την οποία διαλύθηκε υπήρξε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 και του άρθρου 11 της Σύμβασης. Μετά την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ με την από 14-11-2008 αίτηση του ζήτησε να ανακληθεί-μεταρρυθμισθεί η με αριθμό 31/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας και στη συνέχεια να ακυρωθεί η με αριθμό 36/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, να απορριφθεί η σχετική αίτηση του Νομάρχη Ξάνθης,να διαταχθεί η εξάλειψη της διαγραφής του από το βιβλίο των Σωματείων του Πρωτοδικείου Ξάνθη.Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην παραπάνω νομική σκέψη, μη νόμιμη για τους παρακάτω λόγους. Όπως προαναφέρθηκε, καθεαυτή η απόφαση του ΕυρΔΔΑ δεν έχει ως συνέπεια την αυτόματη ανάκληση ή μεταρρύθμιση της ενδοπολιτειακής πράξης για την οποία παραπονείται το προσφεύγον, αλλά απλώς βεβαιώνει την παραβίαση της Σύμβασης και ενδεχομένως επιδικάζει χρηματική αποζημίωση ως "δίκαιη ικανοποίηση". Δηλαδή δεν διεισδύει στην εσωτερική έννομη τάξη και δεν αίρει, καθεαυτή, την παραβίαση. Η παραπάνω αναγνωριστική απόφαση του ΕυρΔΔΑ με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης που διέθεταν και ότι η διάλυση του πρώτου προσφεύγοντος δεν ήταν αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία και έτσι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης δεν ανακαλεί ούτε ακυρώνει την άνω υπ' αριθμ 4/2005 αμετάκλητη απόφαση τη ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε διαφορετικά. Επίσης το γεγονός ότι κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως, δεν σημαίνει ότι το σχετικό ζήτημα μπορεί να κριθεί εξ υπαρχής από τα εθνικά δικαστήρια . Επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως μη νόμιμη την από 14-11-2008 αίτηση ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 31/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 78,79,80 και 105 τουΑΚ, 11 της ΕΣΔΑ, 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και συνεπώς οι υπό στοιχείο 1, 2, 3 λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ πλημμέλεια καθώς και οι, υπό στοιχείο 5 λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 16 του αυτού ως άνω άρθρου, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν δέχθηκε ότι η άνω απόφαση του ΕΔΔΑ παράγει δεδικασμένο και ο υπό στοιχείο 6 λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβάσεως του αριθμού 14 του αυτού ως άνω άρθρου, διότι δεν κήρυξε άκυρη την 31/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης συνεπεία της οποίας συνεχίζει να υφίσταται η στέρηση του δικαιώματος του Συνεταιρίζεσθαι, πρέπει να απορριφθούν ο μεν τελευταίος (6ος) λόγος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι η επικαλούμενη ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας οι δε λοιποί ως αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας σκέψεως. Κατά τη γνώμη, όμως, του προεδρεύοντος, το γεγονός ότι μετά την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, που δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδόθηκε, κατόπιν προσφυγής, απόφαση από το ΕΔΔΑ, με την οποία διαπιστώθηκε ότι το εθνικό δικαστήριο στη συγκεκριμένη υπόθεση παραβίασε διατάξεις της ΕΣΔΑ, μπορεί να υπαχθεί στη γενικότερη έννοια της "μεταβολής των συνθηκών", που δικαιολογεί την, κατά το άρθρο 758 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως. Όμως, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν προσάπτεται στο Εφετείο αιτίαση για παράβαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην. έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 329/20 11), Εν προκειμένω με τον υπό στοιχείο 4 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη του την, επί της με αριθμό 26698/2009 προσφυγής, απόφαση του ΕΔΔΑ, η οποία είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, ως πλημμέλεια από την άνω επικαλούμενη διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη απόφαση δεν αποτελεί πράγμα με την άνω έννοια, ενώ ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη ρητά αναφέρεται η απόφαση της ΕΔΔΑ επί της οποίας εξάλλου στηρίζεται η κατ' άρθρο 758 ένδικη αίτηση ανακλήσεως.
Με τον υπό στοιχείο 7 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, διότι με την απαγόρευση της χρήσεως της επωνυμίας του με δικαστική απόφαση από το έτος 1983 και στη συνέχεια με τη διάλυση του με δικαστική απόφαση του έτους 1986 υποχρεώθηκε να διεξαγάγει δικαστικό αγώνα, που διήρκεσε και διαρκεί περισσότερο από 25 χρόνια με αποτέλεσμα να υπάρχει παράβαση του άρθρου 6 της Σύμβασης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει κάποιον από τους οριζόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2010 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ" για αναίρεση της 477/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ξάνθης
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ