Legislator Case Law & Legislation
352/2025 AI generated

352/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 352/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

352/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 16 παρ. 3 του ν. 2331/1995 και 2 παρ. 2 του ν. 2298/1995 στις συνεδριάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο Εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλει έως την έναρξη της δικασίμου έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 352 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 352/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Μ. και 2) L. (Λ.) A. K. A. B. (Α. Χ. Α. Μ.), συζ. Ε. Α., κατοίκων Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκούβα σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 360/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... και 2) ...), που εδρεύει στα Καμίνια Πειραιώς και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος δεν παραστάθηκε, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Οικονομοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2020 αίτηση του ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεών της πρόσθετη παρέμβαση της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2088/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 707/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει, ότι αναίρεση συγχωρείται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 ή 560 του ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντίστοιχα, απόφασης.

Συνεπώς, εάν η, κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτή πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης (ΑΠ 1853/2024, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 747/2014, ΑΠ 456/2013), εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης αυτής (ΑΠ 1853/2024, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 617/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει το τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 1853/2024, ΑΠ 523/2023, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 539/2014).

Επομένως, η ένδικη, από 17-2-2023, αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων: α] της 707/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και με την οποία η από 17-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9191/623/2021), έφεση των εκκαλούντων - καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης με αριθ. 2088/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και β] της ως άνω 2088/2021 (ήδη τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία (αναίρεση) κατατέθηκε στις οικείες Γραμματείες αμφότερων των ως άνω Δικαστηρίων, κατ` άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...2023 και αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023), αντίστοιχα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 21-2-2023 εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την έκδοσή τους (των προσβαλλόμενων αποφάσεων) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 16 παρ. 3 του ν. 2331/1995 και 2 παρ. 2 του ν. 2298/1995 στις συνεδριάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο Εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλει έως την έναρξη της δικασίμου έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αντίγραφο της αίτησης που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με τη σημείωση για το προσδιορισμό δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του Δικαστηρίου, εκτός άλλων και στην περίπτωση, που ο Εισαγγελέας εμφανίζεται ως διάδικος ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο.

Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 573 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, τους Εισαγγελείς όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, τους εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε σε υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, με διάδικο τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όπως εκείνη του άρθρου 1532 του ΑΚ, όπου το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, αν αντίγραφο της αναίρεσης δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 159 αριθ. 2 και 576 παρ. 2 εδ.

β` και παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 329/2024, ΑΠ 180/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση-αναιρεσείοντες, με αριθ. ...2023 και ...2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τη σχετική πράξη προσδιορισμού για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-1-2025) και της κλήσης προς συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα:

α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο ... και β) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος, κατ` άρθρο 573 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκπροσωπεί στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου τους εισαγγελείς, όταν αυτοί έχουν την ιδιότητα του διαδίκου. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε παραστάθηκαν στην ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Μετά τα παραπάνω, πρέπει η αναίρεση να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της, υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο ... (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), με την, από 6-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2021), αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (η οποία κοινοποιήθηκε και στην ...), ζήτησε την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων δίδυμων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 29-5-2014, από τους γονείς τους δηλ.

τους πρώτο και δεύτερη των καθών η αίτηση-ήδη αναιρεσειόντων, με την επίκληση ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου των ως άνω τέκνων τους και, επιπλέον, ζήτησε να ανατεθεί αυτή (άσκηση της γονικής μέριμνας) στο ίδρυμα με την επωνυμία "...", το οποίο τα φιλοξενεί.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, άσκησε (προφορικά και με τις έγγραφες προτάσεις του) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ..., το προαναφερόμενο ίδρυμα. Επί της ανωτέρω αίτησης, που συνεκδικάσθηκε μαζί με την εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκε η με αριθ. 2088/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), που δέχθηκε την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση.

Κατά της ως άνω απόφασης οι καθών η αίτηση-γονείς των ανήλικων τέκνων, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, την, από 17-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9191/623/2021), έφεση, η οποία, με την με αριθ. 707/2022 απόφαση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθόσον η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είναι ανέκκλητη, αφού κατ` αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.

α` του ν. 2447/1996, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω. Κατά των ως άνω αποφάσεων, οι καθών, όπως προαναφέρθηκε, άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή και ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1853/2024, ΑΠ 1337/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 96/2021, ΑΠ 664/2018, 1290/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη ταυ άρθρου 121 του ΕισΝΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 3089/2002: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 42, 46, 79, 105 111, 1350 παράγραφος 2, 1352 εδ.

β, 1368,1407, 1441, 1457, 1458, 1522, 1525, 1526, 1532, 1533, 1660 έως 1663, 1667, 1865, 1860, 1868, 1908, 1913, 1917 παράγραφος 2, 1919, 1920, 1956, 1965, 2021, 2024, 2027, 2028, 2031 του Αστικού Κώδικα, καθώς και σε κάθε δίκη που αφορά την υιοθεσία, την επιτροπεία, τη δικαστική συμπαράσταση ή την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ. α' του ν. 2447/1996: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 1515, 1517, 1521, 1522, 1525, 1526, 1532 παρ. 1, 1594 παρ. 2, 1613, 1616, 1622, 1623, 1624, 1625 και 1630 του Αστικού Κώδικα δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης". Έτσι, η τελευταία αυτή διάταξη καθιστά ανέκκλητη την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία αφορά στις συνέπειες κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ανήλικου τέκνου, υπόκειται δε η απόφαση αυτή μόνο σε αναίρεση (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 1268/2018, ΑΠ 664/2018).

Δεν αντίκειται δε στο άρθρο 20 ή σε άλλη διάταξη του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 της Σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες (ν.δ/γμα 53/1974), γιατί οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο όχι όμως και δικαίωμα σε ένδικο μέσο κατά απόφασης που θα εκδοθεί, οι διατάξεις δε των άρθρων 741 επ.

του ΚΠολΔ, που κατά τα ως άνω εφαρμόζονται, κατά την εκδίκαση τέτοιας αίτησης, διασφαλίζουν πλήρως το δικαίωμα απόδειξης των ισχυρισμών των διαδίκων και συνεπώς εκπληρώνονται οι όροι διεξαγωγής δίκαιης δίκης (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 96/2021, ΑΠ 664/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη, με αριθ. 707/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, τη πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο (άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Σύμβασης της Ρώμης), κήρυξε το απαράδεκτο της ασκηθείσας από 17-11-2021 έφεσης αυτών κατά της με αριθ. 2088/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο της ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσειόντων, καθόσον η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν ανέκκλητη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί του ζητήματος της αφαίρεσης της άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων δίδυμων τέκνων των αναιρεσειόντων και ανάθεσης της, αποτελούσας μέρος της γονικής μέριμνας, επιμέλειας αυτών, δεν υπόκειται σε έφεση, δεδομένου ότι η κατά τα ως άνω σχετική απαγόρευση αναφέρεται και στη περίπτωση του άρθρου 1532 παρ. 1 του ΑΚ, η οποία καταλαμβάνει και την ένδικη υπόθεση.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη, με αριθ. 2088/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, υπέπεσε στη πλημμέλεια του ως άνω άρθρου 559 αριθ. 14, καθόσον, μη επιχειρώντας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μετά από ακρόαση των παριστάμενων διαδίκων (καθών-γονέων), παρέβη τη διάταξη του άρθρου 611 του ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς δεν είναι υποχρεωτική εν προκειμένω, αφού η δεύτερη καθής η αίτηση (μητέρα των τέκνων) δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. 3η σελ.

προσβαλλόμενης) και αν οι γονείς του τέκνου, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική του μέριμνα, δεν εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται χωρίς τη τήρηση της προδικασίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την μη τήρηση αυτής (ΑΠ 2130/2007).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποκλείεται στην εκούσια δικαιοδοσία από τη διάταξη του άρθρου 749 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι διατάξεις περί απόπειρας συμβιβασμού δεν εφαρμόζονται, διότι η διάταξη του άρθρου 611 του ΚΠολΔ ως ειδική έναντι του άρθρου 749 του ΚΠολΔ υπερισχύει αυτού, αλλά και διότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται υποχρεωτικά στις γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλ.

σε εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 782-866 του ΚΠολΔ και όχι στις μη γνήσιες υποθέσεις, δηλ. στις ιδιωτικές διαφορές τις οποίες ο νόμος παραπέμπει προς εκδίκαση κατά την εκούσια δικαιοδοσία, όπως είναι η ανωτέρω, από το άρθρο 1532 του ΑΚ, διαφορά. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 360/2010).

Επίσης, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο ζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη, που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ 110/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει, ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 9 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 110/2020, ΑΠ1334/2018, ΑΠ 119/2016).

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9γ', διότι παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημά του, για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διερευνηθεί η καταλληλότητά του για την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ανήκει στη διακριτική και, συνακόλουθα, ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ, αφού δεν υπάρχει στη προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, (ούτε στο αναιρετήριο), παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1533 παρ. 3 του ΑΚ, η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας ή της άσκησης της γονικής μέριμνας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και η ανάθεσή της σε τρίτο, διατάσσεται από το δικαστήριο μετά από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικώς της καταλληλότητας του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου.

Ο έλεγχος πρέπει να στηρίζεται υποχρεωτικά σε βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας (ΑΠ 457/2020), ενώ κατά το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2521/1997 '' τα οριζόμενα στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1646 του Αστικού Κώδικα και στη τρίτη παράγραφο του άρθρου 796 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν και στις περιπτώσεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 1533, του τρίτου εδαφίου του άρθρου 1664 και του άρθρου 1674 του Αστικού Κώδικα, καθώς και στη περίπτωση του πρώτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 681Γ'του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Στις περιπτώσεις αυτές, καθώς και όπου αλλού ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτά έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση''. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι η παράλειψη προσαγωγής της έκθεσης της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας περί της καταλληλότητας του προτεινόμενου από τον ...

για την ανάθεση της γονικής των ανηλίκων νομικού προσώπου, δεν εμποδίζει το δικαστήριο να προχωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της αίτησης, καθόσον στο άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2521/1997 ορίζεται ότι, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση, η οποία άλλωστε δεν είναι δεσμευτική, αλλά απλώς συνεκτιμάται και συνεπώς η παράλειψη προσαγωγής της δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο για τη συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση της σχετικής απόφασης (ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1148/2018, ΑΠ 1967/2014, ΑΠ 1413/2011, ΑΠ 1953/2006), πλέον του ότι η ως άνω κατά το άρθρο 1533 παρ. 3 του ΑΚ, απαιτούμενη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας προκειμένου να ανατεθεί σε τρίτο ή κατάλληλο ίδρυμα η άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικου τέκνου δεν αφορά και Οργανισμούς ή Ιδρύματα, που από το καταστατικό τους έχουν καθήκον να εξυπηρετούν, να περιθάλπουν και να ανατρέφουν τα ανήλικα που βρίσκονται σε κίνδυνο και παρέχουν τα από τη διάταξη αυτή εχέγγυα για το ήθος, την καταλληλότητα κλπ.

για την άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων (ΑΠ 457/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτό δέχτηκε, ότι ''Σημειωτέον ότι δεν δημιουργείται απαράδεκτο από τη μη προσκόμιση της κατά το άρθρο 1533 παρ. 3 ΑΚ βεβαίωσης της κοινωνικής υπηρεσίας περί της καταλληλότητας του προτεινόμενου από τον αιτούντα Εισαγγελέα για την ανάθεση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων νομικού προσώπου, αφού το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να δικάσει και χωρίς την εν λόγω έκθεση, η οποία δεν είναι δεσμευτική, αλλά συνεκτιμάται με τις υπόλοιπες αποδείξεις (άρθρο 19 παρ. 4 ν. 2521/1997), πέραν του ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά Οργανισμούς ή Ιδρύματα, που από το καταστατικό τους έχουν καθήκον να εξυπηρετούν, να περιθάλπουν και να ανατρέφουν τα ανήλικα που βρίσκονται σε κίνδυνο (εγκαταλειμμένα, κακοποιημένα, κλπ) και παρέχουν τα από τη διάταξη αυτή εχέγγυα για το ήθος, την καταλληλότητα κλπ, για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων''.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και ο οποίος, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και όχι στον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1967/2014, ΑΠ 1413/2011). Επιπρόσθετα, στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, η μη τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας, που καθιερωνόταν και με τη προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 681Γ παρ.2 εδ.

α` του ΚΠολΔ, σχετικά με την έρευνα από τα όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης του ανήλικου τέκνου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, της σχετικής αναλυτικής έκθεσης, ατονεί και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την έλλειψή της, μέχρι την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων για την ίδρυση κατά πρωτοδικείο και εν προκειμένω στο Πρωτοδικείο Πειραιά, αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 49 του ν. 2447/1996.

Πλην όμως, εφόσον δεν έχει συσταθεί μέχρι σήμερα η προβλεπόμενη, ως άνω, κοινωνική υπηρεσία, καθ` όσον με το π.δ/γμα 250/1999, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 54 του ν. 2447/1996, ρυθμίζονται οι αρμοδιότητες της κοινωνικής υπηρεσίας μόνο για τη λειτουργία του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης και όχι για τις διαφορές του άρθρου 68IB παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (άσκηση ή αφαίρεση της γονικής μέριμνας), δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης και το δικαστήριο δεν εμποδίζεται να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1221/2024, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021).

Δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία, προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1221/2024, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1221/2024, ΑΠ 687/2024).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1532 του ΑΚ, όπως ισχύει βάσει του ν. 4800/2021, εάν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα, που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους, για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή εάν ασκούν αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το δικαστήριο, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο Εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Επιπλέον, περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανήλικου, που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον, είναι οι ακόλουθες τρεις διαζευκτικά τιθέμενες περιπτώσεις και συγκεκριμένα: α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων, β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός τους, γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ' αυτό, χωρίς, ωστόσο, να είναι εφικτός ο απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ανωτέρω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, διότι ως επί το πλείστον οι περιπτώσεις αυτές αλληλοεπικαλύπτονται (ΑΠ 157/2022, ΑΠ 1473/2021).

Ειδικότερα, ως παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει στους γονείς το λειτούργημα της γονικής μέριμνας, μπορεί να θεωρηθεί οποιαδήποτε συμπεριφορά τους είναι αντίθετη με τις επιταγές των άρθρων, που καθορίζουν τις υποχρεώσεις τους, όπως, λόγου χάρη η ενέργεια πράξεων που αντιστρατεύονται στο συμφέρον του τέκνου, η παραμέληση των ειδικότερων υποχρεώσεων της επιμέλειας, όπως για ένδυση, υπόδηση, μόρφωση, περίθαλψη και ψυχαγωγία του τέκνου, η παράβαση της διατροφικής υποχρέωσης έναντι του τέκνου και, γενικά, η αδράνεια των γονέων για τη λήψη μέτρων υπέρ του τελευταίου, όπου είναι αναγκαία η λήψη τους για το συμφέρον του με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο αυτού (ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 537/2012).

Ως καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος του γονέα νοείται η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο προς τον σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου, η οποία δύναται να εκδηλωθεί τόσο με θετική ενέργεια, όσο και με παράλειψη άσκησης των καθηκόντων του γονέα.

Η τελευταία αυτή περίπτωση, της παράλειψης άσκησης του λειτουργήματός του, μπορεί να εμφανίζεται είτε ως μη προσήκουσα άσκηση, είτε ως καθαρή αδράνεια, υπό την μορφή της παραμέλησης των καθηκόντων και παρατηρείται σε περίπτωση αδράνειας των γονέων, όταν απαιτείται ενέργειά τους χάριν του συμφέροντος του τέκνου.

Η σχετική κρίση θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις του γονέα, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί, για να στηρίξει γενική (αρνητική) κρίση (ΑΠ 1473/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (ορθώς) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, προκειμένου το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αφαίρεσης της άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους και ανάθεσης άσκησης της γονικής μέριμνας αυτών στη δεύτερη αναιρεσίβλητη "...", διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, καθόσον δεν προκύπτουν περιστατικά, ότι η αφαίρεση άσκησης της γονικής μέριμνας των ως άνω ανήλικων τέκνων των αναιρεσειόντων είναι το προσφορότερο μέτρο κατά το άρθρο 1532 παρ. 1 του ΑΚ, ούτε και αιτιολογείται η υπεροχή αυτού έναντι άλλων μέτρων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των αναιρεσειόντων Δ.

και Ά. και ανάθεσης άσκησης της γονικής τους μέριμνας στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουσες ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ελάχιστο απόσπασμα αυτής [αυτολεξεί παρατιθέμενο "Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι οι καθ' ων η αίτηση γονείς των ανηλίκων, παραβαίνουν συνεχώς τα γονεϊκά τους καθήκοντα αδυνατώντας μακροχρόνια στην άσκησή τους, που τους επιβάλλει η ιδιότητά τους ως γονέων για την επιμέλεια και των τέκνων τους και ειδικότερα των δυο ως άνω διδύμων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και με βασικό γνώμονα το συμφέρον των εν λόγω ανηλίκων, ενόψει του ότι οποιοδήποτε άλλο μέτρο δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον παραπάνω άμεσο και σοβαρό κίνδυνο γι' αυτά, να διαταχθεί η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας αυτών στο σύνολο της από τους καθ' ων και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλο κατάλληλο συγγενικό πρόσωπο στο οικογενειακό περιβάλλον, να ανατεθεί η άσκησή της στην ... (Έ.Π.Α.), που κρίνεται κατάλληλη προς τούτο, διαθέτοντας κατηρτισμένο και έμπειρο προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων εκ των οποίων χρήζουν παρακολουθήσεως οι ανήλικοι"], το οποίο επέλεξαν, κατά το δοκούν, οι αναιρεσείοντες, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο τη διάταξη του άρθρου 1532 παρ. 1 του ΑΚ που φέρεται ότι παραβιάστηκε, περιορίζονται στο να παραθέσουν ότι "από το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς περιστατικά ότι η αφαίρεση άσκησης της γονικής μέριμνας των ως άνω ανήλικων τέκνων είναι το προσφορότερο μέτρο κατά το άρθρο 1532 παρ. 1 του ΑΚ, ούτε και αιτιολογείται η υπεροχή αυτού έναντι άλλων μέτρων".

Η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών περιορίζεται στο να διαλάβουν στον ως άνω αναιρετικό λόγο μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως κατ` ουσία αβάσιμοι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτών, το οποίο αιτιώνται ως εσφαλμένο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 22/2020). Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις τους οι αναιρεσείοντες πλήττουν τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021).

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη για το κατ` άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παράβολο δεν περιλαμβάνεται, διότι οι αναιρεσείοντες απαλλάχθηκαν από τη καταβολή του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν.3226/2004.

Τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 παρ.6 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", προκύπτει σαφώς, ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την με αριθ. 360/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους, η είσπραξη, όμως, αυτών δε μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση, πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί αυτό με απόφαση του αρμόδιου Δικαστή (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1351/2022, ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 1021/2022, ΑΠ 424/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 17-2-2023 αίτηση για αναίρεση των αποφάσεων: α] 707/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και β] 2088/2021 (ήδη τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ