352/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 352 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated352/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 352 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 352 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 352 / 2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), κατοικοεδρεύοντα στην … και στην προκειμένη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Β' Κέρκυρας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1494/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 132/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων επί της από 12-1-2015 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της με αυτήν εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 1494/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, το οποίο, αφού συνεκδίκασε, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την από 15-5-2011 ανακοπή και τους από 7-4-2014 προσθέτους λόγους αυτής, του τελευταίου (ήδη αναιρεσιβλήτου), απέρριψε την ανακοπή αυτή και τους προσθέτους λόγους της και επικύρωσε τον με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. ...-7/2010 χρηματικό κατάλογο και την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. .../28-7-2010 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως της Β' Δ.Ο.Υ. Κερκύρας, που αφορούσαν απαίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ποσού 90.178 ευρώ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε η άνω εκκαλουμένη απόφαση και αφού το Εφετείο κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε ανακοπή και τους προσθέτους λόγους αυτής και ακύρωσε τον ως άνω χρηματικό κατάλογο και την πράξη ταμειακής βεβαιώσεως. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ (ν. δ. 356/1974), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., "άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΑΠ 1177/2017, ΑΠ 391/2017, ΑΠ 175/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τ' ακόλουθα: "Με επίσπευση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, ύψους 180.887.157 δρχ, στις 22-7-1998, εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριάς της, καθ' ης η εκτέλεση, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...". Από τον πλειστηριασμό επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 150.000 ευρώ, το οποίο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο ανακόπτων, δικηγόρος Κέρκυρας, ο οποίος είχε αναγγελθεί στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για απαίτησή του από δικηγορικές αμοιβές, συνολικού ποσού 36.177.428 δρχ., καθώς και το καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε αναγγελθεί στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για απαίτησή του, συνολικού ποσού 125.585.394 δρχ. Έτσι, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον .../5-10-1998 πίνακα κατατάξεως, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε τα συνολικού ύψους 6.888.720 δρχ. έξοδα εκτελέσεως, στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο και την επισπεύδουσα. Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο κατέταξε στο 1/3 του προς διανομή πλειστηριάσματος, για το ποσόν των 47.703.760 δρχ., και την επισπεύδουσα κατέταξε στα 2/3 του εν λόγω πλείστηριάσματος, για το ποσόν των 95.407.520 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους κατά της καθ' ης η εκτέλεση, ενώ την απαίτηση του ανακόπτοντος απέρριψε και δεν κατέταξε στο προς διανομή πλειστηρίασμα. Κατά του πίνακος κατατάξεως ασκήθηκε η από 20-10-1998 (και με αριθ. καταθ. 275/21-10-1998) ανακοπή από τον ανακόπτοντα και, συγχρόνως, η από 20-10-1998 (και με αριθ. καταθ. 278/26-10-1998) ανακοπή του συνδίκου της πτωχεύσεως της εν τω μεταξύ κηρυχθείσας σε πτώχευση καθ' ης η εκτέλεση, οφειλέτριας, με την ιδιότητα του εκπροσώπου του ανακόπτοντος, οι οποίες εστράφησαν μόνον κατά της κατάταξης του Ελληνικού Δημοσίου. Επί των ανακοπών αυτών, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 17/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που δέχθηκε αυτές εν μέρει κατ' ουσίαν και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατά τρόπο ώστε να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο από μέρος του ποσού στο οποίο είχε καταταγεί με τον πίνακα και δη από το ποσόν των 7.256.486 δρχ., προκειμένου στο ποσόν αυτό να καταταγεί ο ανακόπτων. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν η από 8-8-2000 (και με αριθ. καταθ. 175/2000) έφεση του ανακόπτοντος και η από 29-9-2000 (και με αριθ. καταθ. 203/2000) έφεση του καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικού Δημοσίου. Επί των εφέσεων αυτών, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 174/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε δε την έφεση του ανακόπτοντος και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε τις ανακοπές και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατά τρόπο ώστε να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο από μεγαλύτερο μέρος από αυτό που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και δη από το ποσόν των 30.750.814 δρχ. και ήδη 90.178 ευρώ, και να καταταγεί σ' αυτό ο ανακόπτων. Κατά της άνω με αριθ. 174/2002 τελεσιδίκου αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο την από 12-5-2002 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-11- 2005 πρόσθετους λόγους, που έγιναν δεκτοί με την 1224/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο τελευταίο για περαιτέρω εκδίκαση με άλλη σύνθεση. Κατόπιν τούτων, το παρόν Δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου εισήχθη η υπόθεση με κλήση των διαδίκων, εξέδωσε την 93/2008 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την έφεση του ανακόπτοντος, ενώ την έφεση του καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε και, αφού εξαφάνισε την 17/2000 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε τις ανακοπές του ανακόπτοντος και του εκπροσώπου του, συνδίκου της πτωχεύσεως της καθ' ής η εκτέλεση, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, κατά του προσβαλλομένου πίνακα κατατάξεως, ως απαράδεκτες. Κατά της ανωτέρω με αριθ. 93/2008 τελεσιδίκου αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου άσκησε ο ανακόπτων την από 14-6-2009 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την 1515/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, και ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω ανακοπές του ανακόπτοντος και του εκπροσώπου του κατά του προσβαλλομένου πίνακος κατατάξεως, ως απαράδεκτες, κατέστη αμετάκλητη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη με αριθ. .../25-9-2002 πράξη εξοφλήσεως του προσβαλλομένου πίνακος κατατάξεως που εξέδωσε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος Κέρκυρας, Ι. Ζ., αυτή, σε εκτέλεση της ως άνω με αριθ. 174/2002 τελεσιδίκου αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που μεταρρύθμισε ως άνω τον πίνακα, κατέβαλα στον ανακόπτοντα το ποσόν των 90.178 ευρώ εκ του υπό διανομή πλειστηριάσματος, στο οποίο αυτός κατετάγη με την εν λόγω απόφαση, προτού αυτή αναιρεθεί με την 1224/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής δεν επηρεάζεται ούτε από το γεγονός ότι αυτή αναιρέθηκε ούτε από το γεγονός ότι απορρίφθηκαν οι ανακοπές του ανακόπτοντος και του εκπροσώπου του κατά του πίνακος κατατάξεως, και ως εκ τούτου νομίμως περιήλθε το ανωτέρω ποσόν στον ανακόπτοντα σε εκτέλεση της εν λόγω αναιρεθείσας αποφάσεως. Για την επιστροφή δε του ποσού αυτού στο καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, αυτό έχει ενοχική μόνον αξίωση, την οποία, όσο διαρκούσε η εκκρεμοδικία της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου που δέχθηκε την αναίρεση, και, στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, μπορούσε να ασκήσει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, με την υποβολή στα εν λόγω Δικαστήρια αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να ασκήσει αγωγή κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενώπιον του αρμοδίου προς τούτο δικαστηρίου. Τέτοια αγωγή, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε ούτε υπέβαλε την άνω αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου καθ' ον χρόνο εκκρεμούσε σ' αυτό η αναίρεση της ανωτέρω εκτελεσθείσας αποφάσεως, ή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την αναίρεση αυτής, και ως εκ τούτου η αριθ. 93/2008 απόφαση του τελευταίου δε συνιστά νόμιμο τίτλο για επιστροφή του ποσού των 90.178 ευρώ που εισέπραξε ο ανακόπτων σε εκτέλεση της αναιρεθείσας με αριθ. 174/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου εκ μόνου του γεγονότος ότι απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή του ανακόπτοντος κατά του προεκτεθέντος πίνακος κατατάξεως. Και τούτο, διότι, λόγω μη υποβολής της ως άνω αιτήσεως για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, αυτό δεν ερεύνησε τις προϋποθέσεις βασιμότητας μίας τέτοιας αιτήσεως και, βεβαίως, δεν επιδίκασε στο καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, το επίμαχο ποσόν των 90.178 ευρώ με την ως άνω με αριθ. 93/2008 απόφασή του, αλλά περιορίσθηκε μόνον στην απόρριψη της ανακοπής του ανακόπτοντος. Εξάλλου, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, η εν λόγω απόφαση δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε καν ως απόδειξη της σχετικής απαίτησης του καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, δεν αρκεί η συνοδευομένη από τον ...-7-2010 χρηματικό κατάλογο, με αριθ. .../28-7-2010 ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση του ανωτέρω ποσού των 90.178 ευρώ, ως οφειλομένου από τον ανακόπτοντα, για την συγκρότηση του νομίμου τίτλου του άρθρου 2 παρ. 2β του ΚΕΔΕ, που επιχειρείται από το καθ' ού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, απαιτείται προς τούτο απόδειξη της οφειλής αυτής από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ως έγγραφο δε προς απόδειξη αυτής μνημονεύεται στην ταμειακή βεβαίωση η άνω με αριθ. 93/2008 απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο τούτο ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την οποία, όμως, δεν επιδικάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο το ως άνω ποσόν των 90.178 ευρώ, που βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο στο τελευταίο με την ταμειακή βεβαίωση, ούτε αποδεικνύεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ύπαρξη τέτοιας οφειλής προς το Ελληνικό Δημόσιο εκ μέρους του ανακόπτοντος....". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους του τελευταίου
και ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 8 πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά ισχυρισμούς του περί προνομιακής αντιμετώπισης του Δημοσίου ενόψει σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων. Ο λόγος αυτός, όπως είναι διατυπωμένος, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης, το αναιρεσείον, επικαλούμενο πλημμέλεια από την ίδια διάταξη, ήτοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι "... η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι δήθεν το Δημόσιο, προκειμένου να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό των 90.178 ευρώ, όφειλε να έχει ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 579 ΚΠολΔ, ήτοι με αίτησή του ενώπιον του Αρείου Πάγου να έχει ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, μη πράττοντας δε αυτό έχει απωλέσει το νόμιμο τίτλο που θα αποκτούσε με την ανωτέρω διαδικασία και ως εκ τούτου έχει μόνο ενοχική απαίτηση σε βάρος του αντιδίκου. Πλην όμως τέτοιος ισχυρισμός, ότι, δηλαδή, το Δημόσιο, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, όφειλε να έχει ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν προβλήθηκε από τον αντίδικος ούτε με την ανακοπή του, ούτε με την έφεσή του...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του περιστατικά προκύψαντα από την όλη διαδικασία και δεν μεταβλήθηκε, με τον τρόπο αυτό, η ιστορική βάση της ένδικης ανακοπής ούτε βέβαια το ανακόπτον υποστηρίζει κάτι τέτοιο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 388/). Διότι μόνον τότε μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο ακύρωσε τον αριθ. ...-7-2010 χρηματικό κατάλογο και την αριθ. .../28- 7-2010 ταμειακή βεβαίωση της Β' ΔΟΥ Κέρκυρας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, αναφορικά με την έννοια του νόμιμου τίτλου, την οποία δεν περιόρισε, αποκλειστικά, στην ταμειακή βεβαίωση και το χρηματικό κατάλογο, αφού, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν όλα τα αποστελλόμενα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ έγγραφα με τη συνδρομή των οποίων, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Συνεπώς, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη, νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, που υποβλήθηκε από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009). Με τους δεύτερο και ένατο λόγους της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση μόνο 9 και όχι και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις ενστάσεις του περί κατανομής του βάρους απόδειξης και για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί, κατά τα ανωτέρω, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, ενώ με τον από την ίδια διάταξη όγδοο λόγο αναίρεσης, αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176 και 183), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ