353/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated353/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 353 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 353/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σπηλιόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τριάντο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 294/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 9125/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με τον ν.2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εκδόθηκε ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς τους παρόντος νόμου νοούνται ως : α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.
ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
θ) "τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.
ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 4 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, προσφορά, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας.
γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...". Στο άρθρο 5 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2.
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών ...".Στο άρθρο 11 ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:
α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ... 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ...".
Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως ...". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν ...".
Στο άρθρο 15 ότι: "1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά ...".
Στο άρθρο 19 ότι: "1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... ζ)... η)... θ)... ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος ...". Στο άρθρο 23 ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση.
Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.
Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη ...". Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεώς τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν είναι απαραίτητη για το επιτρεπτό της επεξεργασίας, μεταξύ άλλων εξαιρέσεων, και όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή του τρίτου, προς τον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα, και υπό τον όρο ότι το συμφέρον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του.
Η ανωτέρω εξαίρεση μπορεί να συντρέχει εφόσον η επεξεργασία γίνεται για ορισμένες κατηγορίες δεδομένων και για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος ορισμένων αποδεκτών. Ειδικότερα η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων πρέπει να πραγματοποιείται με θεμιτά μέσα και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των εργαζομένων στο χώρο της εργασίας και γενικότερα στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων.
Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που θεμελιώνονται σε αυτή τη σχέση, είτε αυτές πηγάζουν από το νόμο είτε από σύμβαση.
Η επεξεργασία και η χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων διέπεται από τους κανόνες του ν. 2472/1997. Τα δεδομένα υγείας ή άλλα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων πρέπει να καταχωρίζονται χωριστά από άλλα δεδομένα, πρόσβαση δε στους ατομικούς φακέλους και γενικά στα προσωπικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορούν να έχουν μόνον οι ίδιοι, ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα ειδικά εξουσιοδοτημένα προς τούτο πρόσωπα (βλ.
Οδηγία 115/2001 της Αρχής προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα Επιθ.Εργ.Δ. 2001. 913). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν.2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.
Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ' ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης εταιρίας, στην οποία εργάστηκε ως υπάλληλος από 18-2-1966 έως 3-12-1998, αγωγή με την οποία ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αποχώρησης από την εργασία του με βάση το άρθρο 8 εδ.
α' και β' του ν. 3198/1955. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 996/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση η οποία συζητήθηκε στις 14-11-2000 και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 1995/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών), με την οποία έγινε δεκτή η έφεση εξαφανίστηκε η πιο πάνω απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή.
Ότι κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτής η αναιρεσείουσα τότε εκκαλούσα, επικαλέστηκε με τις από 14-11-2000 κατατεθείσες προτάσεις της, οι οποίες υπογράφονταν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Καραμήτσου, η οποία ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτής και μέσα στα ανατεθέντα σ' αυτήν καθήκοντα και προσκόμισε, ως αποδεικτικό μέσο που αριθμήθηκε ως σχετικό με αριθμό 2, μεταξύ άλλων ιδιωτικών εγγράφων και "αποσπάσματα του ατομικού βιβλιαρίου του αντιδίκου (ενάγοντος), από το οποίο προκύπτει η ηλικία του, τα έτη υπηρεσίας του καθώς και η ημερομηνία και η αιτία διαγραφής του από τη δύναμη του προσωπικού", το οποίο είχε τη μορφή μηχανο-γραφημένου εντύπου, εκδόθηκε στις 8-11-1999 και αποτελούνταν από έντεκα σελίδες.
Το έγγραφο αυτό περιείχε εκτός από τις υπηρεσιακές μεταβολές και τα λοιπά στοιχεία του ενάγοντος, τις απουσίες αυτού από την υπηρεσία (σελίδα 11), μεταξύ των οποίων και αυτές που οφείλονταν σε λόγους υγείας, όπως είχαν γνωστοποιηθεί σ' αυτήν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του. Ειδικότερα αναφέρονταν "α) άδεια υγείας με αποδοχές ημερομηνία έναρξης 13-7-87, ημερομηνία λήξης 2-8-87, επάνοδος εγκαίρως, διάρκεια 21 ημέρες, αιτιολογία κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, β) άδεια υγείας με αποδοχές, ημερομηνία έναρξης 21-9-89, ημερομηνία λήξης 29-10-89 με παράταση, διάρκεια 39 ημέρες, αιτιολογία υποκλινικός ζακχαρώδης διαβήτης- αγχώδης αντίδραση, γ) άδεια υγείας με αποδοχές, ημερομηνία έναρξης 30-10-89, ημερομηνία λήξης 9-11-1989, επάνοδος εγκαίρως διάρκεια 11 ημέρες, αιτιολογία νευροφυτική δυστονία με ψυχογενείς αντιδράσεις, δ) άδεια υγείας με αποδοχές ημερομηνία έναρξης 29-5-91, ημερομηνία λήξης 16-6-91, επάνοδος εγκαίρως διάρκεια 19 ημέρες αιτιολογία ίλιγγοι, ε) άδεια υγείας με αποδοχές ημερομηνία έναρξης 27-1-92, ημερομηνία λήξης 13-2-92 με παράταση, διάρκεια 18 ημέρες, αιτιολογία αγχώδης αντίδραση και στ) άδεια υγείας με αποδοχές, ημερομηνία έναρξης 14-2-92, ημερομηνία λήξης 23-2-92 επάνοδος εγκαίρως, διάρκεια 10 ημερών αιτιολογία αγχώδης αντίδραση" ... .
Ότι με την προσκομιδή και επίκληση του πιο πάνω εγγράφου ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου, η εναγομένη επεξεργάστηκε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του ενάγοντος, που αφορούσαν στοιχεία του ιατρικού ιστορικού του, τα οποία αυτή είχε αποθηκεύσει κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτού, με την έννοια της χρήσης και διάδοσης αυτών, κατά παράβαση του ν. 2472/1997, σε τρίτους και συγκεκριμένα στα μέλη της σύνθεσης του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-11-2000, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τη με αριθμό 1995/2001 απόφαση του.
Η επεξεργασία αυτή δεν ήταν αναγκαία για τις ανάγκες υπεράσπισης της υπόθεσης για την οποία χρησιμοποιήθηκε αυτή και συγκεκριμένα για τη διαπίστωση από το δικαστήριο αυτό της υποχρέωσης ή μη της εναγομένης για την καταβολή της αιτηθείσας από τον ενάγοντα αποζημίωσης η οποία συναγόταν πλήρως από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η ως άνω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα δεν είναι νόμιμη και είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ο πρώτος ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση ... το ύψος της οποίας ενόψει του είδους και της έντασης της προσβολής, της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.
Ακολούθως, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως που αφορούσαν την υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο λόγω της ως άνω παράνομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού, δέχτηκε δε τον σχετικό λόγο αυτής που αφορούσε το ύψος της επιδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε σ' αυτόν το πιο πάνω ποσό των 8.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικό και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 19/1998, 17/1995).
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση αυτού που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Ολ.ΑΠ 8/2001, 1/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αυτής, ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένταση της περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον αναιρεσίβλητο της ένδικης αγωγής, "αφενός μεν γιατί είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που έλαβε δήθεν γνώση της τάχα παρανομίας της, αφετέρου δε διότι ουδέποτε αυτός διαμαρτυρήθηκε με οιονδήποτε τρόπο σε συνδυασμό με το ότι ουδένα περιστατικό συνέτρεξε ή απέδειξε ο αντίδικος ότι συνέβη από το οποίο να μπορεί να προκύψει εμπάθεια της Τράπεζας προς το πρόσωπο του Εφεσιβλήτου".
Η λόγος αυτός της έφεσης ορθώς απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε η πιο πάνω ένσταση απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει πέραν της αδράνειας του αναιρεσιβλήτου προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προηγούμενης συμπεριφοράς του, ενόψει των οποίων η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 Ακ, καθώς και επειδή δεν διατυπώνει ταυτόχρονα και αίτημα απορρίψεως της αγωγής γι' αυτήν ακριβώς την αιτία (λόγω κατάχρησης).
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 14 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την πιο πάνω ένσταση ως αόριστη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2007 αίτηση της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Της ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9125/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ