352/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Legislator headnote
AI generated352/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 25 Αυγούστου 2021 και με αριθ. κατάθ. 6635/850/27.8.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των διαφορών από αμοιβές κατ' άρθρο 622Α ΚΠολΔ, με αριθ. 4778/29.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 10.10.2018 και με αριθ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 352 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4778/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ` αριθ. 1616Ε/2.9.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Μ. Α., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 25.8.2021 αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8.11.2022), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο κατ` άρθρο 128 ΚΠολΔ, με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του από την κατοικία του, καθώς και των λοιπών προσώπων, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άνω άρθρου και παράδοση την ίδια ημέρα της θυροκόλλησης (2.9.2022), αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αξιωματικού υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος της κατοικίας του, λόγω απουσίας του προϊσταμένου και ταχυδρόμηση, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση (5.9.2022) προς τον παραλήπτη, έγγραφης ειδοποίησης για το θυροκολληθέν έγγραφο.
Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2.
Με την κρινόμενη από 25 Αυγούστου 2021 και με αριθ. κατάθ. 6635/850/27.8.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των διαφορών από αμοιβές κατ' άρθρο 622Α ΚΠολΔ, με αριθ. 4778/29.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 10.10.2018 και με αριθ.
καταθ. 94040/6428/10.10.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 141/13.8.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη (λόγω του τεκμηρίου ομολογίας ως εκ της ερημοδικίας του εναγομένου), η από 19.2.2018 και με αριθμό κατ. 17989/40/23.2.2018 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 49.389,47 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το συνολικό ποσό των 11.853,47 ευρώ για οφειλόμενο ΦΠΑ 24% επί της άνω αναφερόμενης αμοιβής με το νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και παράδοσης αυτού στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 22.298,42 ευρώ με τους νόμιμους τόκους για μεν το ποσό των 17.982,60 ευρώ από την επίδοση της αγωγής, για δε το ποσό των 4.315,82 ευρώ από το χρόνο εκδόσεως από τον ενάγοντα του νόμιμου φορολογικού παραστατικού και παράδοσης αυτού στον εναγόμενο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 27.8.2021, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύτηκε στις 29.8.2019 δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά τη διάταξη αυτή, λόγο αναίρεσης, είναι και η δικαστική ομολογία, που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς, για τον ομολογούντα διάδικο, πραγματικού γεγονότος (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014) και η οποία, κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014).
Η δικαστική ομολογία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 964/2013) και ειδικότερα το αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός, να αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν το ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου, για το αποδεικτέο γεγονός (Α.Π. 403/2017, Α.Π. 2185/2009, Α.Π. 1611/2008).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, περιεχομένη στις προτάσεις του εν τούτοις, παρέλειψε να την εκτιμήσει και να τη λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (Α.Π.1003/2017, Α.Π. 469/2009, Α.Π. 1336/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ (και όχι την επικαλούμενη με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 8), ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τη δικαστική ομολογία του εναγομένου που περιέχονταν τόσο στην έφεσή του όσο και στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως προς το ότι ο ενάγων αρνήθηκε να συντάξει εργολαβικό δίκης, για τις δικηγορικές εργασίες που θα εκτελούσε αυτός προς απόκρουση των από 1.4.2005 και 26.4.2005 αγωγών των αντιδίκων του εναγομένου, με τις οποίες είχαν στραφεί εναντίον του.
Ότι τη δικαστική αυτή ομολογία του αντιδίκου του επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ότι η ομολογία αυτή ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού με την ομολογία αυτή αποδεικνύεται η βάση της αγωγής του με την οποία ισχυρίζονταν ότι καταρτίσθηκε εργολαβικό δίκης μόνον για την αγωγή που άσκησε ο ήδη εναγόμενος εναντίον των τότε αντιδίκων του, ενώ για την απόκρουση των αγωγών που άσκησαν α) η εταιρία με την επωνυμία "..." και β) Α.
Υ., εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, δεν καταρτίστηκε εργολαβικό δίκης και συνεπώς για αυτές θα ίσχυαν τα ελάχιστα όρια αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης ήτοι α) της από 10.10.2018 και με αριθμό κατ. 94040/6428/10.10.2018 έφεσης και β) των από 1.4.2019 προτάσεων του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ομολογία του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ότι ο ενάγων αρνήθηκε να συντάξει εργολαβικό για τις δικηγορικές υπηρεσίες που θα εκτελούσε προς απόκρουση των αγωγών των αντιδίκων του εναγομένου που είχαν στραφεί εναντίον του.
Πιο συγκεκριμένα στη σελίδα 2 και στους στίχους 5-11 της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και στη σελίδα 2 και στους στίχους 3-9 των προτάσεών του, αναφέρεται κατά λέξη: "Αμέσως μετά την κοινοποίηση των αγωγών αυτών, ζήτησα από τον εφεσίβλητο την υπογραφή νέου εργολαβικού δίκης, με όρους παρόμοιους με αυτούς που αναφέρονταν στο από 11.4.2005 εργολαβικό δίκης, πλην όμως αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω αμοιβή για την απόκρουση αυτών των αγωγών, αφού ο χειρισμός τους και οι προτάσεις μου θα ήσαν κοινές με τις επί της αγωγής μου προτάσεις, δεδομένου ότι η ιστορική βάση αυτών ήταν η ίδια με την ιστορική βάση της δικής μου αγωγής".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κύρια αιτία της αντιδικίας των διαδίκων έχει να κάνει με την αμοιβή του ενάγοντος όσον αφορά τις δίκες που άνοιξαν με την από 1.4.2005 και με αριθμό κατάθεσης 49662/3047/2005 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." κατά του εναγόμενου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθώς επίσης και την από 26.4.2005 και με την με αριθμό κατάθεσης 65013/3969/2005 αγωγή επίσης κατά του εναγομένου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που άσκησε ο Α.
Υ., τις οποίες ο ενάγων εκλαμβάνει ότι δεν περιλαμβάνονται στο αντικείμενο της από 11 Απριλίου 2005 σύμβασης εργολαβίας της δίκης και ότι πρέπει να λάβει τη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ενώ ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι και για αυτές πρέπει να ισχύσει ό,τι συμφωνήθηκε με την από 11.4.2005 σύμβαση εργολαβίας της δίκης.
Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί για το περιεχόμενο των τριών αγωγών και τη δικαστική διαδρομή τους συνάγεται ότι ο δικαστικός αγώνας για την απόρριψη των αγωγών της "..." και του Α. Υ. συμπεριλαμβανόταν στο αντικείμενο της από 11.4.2005 σύμβασης εργολαβίας της δίκης, διότι το κύριο αποδεικτέο θέμα αυτών των αγωγών, που ήταν το αν ο ενάγων τέλεσε απάτη κατά της εργοδότου του "...", συνέπιπτε απολύτως με εκείνο της αγωγής του ενάγοντος με την οποία ασκούνταν οι αξιώσεις που, κατά την εντολή που έλαβε ο ενάγων, έπρεπε να προβεί σε κάθε δικαστική ενέργεια για να τις εισπράξει.
Η τύχη των τριών αγωγών ήταν απολύτως συνδεδεμένη υπό την έννοια ότι η απόδειξη της τέλεσης απάτης από τον Π. Ν. κατά της "..." θα οδηγούσε σε ευδοκίμηση των δύο αγωγών σε βάρος του και κατά λογική αναγκαιότητα σε απόρριψη της δικής του και άρα στη μη επίτευξη της εντολής που ανατέθηκε στον ενάγοντα και σε πλήρωση της αίρεσης της αποτυχίας που θα απέκλειε τον ενάγοντα από κάθε αμοιβή.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή 20% επί του συνολικού αντικειμένου όλων των δικών στον πρώτο και δεύτερο βαθμό και συγκεκριμένα για τα όσα επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαιούται (επιδικασθέν κεφάλαιο: 20.000 € + νόμιμοι τόκοι επιδικίας [νόμιμοι τόκοι υπερημερίας + 2% από 25.12.2004, επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής έως 29.8.2014 δημοσίευση οριστικής απόφασης (346 ΑΚ) = 22.512,42 € + νόμιμοι τόκοι υπερημερίας + 3% από 30.8.2014 έως την 21.12.2017, ημέρα τελεσιδικίας της απόφασης (ΑΠ 1308/2004), κατά την οποία άλλωστε και κατά την αγωγή γεννήθηκε η αξίωση του ενάγοντος 6.800,62 € = 29.313,04 € +20.000 € = 49.313,04 € χ 20% = ] 9.862,60 € και για όσα επιδίκασε υπέρ του Π.
Ν. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται (40.600 € X 20%=) 8.120 € και συνολικά 17.982,60€1 πλέον 24% ΦΠΑ (62 παρ. 3 ν.3842/2010 που αντικατέστησε το άρθρο 22 παρ. 1 περ. ε' του Κώδικα ΦΠΑ, 92 παρ. 1 1 περ. ιστ' ν. 3842/2010] επί του ποσού αυτού, ήτοι (17.982,60 € X 24% =] 4.315,82 € και συνολικά (17.982,60 € + 4.315,82 =) € 22.298,42 € με τους νόμιμους τόκους για μεν το ποσό των 17.982,60 € από την επίδοση της αγωγής, για δε το ποσό του ΦΠΑ από το χρόνο εκδόσεως από τον ενάγοντα του νόμιμου φορολογικού παραστατικού και παράδοσης αυτού στον εναγόμενο.
Προσέτι, μέχρι που ο ενάγων αξίωσε να λάβει αμοιβή για τις δύο αυτές δίκες βάσει των αμοιβών του ΚωδΔικ, οι διάδικοι τηρούσαν και για τις αγωγές αυτές την ίδια πρακτική που τηρούσαν με βάση το συμφωνητικό εργολαβίας της δίκης, δηλ. ο ενάγων εισέπραττε μόνο τα έξοδα και δεν αξίωνε αμοιβή, χωρίς να κριθεί απαραίτητο να συναφθεί νέο εργολαβικό δίκης και ο εναγόμενος διατηρούσε την εντύπωση ότι δεν θα αξιωθεί από τον ενάγοντα ιδιαίτερη αμοιβή για αυτές.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρά την απόρριψη της προσωρινής διαταγής και ενώ ακόμη ο ενάγων δεν είχε εφοδιαστεί με εκτελεστό τίτλο σε βάρος του, διαπραγματευόταν μαζί του για να του καταβάλει την αμοιβή που έκρινε ότι δικαιούνταν, η οποία μάλιστα κατά την τελευταία πρόταση του εναγομένου κάλυπτε ολόκληρη την αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων.
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο εναγόμενος προέβη στην ανάκληση της πληρεξουσιότητας όχι για να στερήσει την αμοιβή που δικαιούνταν ο ενάγων και θέλοντας να του προκαλέσει αντίστοιχη ζημία, αλλά για να διαφυλάξει τα δικά του συμφέροντά από την παρακράτηση υπέρτερης της συμφωνηθείσας αμοιβής εκ μέρους του ενάγοντος.
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τη βάση της σύμβασης, σύμφωνα με το διατακτικό...". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του εναγομένου, περί του ότι στην από 11.4.2005 σύμβαση εργολαβίας δίκης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του ενάγοντος δικηγόρου και αφορούσε την άσκηση αγωγής αυτού σε βάρος των αντιδίκων του 1) "...", 2) "...", 3) Α.
Υ., 4) Χ. Υ., 5) Κ. Υ., 6) Κ. Κ., 7) Χ. Γ. και 8) Χ. Μ., δεν περιλαμβάνονταν και η απόκρουση των αγωγών που άσκησαν εναντίον του α) η "..." και β) ο Α. Υ., καθώς και των ενδίκων μέσων που ασκήθηκαν από τους αντιδίκους του. Αποτέλεσμα της ανωτέρω πλημμέλειας ήταν να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι στην παραπάνω εργολαβική σύμβαση περιλαμβάνονταν και οι αμοιβές του ενάγοντος από τις δίκες που άνοιξαν με τις αγωγές των αντιδίκων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και να επιδικάσει στον ενάγοντα αμοιβή 20% επί του συνολικού αντικειμένου όλων των δικών στον πρώτο και δεύτερο βαθμό.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου και δεύτερου των λόγων αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4778/29.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ