353/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7561/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή της και τους από 20 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated353/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Full text
Απόφαση 353 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 353/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. χας Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Σκλαβούνο.
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Σ. του Φ.. Εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ευπραξία Παπαευθυμίου, η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 17-11-2004, σύμφωνα με την …2/Γ/2004 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου … και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του: α. Ε. χα Λ. Σ., το γένος Χ. Κ., β. Α. Σ. του Λ., γ. Χ. - Σ. Σ. του Λ. και 4. Φ. Σ. του Λ., κάτοικοι ..., τις οποίες εκπροσώπησε η ως άνω δικηγόρος δια πληρεξουσίου εγγράφου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7561/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή της και τους από 20 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και την από 14 Ιανουαρίου 2006 συμπληρωματική έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των προσθέτων λόγων ως απαράδεκτων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ) συνάγεται, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, οπότε εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό …8/2004 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου Δήμου … στις 27.11.2004 απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Λ. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από σύζυγο και τρεις θυγατέρες του. Επομένως οι τελευταίες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (17,10, 1813, 1820 και 1846 Α.Κ.), όπως δεν αμφισβητείται και από την αναιρεσείουσα, (βλ. Και το υπ' αριθμόν 2621/24.1.2006 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω του θανάτου εκείνου βιαία διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό, απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
ΙΙ. Επειδή κατά την παρ. 2 του άρθρου 569 του ΚΠολΔ η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ως ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής από αυτήν ή ματαιώσεως ανεξάρτητα από το ποιος επιμελήθηκε για τον προσδιορισμό της αρχικής ημέρας συζητήσεως (Ολ. Α.Π. 654/1984, 143/1984, 123/1972). Οι πρόσθετοι εν προκειμένω από 20.12.2005 λόγοι όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς υπ' αριθμόν 267/2005 πράξη καταθέσεως, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2005, όπως τούτο προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναιρέσεως από 16.12.2003 πράξη αυτού.
Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Συνεπώς δεν είναι πράγματα υπό την άνω έννοια οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στη ορθή ερμηνεία του νόμου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και του απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε προταθέντα με λόγο εφέσεώς της ισχυρισμό περί ακυρότητας της γενομένης με τις προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεων. Όμως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η γενομένη κατά τον ως άνω τρόπο εγκύρως καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως επέφερε τη λύση της (μισθώσεως). Επομένως ο διαληφθείς λόγος είναι αβάσιμος.
IV. Για να είναι ορισμένος προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο..." πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) τα περιεχόμενο της αποφάσεως από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου και δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε επίκληση του δεδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 10/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και την 1585/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς την μη ύπαρξη ευθύνης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) περί τυχόν ελαττωμάτων του επιδίκου μισθίου, την μη ύπαρξη δόλου περί αποσιωπήσεώς τους, ως και καταχρηστικής απαιτήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων. Όμως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, προεχόντως γιατί δεν αναφέρεται, ότι ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο.
V. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: 1)ο φερόμενος ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση η ανιαρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως διατείνεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 168, 226, 585, 587 ΑΚ και 662 ΚΠολΔ και κατέληξε να δεχθεί ότι εγκύρως έγινε η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως. Όμως ο παραπάνω μνημονευόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της (προσβαλλομένης αποφάσεως).
VI. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο ύστερα από ορθή ανάγνωση του εγγράφου προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος, διότι στην περίπτωση αυτή η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ γιατί δέχθηκε ότι στο από 1.1.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως περιλαμβάνεται και ο όρος της λήψεως οικοδομικής αδείας για την εγκατάσταση στο μίσθιο λυομένου κτίσματος απαραιτήτου για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητος του εναγομένου μισθωτή. Επομένως ο διαληφθείς αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος γιατί δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το διαγνωστικό λάθος στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.09.03 αίτηση της Δ. Κ. για αναίρεση της 7561/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως και τους από 20.12.2005 πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ