352/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated352/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρα δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του οποίου ορίζεται: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 352 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράικου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ζ. (Z.) Ρ. (R.) του G. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ευσταθoπούλου, που διορίστηκε συνήγορος υπεράσπισής του με την υπ' αριθμ. 979/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 558/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Λ. του Γ. , κάτοικο ... , η οποία δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 6-11-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-11-2025 αίτηση αναίρεσης του (επ) Z. (ον) R. του G. , κατά της υπ' αριθμ. 558/2-10-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις 23-10-2025, όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως - με την οποίαν αυτός (αναιρεσείων) καταδικάσθηκε για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 370 Ε, παρ. 1, 2 ΠΚ κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000,00 €) - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 6-11-2025, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 979/2025 απόφαση του Πρωτοδίκη Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1α' του Ν. 3226/2004 (ΦΕΚ Α' 24/4.2.2004) "Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις") - στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ.
α' ΚΠΔ. Επί πλέον η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι η Λ. Π. του Γ. , η οποία παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του προαναφερθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν εμφανίσθηκε, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από το 23-12-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Π.
Π. , που υπηρετεί στο ΑΤ … , αλλά και από το 19-12-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Ι. Π. , ο οποίος υπηρετεί στο ΑΤ … , που αφορούν αντιστοίχως την ως άνω υποστηρίζουσα την κατηγορία και τον νομίμως ορισθέντα εκ μέρους της ως αντίκλητο, Δικηγόρο Δημήτριο Δουρόπουλο, η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 59 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11-6-2019), "1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται, όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη συναφή δίκη, η οποία πρέπει να εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, όχι δε της προδικασίας. Τέτοιο ζήτημα είναι εκείνο, το οποίο πρέπει προηγουμένως να αντιμετωπιστεί και να λυθεί από το δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατόν ακολούθως να εκδοθεί απόφαση για την κατηγορία (ΑΠ ΑΠ 1504/2023, ΑΠ 236/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις για την αναστολή της ποινικής δίωξης στις περιπτώσεις που την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, επέρχεται ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, θεμελιώνει δηλαδή λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ (ΑΠ 1504/2023, ΑΠ 987/2020). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη δυνητική αναστολή ή αναβολή της δίκης και συνεπώς, η παραβίαση των τελευταίων διατάξεων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (ΑΠ 1504/2023, ΑΠ 236/2021, ΑΠ 1277/2019).
Με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε παρανόμως το υποβληθέν για λογαριασμό του από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, που τον εκπροσώπησε νομίμως στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αίτημα "αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, διότι εκκρεμεί υπόθεση σε στάδιο ανάκρισης για απόπειρα πορνογραφίας κατά του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, η έκβαση της οποίας θα έχει ουσιώδη επίδραση στην δίκη", όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) και ισχυριζόμενος ότι εκ του λόγου αυτού προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, σχετική απορρέουσα πλημμέλεια.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι μετά την υποβολή αιτήματος εκ μέρους του πληρεξουσίου Δικηγόρου του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ κατά τα προαναφερθέντα, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε το υποβληθέν αυτό αίτημα, διαλαμβάνοντας τα εξής :
"Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου υπέβαλε αίτημα για αναβολή της παρούσας δίκης, ισχυριζόμενος ότι εκκρεμεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων άλλη ποινική υπόθεση για απόπειρα πορνογραφίας ανηλίκου, η οποία βρίσκεται κατά τον παρόντα χρόνο στο στάδιο διενέργειας κύριας ανάκρισης, το οποίο αίτημα είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 59 του ΚΠΔ, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι ο συνήγορος υπεράσπισης δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η έκβαση της υπό κρίση υπόθεσης εξαρτάται από την έκβαση της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας ανάκρισης, παρά μόνο εντελώς αόριστα και χωρίς την προσαγωγή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου επικαλείται τον εν λόγω ισχυρισμό.
Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το παραπάνω αίτημα υποβάλλεται εκ μέρους του κατηγορουμένου για παρέλκυση και μόνο της δίκης, με άμεσο κίνδυνο την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως που τον βαρύνει, λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι η πράξη που αποδίδεται φέρεται ότι τελέστηκε στις 30-06-2018, δηλαδή έχει παρέλθει ήδη ολόκληρος ο βασικός χρόνος της πενταετούς παραγραφής της και περισσότερο από το μισό χρόνο της τριετούς αναστολής της παραγραφής της.
Ειδικότερα διανύεται ήδη ο έβδομος χρόνος από την τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης. Με βάση τα προαναφερόμενα, λαμβανομένου δε υπόψη και του γεγονότος ότι σε περίπτωση αναβολής της παρούσας δίκης για τον προαναφερόμενο λόγο, υφίσταται άμεσος κίνδυνος εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, λόγω παραγραφής της, το αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως, για τον ως άνω λόγο που επικαλείται ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης".
Εν όψει των προαναφερθέντων και εφ' όσον η σχετική υπόθεση για την οποία ζητήθηκε η αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, δεν αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα, το οποίο εάν δεν λυνόταν, δεν θα ήταν δυνατόν να σχηματισθεί δικαστική κρίση και να εκδοθεί από το δικάσαν Δικαστήριο απόφαση επί της ως άνω κατηγορίας για την εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος παράβαση του άρθρου 370 Ε παρ. 1, 2 ΠΚ κατ' εξακολούθηση, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα στην διαδικασία και ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς αυτός να προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτονται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της κλήσης προς εμφάνιση στο δικαστήριο ή της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προβάλει κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή και την εναντίωσή του για την πρόοδο της δίκης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ακυρότητα καλύπτεται, η κλήση θεωρείται έγκυρη και, από την επίδοσή της ή από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνον όμως με σχετικό λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην δευτεροβάθμια (εφετειακή) δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 468 παρ. 2 και 502 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης. Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της κλήσης προς εμφάνιση στο δικαστήριο ή της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο, που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με ορισμένο λόγο έφεσης, πλην όμως, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε παραδεκτώς στο ακροατήριο του εφετείου, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος. Τα ίδια ισχύουν και για τον μη εμφανισθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη κατηγορούμενο, ο οποίος πρέπει να υποβάλει ειδικό λόγο έφεσης, που να είναι ορισμένος και να προβάλει την σχετική ένσταση στο ακροατήριο του εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 1084/2022).
Στην κρινομένη υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 2154/3-12-2024 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος σημειωτέον δικάσθηκε ωσεί παρών, άσκησε (διά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου) την υπ' αριθμ. ...2024 έφεση, στο κείμενο της οποίας συμπεριλαμβάνονται - μεταξύ των άλλων - επί λέξει και τα εξής: "Σήμερα την 5η Δεκεμβρίου 2024...ενώπιον...του Γραμματέως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής...εμφανίσθηκε ο Δικηγόρος ΔΣ Ροδόπης...σύμφωνα με την από 04-12-2024 εξουσιοδότηση, ως πληρεξούσιος του Z.
R. του G....και ζήτησε να συνταχθεί η έκθεση αυτή δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση, απευθυνόμενη προς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης κατά της αποφάσεως υπ' αριθμ. 2154/03-12-2024 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών και χρηματική ποινή 1.0000 €...ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία, για όσους λόγους θα εκθέσει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης και επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεων, τις οποίες δεν εκτέλεσε".
Ακολούθως, κατά την εκδίκαση της ως άνω ασκηθείσας για λογαριασμό του ήδη αναιρεσείοντος, έφεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης), ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος υπέβαλε την ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν (κατηγορούμενο) σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί "δεν γίνεται σε αυτό ορθή μνεία της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης και της διάταξης του άρθρου που την προβλέπει, όπως απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 321 ΚΠΔ", όπως επί λέξει αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε την ως άνω υποβληθείσα ένσταση, διαλαμβάνοντας τα εξής :
"Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθ. 2154/03.12.2024 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου αυτού δικαστηρίου και δικάσθηκε ερήμην. Κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης άσκησε την υπ' αριθμ. ...2024 έφεσή του, στην οποία όμως δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Εφόσον όμως η ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με τη μη προβολή της στην έκθεση έφεσης με ειδικό λόγο έφεσης, είναι απαράδεκτη η προβολή της το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την ως άνω υποβληθείσα ένσταση για την ακυρότητα του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρα δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του οποίου ορίζεται: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 193/2026, ΑΠ 567/2025) ή εκείνος ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Επίσης, επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 193/2026, ΑΠ 567/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 370 Ε ΠΚ, "1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή. 2.
Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1...". Κατά την αιτιολογική έκθεση με το ως άνω άρθρο τιµωρείται όποιος αθέµιτα, µε τη χρήση τεχνικών µέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα µη δηµόσιες διαβιβάσεις δεδοµένων ή ηλεκτροµαγνητικές εκποµπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήµατος ή παρεµβαίνει σε αυτές µε σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόµενό τους.
Μετά την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 11 του Ν. 5002/2022 (ΦΕΚ A' 228/9.12.2022", αυτό διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. 2.
Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1..." και κατά την σχετική αιτιολογική έκθεση με την ρύθμιση αυτή αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο ποινής του άρθρου 370 Ε ΠΚ για την παραβίαση μη δημόσιων διαβιβάσεων δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, με αποτέλεσμα το εν λόγω αδίκημα να τρέπεται από πλημμέλημα σε κακούργημα.
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 370 Ε, παρ. 1, 2 ΠΚ, που ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2019 μέχρι και πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 11 του Ν. 5002/2022, περιέχουν ευνοϊκότερες ως προς την προβλεπόμενη ποινή, ρυθμίσεις και ως εκ τούτου τυγχάνουν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, καθόσον με αυτές προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης τρία (3) έως πέντε (5) έτη, αντί της ποινής καθείρξεως μέχρι δέκα (10) ετών.
Με τις παραπάνω διατάξεις καλύπτεται το κενό της ποινικής προστασίας του ηλεκτρονικού απορρήτου και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και συμπληρώνεται η συνταγματική προστασία της ελεύθερης και απόρρητης επικοινωνίας, αδιάφορα από το μέσο που χρησιμοποιείται, αν δηλαδή η επικοινωνία γίνεται γραπτά, τηλεφωνικά, προφορικά ή με ηλεκτρονικό τρόπο (άρθρο 19 του Συντάγματος), ενώ στο ρυθμιστικό πεδίο τους υπάγεται κάθε είδους ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω διαδικτύου (internet), η δορυφορική επικοινωνία, η επικοινωνία μέσω μισθωμένων κυκλωμάτων, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και οι τηλεδιασκέψεις.
Από τις διατάξεις αυτές, στις οποίες τυποποιούνται δύο αξιόποινες πράξεις (της παρ. 1 και της παρ. 2), προκύπτει ότι η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται στην υποκλοπή με τεχνικά μέσα ψηφιακών δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών κατά το χρόνο κατά τον οποίο αυτά διαβιβάζονται από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος, η οποία (υποκλοπή) τελείται είτε με την παρακολούθηση μη δημοσίων διαβιβάσεων δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, είτε με την αποτύπωση των εν λόγω δεδομένων ή εκπομπών σε υλικό φορέα, είτε με την παρέμβαση στις παραπάνω διαβιβάσεις.
Το έγκλημα είναι υπαλλακτικώς μικτό και συνεπώς, αν ο δράστης χρησιμοποιήσει ταυτόχρονα ή διαδοχικά και τους τρεις τρόπους τέλεσης του εγκλήματος, τελεί μόνον ένα έγκλημα. "Αποτύπωση" είναι η αναπαραγωγή ενός μόνιμου αντιγράφου των πρωτότυπων δεδομένων ή εκπομπών που διαβιβάζονται στο πληροφοριακό σύστημα, ενώ "παρέμβαση" είναι η απλή διείσδυση στα διαβιβαζόμενα εντός πληροφοριακού συστήματος δεδομένα ή στις ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές, χωρίς να απαιτείται ούτε o δράστης να παρακολούθησε στη συνέχεια το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και έτσι να το πληροφορήθηκε, ούτε να το αποτύπωσε σε υλικό φορέα.
Αρκεί και απαιτείται να είχε κατά το χρόνο της παρέμβασης σκοπό να πληροφορηθεί αυτός ή άλλος το περιεχόμενο των δεδομένων ή εκπομπών και ασφαλώς να γνώριζε ότι παρεμβαίνει σε ξένο πληροφοριακό σύστημα. Τα δεδομένα ή οι ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές που υποκλέπτει ο δράστης πρέπει να διαβιβάζονται με μη δημόσιο τρόπο, ενώ ο κάτοχος των δεδομένων που τα διαβιβάζει μέσω πληροφοριακού συστήματος, επιθυμεί να τα γνωστοποιήσει σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους αποδέκτες, οι οποίοι και μόνο κατά τη βούλησή του μπορούν να λάβουν γνώση και δεν εξετάζεται η φύση του περιεχομένου τους.
Αθέμιτη είναι η παρακολούθηση ή αποτύπωση μη δημόσιων διαβιβάσεων δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, όταν γίνεται χωρίς σχετικό δικαίωμα του δράστη ή χωρίς τη συναίνεση του διαβιβάζοντος τα δεδομένα ή τις ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές. Με την παρ. 2 της διάταξης αυτής, τιμωρείται η χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Στη διάταξη αυτή εμπίπτει και η αναπαραγωγή του περιεχομένου του υλικού φορέα επί του οποίου αποτυπώθηκαν οι πληροφορίες, η μεταβίβαση του υλικού φορέα σε τρίτο και ανάλογες συμπεριφορές. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται δόλος του δράστη, αρκεί και ενδεχόμενος, που να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 346/2024, ΑΠ 853/2024, ΑΠ 27/2023). Η εξειδίκευση του χρόνου τέλεσης της πράξης δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, όπως π.χ. λόγω παραγραφής, η οποία αρχίζει από την ημέρα τέλεσης της πράξης (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 1176/2016).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 εδ. α' ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπεράσπισής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.
Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).
Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (και κυρίως ευμενέστερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).
Αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία και η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον βεβαίως προβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, είναι επίσης και αυτός της κατάστασης ανάγκης που αίρει το άδικο (άρθρα 25 παρ. 1 ΠΚ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπόφευκτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε".
Ο ποινικός κώδικας ακολουθεί την αρχή της στάθμισης των εννόμων αγαθών ή του υπερέχοντος συμφέροντος και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποκλείεται το άδικο της πράξης. Συντρέχει λοιπόν κατάσταση ανάγκης όταν υπάρχει κίνδυνος βλάβης ενός εννόμου αγαθού, προσώπου ή της περιουσίας, τον οποίο κίνδυνο ο δικαιούχος μόνο με την προσβολή, βλάβη ή διακινδύνευση ξένου αγαθού, σημαντικά κατώτερου κατά το είδος και τη σπουδαιότητα, μπορεί να αποφύγει.
Προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης αποτελούν: α) Παρών κίνδυνος και τέτοιος είναι ο αντικειμενικά υπαρκτός που άρχισε ή επίκειται αμέσως. β) Κίνδυνος άλλως αναπότρεπτος, ήτοι κίνδυνος ο οποίος υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορεί να αποτραπεί από τον απειλούμενο με άλλο τρόπο αλλά μόνο με την προσβολή του αλλότριου έννομου αγαθού.
γ) Κίνδυνος στρεφόμενος κατά του προσώπου και της περιουσίας του. δ) Αναίτια κατάσταση ανάγκης. ε) Να μην υπάρχει καθήκον έκθεσης στον κίνδυνο. στ) Σκοπός αποτροπής του κινδύνου. ζ) Η βλάβη στο αλλότριο έννομο αγαθό να είναι σημαντικά κατώτερη κατ' είδος και σπουδαιότητα από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε, ενώ ομοίου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 25 του νΠΚ (ΑΠ 926/2025, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1329/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την ανωμοτί εξέταση της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, η οποία περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, το σύνολο των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη την συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, στην Κομοτηνή, κατά το χρονικό διάστημα από 30.06.2018 έως 09.09.2018, με αθέμιτο τρόπο απέκτησε πρόσβαση σε ηλεκτρονικά μηνύματα και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία της εν διαστάσει συζύγου του Λ. Π. του Γ. , από τους διαδικτυακούς λογαριασμούς της: α) "...", β) "..." και γ) "...". Εν συνεχεία, την 12.09.2018, στην Αθήνα, όταν εκδικαζόταν αστική υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 12.09.2018 με σημείωμά του προσκόμισε αντίγραφα των ηλεκτρονικών δεδομένων που απέκτησε κατά τον προδιαλαμβανόμενο παράνομο τρόπο και δη, αντίγραφα από εκτύπωση οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία απεικονίζουν συνομιλίες μέσω μηνυμάτων μεταξύ της εγκαλούσας Λ.
Π. και αγνώστων προσώπων με άσεμνο και απειλητικό περιεχόμενο και προέρχονται από αθέμιτη πρόσβαση και αποτύπωση περιεχομένου των διαδικτυακών λογαριασμών της εγκαλούσας: α) "...", β) "..." και γ) "...". Επιπλέον στην Κομοτηνή την 02.04.2019, κατά την εκδίκασης ποινικής δίκης, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής την 02.04.2019, στην οποία ο ίδιος ήταν κατηγορούμενος, προσκόμισε αντίγραφα των ηλεκτρονικών δεδομένων, ήτοι αντίγραφα από εκτύπωση οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία απεικονίζουν συνομιλίες μέσω μηνυμάτων μεταξύ της εν διαστάσει συζύγου του Λ.
Π. και αγνώστων προσώπων με άσεμνο και απειλητικό περιεχόμενο, και προέρχονται από την αθέμιτη πρόσβαση του κατηγορούμενου σε ηλεκτρονικά μηνύματα και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία της Λ. Π. από τους διαδικτυακούς λογαριασμούς της: α] ... , β] ... και γ] ... και την αποτύπωση του περιεχομένου τους. Ο κατηγορούμενος στις εν λόγω άδικες πράξεις του προέβη από πρόθεση, λόγω της εμπαθείας του προς το πρόσωπο της πρώην συζύγου του - υποστηρίζουσας την κατηγορία, με την οποία διατηρεί μακροχρόνιες αντιδικίες και όχι υποκινούμενος από λόγους προστασίας του τότε ανηλίκου τέκνου του, απορριπτομένου του εκ του άρθρου 25 ΠΚ ισχυρισμού του.
Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, την οποία τέλεσε κατ' εξακολούθηση".
Ακολούθως το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον ως άνω εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό του, τα εξής :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 370 Ε παρ. 1-2 κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε τα χρονικά διαστήματα από 30.06.2018 έως 09.09.2018 και την 02.04.2019 και ειδικότερα του ότι: Α) Στην Κομοτηνή, από 30.06.2018 έως 09.09.2018, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: με πρόθεση απέκτησε παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών και δεδομένα και αποτύπωσε σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος και παρενέβη σε αυτές με σκοπό ο ίδιος και άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους.
Συγκεκριμένα, με αθέμιτο τρόπο απέκτησε πρόσβαση σε ηλεκτρονικά μηνύματα και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία της εν διαστάσει συζύγου του Λ. Π. του Γ. από τους διαδικτυακούς λογαριασμούς της: α) "...", β) "..." και γ) "...". Εν συνεχεία, την 12.09.2018, στην Αθήνα, έκανε χρήση των πληροφοριών ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που περιγράφεται ανωτέρω και πλέον συγκεκριμένα, κατά την εκδίκαση αστικής δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 12.09.2018 με σημείωμά του προσκόμισε αντίγραφα των ηλεκτρονικών δεδομένων που απέκτησε κατά τον προδιαλαμβανόμενο παράνομο τρόπο και δη αντίγραφα από εκτύπωση οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία απεικονίζουν συνομιλίες μέσω μηνυμάτων μεταξύ της εγκαλούσας Λ.
Π. και αγνώστων προσώπων με άσεμνο και απειλητικό περιεχόμενο και προέρχονται από αθέμιτη πρόσβαση και αποτύπωση περιεχομένου των διαδικτυακών λογαριασμών της εγκαλούσας: α) "...", β) "..." και γ) "...".
Β. Στην Κομοτηνή την 02.04.2019, έκανε χρήση των πληροφοριών ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτές έχουν αποτυπωθεί, τις οποίες απέκτησε με παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών και δεδομένα και αποτύπωσε σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος και παρενέβη σε αυτές με σκοπό ο ίδιος και άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κατά την εκδίκαση ποινικής δίκης, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής την 02.04.2019, στην οποία ο ίδιος ήταν κατηγορούμενος, προσκόμισε αντίγραφα των ηλεκτρονικών δεδομένων, ήτοι αντίγραφα από εκτύπωση οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία απεικονίζουν συνομιλίες μέσω μηνυμάτων μεταξύ της εν διαστάσει συζύγου του Λ. Π. και αγνώστων προσώπων με άσεμνο και απειλητικό περιεχόμενο, και προέρχονται από την αθέμιτη πρόσβαση του κατηγορούμενου σε ηλεκτρονικά μηνύματα και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία της Λ. Π. από τους διαδικτυακούς λογαριασμούς της: α] ... , β] ... και γ] ... και την αποτύπωση του περιεχομένου τους".
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 370 Ε ΠΚ και προσάπτει σ' αυτήν, την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, ενώ με τον πέμπτο λόγο - επίσης κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - που συνεξετάζεται με τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο του πρώτου σκέλους του ως άνω τρίτου αναιρετικού λόγου, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω άρθρου 370Ε ΠΚ.
Επί πλέον, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, που επίσης συνεξετάζεται με τους αμέσως προηγουμένως αναφερθέντες δύο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος για λογαριασμό του, από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, αυτοτελή ισχυρισμό για την ύπαρξη κατάστασης ανάγκης που αίρει το άδικο της ως άνω αξιόποινης συμπεριφοράς του (κατ' άρθρο 25 ΠΚ) και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή της παραβίασης του άρθρου 370 Ε παρ. 1, 2 ΠΚ, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού εκτίθενται σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση), με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης συμπεριφοράς του, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ως άνω άρθρου 370 Ε παρ. 1, 2 ΠΚ (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση με το άρθρο 11 του Ν. 5002/2022), που σημειωτέον, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παραβίασε.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται: 1) Η από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κατ' εξακολούθηση παράνομη πρόσβαση στα ηλεκτρονικά μηνύματα και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία της (εν διαστάσει συζύγου του) Λ. Π. του Γ. , στους προαναφερθέντες διαδικτυακούς λογαριασμούς της , 2) εκτίθεται η αποτύπωση και η χρήση των πληροφοριών του υλικού φορέα με την προσκομιδή αντιγράφων των ηλεκτρονικών δεδομένων της υποστηρίζουσας την κατηγορία, στα παραπάνω αναφερόμενα δικαστήρια όπου εκδικάζονταν οι παραπάνω αναφερόμενες υποθέσεις μεταξύ του αναιρεσείοντος και της υποστηρίζουσας την σχετική εις βάρος του κατηγορία , 3) ότι η αποτύπωση και η χρήση των εν λόγω πληροφοριών έγινε χωρίς τη συναίνεση της παραπάνω παθούσας υποστηρίζουσας την κατηγορία , 4) ότι τα δεδομένα αυτά δεν απευθύνονταν σε αόριστο αριθμό προσώπων, ενώ η κάτοχός τους (και υποστηρίζουσα την κατηγορία) επιθυμούσε να τα γνωστοποιήσει σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους αποδέκτες, οι οποίοι και μόνο κατά τη βούλησή της μπορούσαν να λάβουν γνώση.
Εξάλλου, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του αναιρεσείοντος, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης.
Ακόμη, το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα ειδικά μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, την ανωμοτί εξέταση της παριστάμενης προς υποστήριξη της σχετικής κατηγορίας και όλα τα έγγραφα, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της (προσβαλλόμενης απόφασης), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να αναφέρει από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, όπως αβασίμως υποστηρίζει o αναιρεσείων κατηγορούμενος.
Ειδικότερα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η περιλαμβανόμενη στο πρώτο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, ειδικότερη αιτίαση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέγνωσε "σωρεία αποδεικτικών εγγράφων και δεν έλαβε υπόψη του την από 02.10.2025 υπεύθυνη δήλωση της Ε.
Ζ.", διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 215/2024, ΑΠ 339/2023).
Οι διαλαμβανόμενες εξάλλου στον ίδιο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για διαφορετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, αφού με το πρόσχημα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται με αυτές ανεπιτρέπτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επί πλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος για λογαριασμό του ήδη αναιρεσείοντος αυτοτελούς ισχυρισμού για την συνδρομή κατάστασης ανάγκης που απέκλειε το άδικο (κατ' άρθρο 25 ΠΚ), δεχόμενο ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραβίασε τις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις εξ αιτίας της αντιπαθείας του προς την υποστηρίζουσα την εις βάρος του κατηγορία πρώην σύζυγό του και όχι υποκινούμενος από λόγους προστασίας του ανηλίκου τέκνου του. Επομένως, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα προαναφερθέντες τρεις αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ που τιτλοφορείται "Δικαστική επιμέτρηση της ποινής", "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.
Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3.
Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.
Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.
Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.
Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε", [όπως η λέξη "του εγκλήματος" στην παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την λέξη "της πράξης" και η λέξη "αυτή" στην περ.
α' προστέθηκε μετά από τις λέξεις "τη βλάβη που" και το άρθρο 79 διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 3 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021 και η παρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 12 περ.1 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019)] (βλ. σχετ. ΑΠ 312/2025, ΑΠ 131/2023). Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι για την επιμέτρηση της ως άνω ποινής που επιβλήθηκε σ' αυτόν, δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επί πλέον, ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες σχετικές πλημμέλειες.
Για το προαναφερθέν θέμα από τα αυτά ως άνω πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, περιέλαβε τα εξής :
"Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή, που αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των πράξεων αυτών για τον ίδιο, και αφού λήφθηκαν ιδίως υπόψη μεταξύ των άλλων, όσον αφορά την βαρύτητα του εγκλήματος , α) η βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα και τον κίνδυνο που προκάλεσαν στην παθούσα , β) η φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, ενώ ως προς την εκτίμηση περί του βαθμού της ενοχής του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη α) το βαθμό του δόλου του , γ) τα αίτια που τον οδήγησαν στην τέλεση του εγκλήματος, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτήν, ενώ δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία άλλα στοιχεία για την εκτίμηση του βαθμού της ενοχής του, ούτε όμως και στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και εις βάρος του, προκειμένου να σταθμιστούν, κατ' άρθ. 79 παρ. 1, 4 και 5 ΠΚ.
Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να του επιβληθεί η αναφερόμενη στο διατακτικό ποινή". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την επιμέτρηση της ως άνω επιβληθείσας στον ήδη αναιρεσείοντα ποινής, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται κατά τα ως άνω όλα τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιβολή αυτής και επί πλέον, απέδωσε στην διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, την έννοια που πραγματικά έχει, χωρίς να την παρερμηνεύσει, ενώ υπήγαγε ορθά και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ανωτέρω εφαρμοσθείσα διάταξη, χωρίς να την παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, εκτιμήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα, η βαρύτητα της ως άνω επιδειχθείσας εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος αξιόποινης συμπεριφοράς του, ο δόλος του και η προσωπικότητά του, αλλά και το ότι δεν αναγνωρίσθηκαν σ' αυτόν ελαφρυντικές περιστάσεις, εκτιμώντας παράλληλα τις συνέπειες της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και αφού ελήφθησαν υπόψη οι περιστάσεις χρόνου, τόπου, τρόπου, μέσων που συνόδευσαν την εκτέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης του, σε συνδυασμό με την όλη επιδειχθείσα στάση και την διαγωγή του κατά την διάρκεια αλλά και μετά από αυτήν, καθώς επίσης και τα αίτια που τον οδήγησαν στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης.
Κατά συνέπειαν, οι προαναφερθέντες από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες κατά την επιμέτρηση στην επιβληθείσα στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ως άνω ποινής, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 6-11-2025 αίτηση αναίρεσης του (επ) Z. (ον) R. του G. , κατά της υπ' αριθμ. 558/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-11-2025 αίτηση του (επ) Z. (ον) R. του G. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 558/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ