Legislator Case Law & Legislation
352/2018 AI generated

352/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 352/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 352 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2018

Legislator headnote

AI generated

352/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 352 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 352 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7327/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3234/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 2-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 στοιχ. η' του ν.1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος, οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Κατά την § 1 περ. γ' του άρθρου 9 του νόμου αυτού, η εκδίκαση των διαφορών της κατηγορίας αυτής από τα διοικητικά δικαστήρια αρχίζει από την 11η Ιουνίου 1985, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι, από άποψη διαχρονικού δικαίου, κρίσιμος για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας των πολιτικών ή των διοικητικών δικαστηρίων είναι, για τις διαφορές που γεννώνται από μονομερή εκτελεστή πράξη ή παράλειψη, ο χρόνος κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη, οι αξιώσεις δε που γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, βάσει μονομερών πράξεων εκτελεστών που εκδόθηκαν μετά τη χρονολογία αυτή, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 14/1992). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 περ. δ' του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ίσχυαν πριν από την υπαγωγή όλων των διοικητικών διαφορών ουσίας στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκαν και οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και, συνεπώς, τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή αποζημιώσεως λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από τις 11.6.1985, οπότε υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2385/2008, 611/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με την ένδικη από 11-10-2013 αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι στις 12-11-1984 υπέβαλε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 19 § 1 του ν.1476/1984 και 2 του ν.193/1975, αίτηση, με την οποία ζήτησε την επαναφορά της στην υπηρεσία της, ως καθαρίστριας της Κεντρικής Αποθήκης Υλικού του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και με σχετικό έγγραφο του Δ/ντή Διοικητικού του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας της ανακοινώθηκε ότι, με την υπ' αριθ. …/7-3-1985 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 4 του ν.δ. 76/1974, απορρίφθηκε η αίτησή της αυτή, για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω η αναιρεσίβλητη, ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του ν.1232/1982, υπέβαλε την από 4-7-1985 αίτησή της προς την Ειδική Επιτροπή Δευτεροβάθμιας Κρίσης του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η οποία, μετά την άσκηση των αναφερόμενων ενδίκων βοηθημάτων, έγινε τελικά δεκτή με την …/1-2-1994 απόφαση της εν λόγω Επιτροπής, ακολούθως δε ο Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την .../9-6-1994 απόφασή του, την επανέφερε στην υπηρεσία της, οπότε και επανήλθε, τοποθετήθηκε δε στη Δ/νση Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών την 1-8-1994, χωρίς δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών. Λόγω δε: α) της παραλείψεως της ως άνω Επιτροπής να γνωμοδοτήσει εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 § 4 του ν. 193/1975 για την επαναφορά της στην υπηρεσία της, και β) της παράνομης απορρίψεως της αιτήσεώς της περί επαναφοράς της, υπέστη ζημία από την απώλεια των αποδοχών της που θα ελάμβανε, εάν είχε επαναφερθεί στην υπηρεσία της, κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-1985 έως 31-7-1994, ανερχόμενη στο ποσό των 17.445.977 δραχμών. Προσθέτοντας περαιτέρω ότι για τις αξιώσεις της εκ δραχμών 8.044.852, που αντιστοιχούν σε μέρος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ήτοι για το διάστημα από 11-6-1985 έως 31-12-1990, καθώς και για ποσό 152.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στην ειδική μηνιαία αποζημίωση του άρθρου 41 § 8 του ν.2065/1992 για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-7-1994, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 299/2013 απόφασή του αποφάνθηκε αμετακλήτως ότι στερούνται δικαιοδοσίας τα διοικητικά δικαστήρια, η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την υπό κρίση αγωγή την επιδίκαση σ' αυτήν αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 8.196.852 δραχμών (και ήδη 24.055,33 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τη ζημία που υπέστη, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, από την απώλεια των αποδοχών της, που θα ελάμβανε τότε, απότοκη, ως ελέχθη, της παράνομης παραλείψεως της Επιτροπής και του Υπουργού να εκδώσουν, εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 § 4 του ν. 193/1975, τις αποφάσεις τους για την επαναφορά της στην υπηρεσία. Ενόψει του περιεχομένου της αυτού, η ένδικη αγωγή υπάγεται, από άποψη διαχρονικού δικαίου, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ως διοικητική διαφορά ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ. Τούτο δε, διότι η επικαλούμενη παράλειψη της Επιτροπής, που τερματίστηκε με την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως, καθώς και η φερόμενη ως παράνομη εκτελεστή διοικητική πράξη του παραπάνω διοικητικού οργάνου, των οποίων απότοκος φέρεται να είναι η κατά την αγωγική βάση αποκαταστατέα ζημία της αναιρεσίβλητης, φέρονται να έχουν τελεστεί κατά τα έτη 1984 και 1985, και μάλιστα μέχρι 10-6-1985, δηλαδή πριν από την κατά την 11η Ιουνίου 1985 έναρξη της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, το Εφετείο, με το να μην απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 91 §§ 1 και 3 και 93 του Κώδικα Δημόσιου Λογιστικού (ν.δ. 321/1969), που έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση (κατ' άρθρο 107 § 1 του ν. 2362/1995, καθότι τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα κατά το χρόνο ισχύος του), συνάγεται ότι οι αξιώσεις που απορρέουν από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Με την ειδική ρύθμιση του άρθρου 93 του παραπάνω Κώδικα, όπου δεν επαναλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται άλλως", που έχει τεθεί στην § 1 του άρθρου 91 του ίδιου Κώδικα αναφορικά με τη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής, ως αφετηρία της παραγραφής όλων των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων, ορίζεται το αντικειμενικό γεγονός του τέλους του οικονομικού έτους (το οποίο, κατά το άρθρο 5 § 2 του ίδιου Κώδικα, αρχίζει την 1/1 και λήγει στις 31/12 του ίδιου έτους), και όχι η γνώση από τον παθόντα της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. Η έλλειψη, εξ άλλου, της γνώσεως του ζημιωθέντος, ως γεγονός πραγματικό, δεν συνεπάγεται αδυναμία δικαστικής επιδιώξεως της αξιώσεως και για το λόγο αυτό δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής, αφού, κατά την έννοια του άρθρου 93 του ν.δ. 321/1969 (ταυτόσημου με το άρθρο 251 Α.Κ.), τέτοια αδυναμία συντρέχει μόνο όταν η άσκηση της οικείας αγωγής αποκλείεται από λόγους νομικούς. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 937 του Α.Κ., αν από την δικαιοπραξία, η οποία δημιούργησε κατάσταση αντίθετη προς το δικαίωμα (ή το έννομο συμφέρον) που έχει προσβληθεί, παράγονται επιζήμιες συνέπειες στο μέλλον, η αξίωση αποζημίωσης δεν αναγεννάται κάθε φορά που επέρχεται κάποια από τις συνέπειες αυτές, αλλά γεννιέται μία φορά, όταν αρχίζουν να αναδίδονται οι πρώτες από τις συνέπειες αυτές, τότε δε αρχίζει και η παραγραφή της, ακόμη και αν η αξίωση αφορά αποκατάσταση ζημιών που μέλλουν να προκύψουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου ότι, από τότε, μπορεί η ζημία να προβλεφθεί και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως για αποζημίωση. Δεν αρχίζει όμως η παραγραφή από το προαναφερόμενο χρονικό σημείο, αν η βεβαίωση της παρανομίας του κρατικού οργάνου έχει ανατεθεί από το νόμο αποκλειστικά στη διοικητική αρχή (με την επιφύλαξη της ακυρωτικής διαδικασίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας), αφού, στην περίπτωση αυτή, η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως δεν είναι εφικτή πριν από την τελική κρίση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, οπότε η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο συντελέστηκε η εν λόγω κρίση της διοίκησης (Ολ.ΑΠ 16/1995). Περαιτέρω, τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν διοικητική διαφορά ουσίας που ανακύπτει από παράνομη διοικητική πράξη οργάνων του Δημοσίου, υπό τους όρους του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν η πράξη εκδόθηκε πριν από την 11η Ιουνίου 1985, οπότε υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, δικαιούνται να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και την νομιμότητα της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, εκτός αν τον έλεγχο αυτόν ανέθεσε ο νόμος σε διοικητικό δικαστήριο, αποκλείοντας συνάμα ακόμη και την παρεμπίπτουσα έρευνα εκ μέρους των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 § 1 του ν.193/1975 "περί επαναφοράς εις την υπηρεσίαν απολυθέντων εκτάκτων, επί θητεία ή επί σχέσει εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", όσοι είχαν προσληφθεί έως τις 20 Απριλίου 1967 σε δημόσιες υπηρεσίες ή σε ΝΠΔΔ ως υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολύθηκαν κατά το από 21-4-1967 έως 23-7-1974 χρονικό διάστημα, βάσει συντακτικών πράξεων ή νομοθετημάτων ή διοικητικών πράξεων του δικτατορικού καθεστώτος, δικαιούνται να ζητήσουν την επαναφορά τους στην υπηρεσία από την οποία απολύθηκαν, με αίτηση, επί της οποίας γνωμοδοτεί δεσμευτικά για τον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό η Επιτροπή του άρθρου 4 § 2 του ν.δ. 76/1974. Στον παραπάνω νόμο δεν περιέχεται ούτε διάταξη που να αποκλείει την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ή τον παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας από αυτά, έως ότου η υπόθεση κριθεί από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο (πρβλ. Ολ.ΑΠ 469/1984), ούτε διάταξη που να προβλέπει νέα και τελική κρίση της ίδιας Επιτροπής ή άλλου οργάνου της Διοικήσεως για τη βασιμότητα ή μη της αιτήσεως επαναφοράς στην υπηρεσία. Επομένως, αν η απορριπτική γνωμοδότηση της Επιτροπής είναι παράνομη και έχει επιζήμιες συνέπειες για τον αιτούντα, συνιστάμενες στην στέρηση των αποδοχών που θα αποκόμιζε από την παροχή της εργασίας του στην υπηρεσία, στην οποία παράνομα δεν επανήλθε, η παραγραφή της από το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. αξιώσεως για αποζημίωση κατά του Δημοσίου, του οποίου όργανο εξοπλισμένο με δημόσια εξουσία είναι η πιο πάνω Επιτροπή, αρχίζει, ως προς την όλη ανορθωτέα ζημία, παρούσα και μελλοντική, από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκδόθηκε η αρνητική γνωμοδότηση της Επιτροπής και άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες από τις παραπάνω επιζήμιες συνέπειες. Περαιτέρω, η Ειδική Τριμελής Επιτροπή Δευτεροβάθμιας Κρίσης, που συνεστήθη το πρώτον με το άρθρο 12 ν.1232/1982, είχε ως έργο αποκλειστικώς και μόνο να επανακρίνει τη βασιμότητα των προβληθέντων από τους ενδιαφερόμενους, με την αρχική αίτησή τους, συγκεκριμένων ισχυρισμών και στοιχείων περί της δυσμενούς μεταχειρίσεώς τους, καθώς και να εξετάζει τυχόν νέα στοιχεία και ισχυρισμούς, προβαλλομένους το πρώτον ενώπιόν της, δεν είχε δε η εν λόγω Δευτεροβάθμια Επιτροπή αρμοδιότητα να ερευνά τη νομιμότητα των απορριπτικών πράξεων της κατά το άρθρο 4 παρ.2 ν.δ.76/1974 Πρωτοβάθμιας Επιτροπής. Συνακόλουθα τούτων, σε περίπτωση εκδόσεως απορριπτικής πράξεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής, η αξίωση του ενδιαφερομένου για αποζημίωση γεννιέται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη κατά το χρόνο εκδόσεωςτης πράξεως αυτής και όχι κατά το χρόνο εκδόσεως της πράξεως της δευτεροβάθμιας επιτροπής, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση επανακρίσεώς του (ΣτΕ 3526/2005, 625/2003). Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι, σε σχέση με την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, που επιδιώκεται με την αγωγή της (όπως το περιεχόμενό της έχει εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη), ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη από το χρόνο που εκδόθηκε η …/1-2-1994 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 12 του ν.1232/1982 και όχι από το χρόνο που εκδόθηκε η …/7-3-1985 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 § 2 του ν.δ. 76/1974, με την οποία αυτή γνωμοδότησε αρνητικά επί της αιτήσεώς της, και ότι, από το τέλος του έτους 1994 άρχισε η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί την 5-3-1996, δηλαδή κατά την επίδοση της από 23-2-1996 αγωγής της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επικαλείται η αναιρεσίβλητη ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως προς τις αποζημιώσεις του χρονικού διαστήματος από 11-6-1985 μέχρι 31-12-1990. Ακολούθως το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγική αυτή βάση και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα αιτούμενα ποσά, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί παραγραφής, μετά από εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., καθώς και εκείνες των άρθρων 91 §§ 1 και 4, 93 και 95 του ν.δ. 321/1969, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση θεμελιώνεται στη παρανομία της ανωτέρω από 7-3-1985 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Κρίσεως, που απέρριψε την αρχική αίτηση της αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση και όχι σ' αυτή της μεταγενεστέρως εκδοθείσης από 1-2-1994 αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, με συνέπεια να έχει συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής ο χρόνος παραγραφής για την αξίωσή της αυτή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 1 (αληθώς, και όχι και από τον αριθμό 19, όπως αναφέρεται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβάσεως των κανόνων αυτών και την συνεπεία αυτής παραδοχή της αγωγής κατά το αντίστοιχο κονδύλιο, παρελκούσης πλέον της έρευνας του δευτέρου αναιρετικού λόγου που αφορά στη δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως. Στο σημείο αυτό παρατηρείται ότι το αναιρεσείον δεν προσβάλλει με λόγο αναιρέσεως την απόφαση, καθ' ο μέρος το Εφετείο απέρριψε την έφεσή του κατά της 7327/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το υπό της τελευταίας γενόμενο δεκτό κονδύλιο των 446,07 € ισότιμο με 152.000 δρχ., που αφορά στην αξίωση της αναιρεσίβλητης για την ειδική αποζημίωση του άρθρου 41 παρ.8 ν.2065/1992 για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-7-1994. 3. Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.ΑΠ 42/2005, 25/2001). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 11-6-1985 έως 31-12-1990 έχει παραγραφεί στο σύνολό της, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως. Γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται η απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, επικυρουμένης έτσι της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος. Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3234/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 29.12.2014 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 7327/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την αναιρετική όσο και την κατ' έφεση δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ