Legislator Case Law & Legislation
352/2019 AI generated

352/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 352/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 352 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2019

Legislator headnote

AI generated

352/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 352 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 352 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Λίγγρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Α. Κ. του Χ., υπηρετούσας στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …, 2)Ρ. Α. του Ρ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …, 3)Β. Γ. του Α., υπηρετούσας στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …, 4)Κ. Γ. του Α., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …., 5)Α. Γ. του Σ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ … 6)Ά.

Γ. του Δ., υπηρετούσας στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 7)Ν. Γ. του Δ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ...., 8)Ν. Δ. του Δ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 9)Λ. Κ. του Ν., υπηρετούντος στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ., 10)Κ. Κ. του Ι., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ...., 11)Μ.

Λ. Κ. του Ν., υπηρετούσας στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 12)Α. Λ. του Π., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 13)Ε. Λ. του Γ., υπηρετούσας στη Διεύθυνση Υγειονομικών Υπηρεσιών, 14)Σ. Μ. του Ι., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ... 15)Α. Μ. του Δ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 16)Λ.

Μ. του Α., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ...., 17)Δ. Μ. του Β., υπηρετούσας στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ...., 18)Χ. Π. του Γ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 19)Λ. Π. του Α., υπηρετούσας στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …, 20)Γ. Π. του Ν., υπηρετούντος στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …., 21)Ζ. - Σ.

Σ. του Γ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ ..., 22)Μ. Σ. του Γ., υπηρετούντος στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ι.Κ.Α ..., και 23)Ι. Τ. του Ν., υπηρετούντος στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τάγαρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2261/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/4/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 2646/234/11.4.2017 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού (Ν.Π.Δ.Δ.), η οποία στρέφεται κατά είκοσι τριών (23) συνολικά αναιρεσίβλητων [επί συνόλου 68 αρχικά εναγόντων], κατά της με αριθμό 2261/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (13 Νοεμβρίου 2018), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από την από 2.9.2018 παραγγελία προς επίδοση αυτής του Ιωάννη Τάγαρη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, σε συνδυασμό με την από 26.4.2018 επισημείωση επί αντιγράφου αυτής για την επίδοση αυτής στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., στην οποία προέβη η δικαστική επιμελήτρια Α.

Λ.. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι (23 τον αριθμό) φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τάγαρη με δήλωση του τελευταίου, καταχωρηθείσα στα πρακτικά. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τους 19η και 23ο των αναιρεσίβλητων Π.

Λ. του Α. και Τ. Ι. του Ν., ούτε άλλωστε αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από αυτούς, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώ λόγω της μη προσήκουσας παράστασης αυτών κατά τη συζήτηση, αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Οργανισμού κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικο Οργανισμό, ούτε παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθεσης 2646/234/11.4.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2261/31.8.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία, ως προς τους ήδη ως άνω αναιρεσίβλητους, η από 4 Ιουνίου 2014 και με αριθ.

κατάθ. 3646/6.6.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού, που στρεφόταν κατά εξήντα δύο (62) συνολικά εφεσίβλητων - εναγόντων [επί συνόλου αρχικά 68 εναγόντων], ως προς τους οποίους είχε αποφανθεί με οριστική κρίση η προσβαλλόμενη με την έφεση υπ' αριθ. 95/7.4.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [επικυρωθείσα κατά τα άνω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου], έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10.11.2012 και υπ' αριθ. κατάθ. 208989/550/10.11.2012 αγωγή εξήντα δύο (62) εναγόντων [επί συνόλου αρχικά 68 εναγόντων], στους οποίους περιλαμβάνονται οι ήδη είκοσι τρείς (23) αναιρεσίβλητοι, και αναγνωρίσθηκε ότι, κατά την εφαρμογή από 1.1.2004 του Ν. 3205/2003 για το ενιαίο μισθολόγιο που επεκτάθηκε και σε αυτούς, ο καθένας από αυτούς έπρεπε να ενταχθεί στα αναγραφόμενα στην ως άνω απόφαση μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) που προέβλεπε ο νόμος αυτός, με συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας τους από την πρόσληψή τους ως ιατρών - οδοντιάτρων από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, [καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη κατά το Ν. 3918/2011 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Οργανισμός] και όχι μόνο του διαστήματος από τις 16.6.1993 (έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993) και εφεξής, ενώ απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης των αξιώσεων αυτών για καταβολή των ούτω προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών της περιόδου από 1.1.2008 και για το επόμενο διάστημα.

Με την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή ως προς δύο ενάγοντες (9ο και 26ο εξ αυτών) και ανεστάλη η εκδίκαση της αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας ως προς τέσσερις ενάγοντες (18ο, 29ο, 35η και 36η εξ αυτών). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε η ως άνω από 4.6.2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού ως ενεργητικά ανομιμοποίητη ως προς 36 συνολικά εφεσίβλητους (στους οποίους δεν περιλαμβάνεται κάποιος εκ των αναιρεσίβλητων), με το σκεπτικό ότι αυτοί είχαν μεταφερθεί μετά τη συζήτηση της αγωγής και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης στις 1η, 2η και 3η Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.ΠΕ) και επομένως νομιμοποιούνταν ενεργητικά αυτές για την άσκηση έφεσης κατ' αυτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014.

Επίσης, με την ίδια απόφαση, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την 59η των εκεί εφεσίβλητων (65η των αρχικά εναγόντων) και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν τα εκεί αναγραφόμενα έγγραφα ως προς τους 20ο και 21ο των εκεί εφεσίβλητων (22ο και 23ο των αρχικά εναγόντων), οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναιρεσίβλητων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.i και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 123), ορίζεται ότι εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων του ΙΚΑ με θεράποντες ιατρούς ή ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο αντί αμοιβής που ορίζεται είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε κατ' άλλο τρόπο δίχως περιορισμό από τις διατάξεις περί αμοιβής των ιατρών.

Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος. Κατά την τελευταία από τις διατάξεις αυτές (άρθ. 5 του Ν.Δ/τος 1204/1972) η μετά του ΙΚΑ σχέση των παραπάνω ιατρών δεν είναι σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και των κανονισμών που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, οι ιατροί αυτοί δεν αποτελούν προσωπικό του ΙΚΑ και ο χρόνος της παροχής των ιατρικών φροντίδων τους δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στο ΙΚΑ (ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005, ΑΠ 569/2004, ΑΠ 446/1989).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 - 4 του Ν. 2150/19.6.93 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίζεται ότι: " Οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους (παρ. 1). Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου (παρ. 2).

Στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) Οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972 (παρ. 3). Για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972...(παρ. 4)".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2150/1993 (16.6.93) οι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972 ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ. α' και β' και της παρ. 4 εδ.

β' του ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του ΙΚΑ., ο δε πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας των γιατρών του ΙΚΑ, που έχουν ήδη προσληφθεί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 Ν.Δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρέσεις, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος (ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005).

To γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ από ειδική σύμβαση εργασίας (επί των οποίων δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, ΟλΑΠ 22/2007) δεν ασκεί επίδραση, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του Ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ.

β του άρθρου 18 του νόμου αυτού (ΑΠ 121/2016, ΣτΕ 2409/2012). Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κατά την διάταξη αυτή υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας των υπηρετούντων στο ΙΚΑ γιατρών για τη μισθολογική τους εξέλιξη αφορά μόνο εκείνους που προσλαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 αλλά μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 (16.6.1993), ενώ για τους ήδη υπηρετούντες γιατρούς ο χρόνος αυτός υπολογίζεται για το μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 διάστημα.

Και τούτο διότι η άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 αναφέρεται στους (ήδη) "υπηρετούντες" στο ΙΚΑ γιατρούς και κατά συνέπεια η ρύθμιση του εδαφίου β αυτής δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί, μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους συνδεομένους με σχέση δημοσίου δικαίου θεραπευτές γιατρούς του ΙΚΑ θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου της εφεξής υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανόμενους μετά την 15.6.1993 γιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου.

Περαιτέρω με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.

Με την παρ. 4 εδ. β περ. ii του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τους πτυχιούχους πενταετούς (όπως οι οδοντίατροι) ή εξαετούς φοίτησης (όπως οι γιατροί) τμημάτων Πανεπιστημίων ορίσθηκε ως εισαγωγικό το 17ο Μ.Κ ή το 16ο Μ.Κ. αντίστοιχα και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ. Με το άρθρο 4 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει η θέση που διορίζεται, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία (ενός έτους για το αμέσως επόμενο του εισαγωγικού Μ.Κ.

και δύο έτη για την απονομή όλων των επομένων) και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού. Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ.15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:

α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι. ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Επίσης με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα". Τέλος με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, επεκτάθηκε από 1.1.2004 η εφαρμογή των διατάξεων του Α' μέρους του νόμου αυτού (3205/2003) στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι από 1.1.2004, για την κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 των γιατρών που υπηρετούν κατά τον χρόνο αυτό στο ΙΚΑ, είχαν δε προσληφθεί σε αυτό με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του Ν. 1204/1972 σε χρόνο πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993, είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους γιατρούς του ΙΚΑ με τον τελευταίο αυτό νόμο και δεν υπάγονταν στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του Ν. 2150/1993, υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 από την πρόσληψη αυτών μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1983, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 566/2005, ΣτΕ 2409/2012), εφόσον μάλιστα αυτοί παρείχαν κατά το χρόνο αυτό τις υπηρεσίες τους με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, απασχολούμενοι κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, στο χώρο των εγκαταστάσεων του ΙΚΑ και με την άμεση εποπτεία των υπηρεσιών του, με αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 121/2016).

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 στοιχ. α του Ν. 3205/2003 που ως υπηρεσία ορίζει εκείνη που προσφέρθηκε στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, στην οποία δεν εντάσσονται οι συμβάσεις εργασίας των γιατρών του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της μισθολογικής εξομοίωσής τους με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του Ιδρύματος κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων Οργανισμός, καθότι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση της παρ. 1 εδ.

β του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Ενισχυτικό της ως άνω ερμηνευτικής εκδοχής είναι και το γεγονός ότι μεταξύ των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 για μη συνυπολογισμό υπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη δεν διαλαμβάνεται εκείνη του εδαφίου β της παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993.

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2, 26 παρ.9 [όπως η παρ. 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011] και 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 31), από τις οποίες η πρώτη προβλέπει τη σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στον οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., η δεύτερη προβλέπει την αυτοδίκαιη μεταφορά των ιατρών ...

και του υγειονομικού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και η τρίτη ορίζει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) συνάγεται ότι νομιμοποιούμενος παθητικά για τις πιο πάνω διαφορές είναι, μετά την ένταξη του υγειονομικού προσωπικού του ΙΚΑ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ο τελευταίος (ΑΠ 702/2015, ΣτΕ 4137/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είκοσι τρεις τον αριθμό, [επί συνόλου 68 αρχικά εναγόντων] προσλήφθηκαν από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)", καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το εναγόμενο [και ήδη αναιρεσείον] νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, συνδεόμενοι αποκλειστικά με συμβάσεις διεπόμενες από το ως άνω νομοθετικό διάταγμα, που δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας.

Ότι ειδικότερα, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, δέχθηκε ότι α) η πρώτη εξ αυτών Α. - Κ. Ε. (πρώτη των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 15.2.1989, β) ο δεύτερος εξ αυτών Α. Ρ. (τρίτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 11.7.1988, γ) η τρίτη εξ αυτών Γ. Β. (όγδοη των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 24.6.1991, δ) ο τέταρτος εξ αυτών Γ.

Κ. (δέκατος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 29.5.1992, ε) ο πέμπτος εξ αυτών Γ. Α. (ενδέκατος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 7.6.1988, στ) η έκτη εξ αυτών Γ. Ά. (δωδέκατη των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 23.2.1987, ζ) ο έβδομος εξ αυτών Γ. Ν. (δέκατος πέμπτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 19.11.1992, η) ο όγδοος εξ αυτών Δ.

Ν. (δέκατος έκτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 27.3.1991, θ) ο ένατος εξ αυτών Κ. Λ. (εικοστός τέταρτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 15.7.1987, ι) ο δέκατος εξ αυτών Κ. Κ. (εικοστός έβδομος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 1.12.1988, ια) η ενδέκατη εξ αυτών Λ. - Κ. Μ. (τριακοστή των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 26.3.1991, ιβ) ο δωδέκατος εξ αυτών Λ.

Α. (τριακοστός πρώτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 28.7.1986, ιγ) η δέκατη τρίτη εξ αυτών Λ. Ε. (τριακοστή δεύτερη των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 8.5.1992, ιδ) ο δέκατος τέταρτος εξ αυτών Μ. Σ. (τριακοστός τρίτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 3.4.1991, ιε) ο δέκατος πέμπτος εξ αυτών Μ. Α. (τριακοστός όγδοος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 21.3.1990, ιστ) ο δέκατος έκτος εξ αυτών Μ.

Λ. (τεσσαρακοστός των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 10.4.1991, ιζ) η δέκατη έβδομη εξ αυτών Μ. Δ. (τεσσαρακοστή τρίτη των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 23.11.1992, ιη) ο δέκατος όγδοος εξ αυτών Π. Χ. (τεσσαρακοστός έβδομος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 29.4.1986, ιθ) [...], κ) ο εικοστός εξ αυτών Π. Γ. (πεντηκοστός τρίτος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 21.11.1988, κα) ο εικοστός πρώτος εξ αυτών Σ.

Ζ. - Σ. (πεντηκοστός όγδοος των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 15.1.1988, κβ) ο εικοστός δεύτερος εξ αυτών Σ. Μ. (εξηκοστός των αρχικά εναγόντων) προσλήφθηκε στις 6.6.1986 και κγ) [...]. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση της παροχής περίθαλψης της ειδικότητας εκάστου, στους ασφαλισμένους του εναγόμενου, απασχολούμενοι για πέντε ημέρες την εβδομάδα και συνολικά 27 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μηνιαίας κατ' αποκοπή αποζημίωσης, ανεξαρτήτως αριθμού περιστατικών.

Ότι επίσης αποδείχθηκε ότι από την πρόσληψή τους και επέκεινα οι ενάγοντες [και ήδη ως άνω αναιρεσίβλητοι] υπηρετούν συνεχώς και αδιαλείπτως στο εναγόμενο [ενν. στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ], ασκώντας τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα τους καθήκοντα, χωρίς να κατέχουν άλλη έμμισθη θέση στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

Ότι αναφορικά με την μισθολογική τους εξέλιξη, από την πρόσληψή τους έως την 15.6.1993 ελάμβαναν την συμφωνημένη κατ' αποκοπή αμοιβή, ενώ από την 16.6.1993, οπότε εξομοιώθηκαν μισθολογικά, δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 ν. 2150/1993 με τους μόνιμους θεραπευτές του Ιδρύματος, υπήχθησαν αλληλοδιαδόχως στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των ν. 1505/1984 (για τη χρονική περίοδο από 16.6.1993 έως 31.12.1996) και του ν. 2470/1997 (για τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.12.2003).

Ότι εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 2/4302/0022/2004 κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 του ν. 3105/2003 και ίσχυσε αναδρομικά από 1.1.2004, αποφασίστηκε η επέκταση των διατάξεων του Α' Μέρους του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297/Α) "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α κ.λ.π." στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 2470/1997 και στους με σύμβαση γιατρούς (ν. 1476/84, ν. 1579/75, ν. 1057/80 και ν.δ/τος 1204/72) οι οποίοι έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον ν. 2150/93. Ότι συνακόλουθα οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] ιατροί, ως συνδεόμενοι με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση του ν.δ/τος 1204/1972, και έχοντας εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς του Ιδρύματος, υπήχθησαν αναδρομικά από 1.1.2004 στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 επ.

του ν. 3205/2003, ο οποίος προβλέπει ότι το υπαγόμενο στο ρυθμιστικό του πεδίο προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ). Ότι ακολούθως, με τα από Μάιο [του] 2004 ατομικά δελτία κατάταξης του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του εναγομένου [ενν.

του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ], οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] κατατάχθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του ν. 3205/2003 και δη αναδρομικά από 1.1.2004 στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του νόμου αυτού, με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας αυτών, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη η υπηρεσία τους στο εναγόμενο [ενν.

στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ], κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993, κατά το οποίο υπηρετούσαν με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, με συνέπεια τη χορήγηση σε αυτούς κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου και κατά συνέπεια την καταβολή κατωτέρων αποδοχών σε σχέση με τις δικαιούμενες αποδοχές.

Ότι ειδικότερα, βάσει των ανωτέρω, εφόσον οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] υπηρετούσαν ως ιατροί στο ΙΚΑ κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993 (16.6.1993) και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 2150/1993, εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ και ο χρόνος υπηρεσίας τους στο [εναγόμενο] Ίδρυμα με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν. 1204/72 από το χρόνο προσλήψεώς τους έως 15.6.1993 είναι συνυπολογιστέος για την κατάταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1Β του ν. 3205/2003 για την απονομή όλων των επόμενων, του εισαγωγικού, μισθολογικών κλιμακίων απαιτείται υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, θα έπρεπε το εναγόμενο να κατατάξει τους ενάγοντες ως εξής [...].

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της προϋπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων από την πρόσληψη αυτών στο ΙΚΑ και όχι μόνο το διάστημα μετά την 16.6.1993 και εφεξής προέβη στην επανακατάταξη του καθένα εξ αυτών στο μισθολογικό κλιμάκιο που αυτός έπρεπε να καταταγεί (με αναφορά του πλεονάζοντος χρόνου) σε σχέση με το μισθολογικό κλιμάκιο (με αναφορά του πλεονάζοντος χρόνου) στην οποία είχε αυτός καταταγεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ και στη συνέχεια, βάσει της ως άνω οφειλομένης αρχικής κατάταξης, διέλαβε και τους χρόνους κατά τους οποίους το ΙΚΑ έπρεπε να χορηγήσει στον καθένα από αυτούς τα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4.6.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτών ως προς το αίτημά αυτής περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου για την επανακατάταξη των άνω εναγόντων [και ήδη αναιρεσίβλητων] στα σωστά μισθολογικά κλιμάκια, με τον συνυπολογισμό και του χρόνου υπηρεσίας που είχαν διανύσει, υπό το καθεστώς του Ν.Δ/τος 1204/1972, από την πρόσληψή τους προ της 16.6.1993, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2150/1993.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972, 18 παρ.1 και 4 του Ν. 2150/1993 και των άρθρων 15 παρ.1 στοιχ. α και ι και 20 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με υπ' αριθμ. 2/4302/0022/2004 ΚΥΑ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Οργανισμού ότι με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήρια παραβίασε την διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 στοιχ.

α του Ν. 3205/2003, η οποία για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας προϋποθέτει σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ιδιότητα που κατά νόμο δεν χαρακτήριζε τις ειδικές συμβάσεις εργασίας του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, δυνάμει των οποίων απασχολούνταν ως ιατροί ή οδοντίατροι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, δεν είναι βάσιμη, καθότι ο υπολογισμός του πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 2150/1993 χρονικού διαστήματος των ως άνω ιατρών για τη μισθολογική εξέλιξη αυτών προβλέπεται ευθέως από την ειδική σε σχέση με το άρθρο 15 παρ.1 στοιχ.

α του Ν. 3205/2003 διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 εδ. β του Ν. 2150/1993. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 19η και 23ο των αναιρεσίβλητων Π. Λ. του Α. και Τ. Ι. του Ν..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθ.2646/234/2017 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) για αναίρεση της με αριθ. 2261/31.8.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων oκτακοσίων (1.800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ