Legislator Case Law & Legislation
352/2017 AI generated

352/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 352/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 352 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2017

Legislator headnote

AI generated

352/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 352 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2017

Keywords

AI generated
liability of insured driver unfitness to drive driving whilst disqualified accident insurance appeal inadmissible withdrawal from accident insurance accident insurance causality
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 352 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μωραΐτη.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αδαμάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκε με την από 24-9-2013 (διά των προτάσεων) ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 28-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 149/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την από 15-9-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/2015) αίτηση για αναίρεση διώκεται η αναίρεση της 149/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού.

Κατά το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6β παρ. 1α του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14-5-2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, και αρκούσε το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, το οποίο α) δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 9-1-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία εξέθετε, ότι εξαιτίας του εν αυτή ατυχήματος κατέβαλε στα πλαίσια εξωδίκου συμβιβασμού τα ποσά των 12.000 ευρώ σε έκαστον εκ των δύο αδελφών της θανούσας πεζής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη κατά τον χρόνο του ατυχήματος εστερείτο αδείας οδηγήσεως αφού αυτή είχε λήξει από την 1-9-2008, οπότε η προκληθείσα ζημία εξαιρείτο της ασφαλίσεως, σύμφωνα και με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.000 ευρώ, καθώς από πλευράς της (εναγομένης) είχε καταβληθεί εξώδικα το ποσό των 6.000 ευρώ για την ίδια αιτία, και β) απέρριψε την με τις προτάσεις ασκηθείσα, ανταγωγή της εναγομένης, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο κατά τα ως άνω της είχε καταβάλει. Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης κράτησε και συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο σχετικώς με την εξ αναγωγής απαίτηση της εναγούσης κατά της εναγομένης δέχθηκε τα εξής: "...Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3557/2007 η ισχύς του οποίου άρχισε από 14.5.2007, καταργήθηκε η υπ' αριθμό Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 που ορίζει ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν τους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, δεν αποτελούν αυτοσκοπούς, αλλά λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, αν η επιδειχθείσα από αυτόν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά επιδρά στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, την κάλυψη του οποίου έχει αναλάβει με τη σύμβαση ασφάλισης ο ασφαλιστής. Οι προβλεπόμενοι στα εδάφια β' και γ' λόγοι απαλλαγής αποτελούν και κατά τη γραμματική τους διατύπωση για την ενεργοποίησή τους ως προϋπόθεση τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ:

α) της αναλώσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και του ατυχήματος και β) της διαφορετικής χρήσεως του αυτοκινήτου από αυτή που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και του ατυχήματος. Ανάλογη ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας δεν περιέχει η περίπτωση α' (έλλειψη άδειας οδήγησης), όπως προκύπτει από τη γραμματική διάταξη της προαναφερόμενης διάταξης. Οι δύο λόγοι απαλλαγής (β' και γ') δεν έχουν διαφορετική νομική φύση από το λόγο απαλλαγής της περίπτωσης α'. Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους άνω λόγους απαλλαγής ή εξαιρέσεως ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά τούτο επέρχεται, εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της ελλείψεως άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος. Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 6β παρ. 1 εδ. α' του ν. 489/ 1976 (έλλειψη ικανότητας οδήγησης). Τέτοια, κατά κανόνα θα συντρέχει, όταν οι συνθήκες και οι περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατυχήματος ανίκανου προς οδήγηση προσώπου ως στερουμένου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού π.χ. αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέρα του ορίου, αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του θεωρείται ότι ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. Αθαν. Κρητικό αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, παρ. 28 αριθ. 35, 36, 37, ΕφΘεσ 1675/2012, Αρμ 2013, 741)... Συνυπαίτιες για το ατύχημα ήταν τόσο η θανούσα όσο και η οδηγός του ΙΧΕ. Η θανούσα επειδή επιχείρησε να διασχίσει την οδό χωρίς να ελέγξει επισταμένως εάν από την κίνησή της αυτή θα ετίθετο κίνδυνος για τη σωματική της ακεραιότητα από την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και η οδηγός επειδή δεν είχε τεταμένη την προσοχή της ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς προ εμποδίων. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας κατανέμεται εύλογα σε 60% για την οδηγό και 40% για την πεζή. Τα αδέλφια της θανούσας Ι. Σ. και Α. Σ. άσκησαν αγωγές κατά των νυν διαδίκων ζητώντας ο μεν πρώτος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ύψους 35.000 ευρώ, η δε δεύτερη αποζημίωση 268.08 ευρώ για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας και 40.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Προ της συζητήσεως της αγωγής της Α. Σ., συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και στις 19.4.2011 κατεβλήθη το ποσό των 12.000 ευρώ, αναλυόμενο σε 11.000 ευρώ για αιτηθέν κεφάλαιο και 1.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Τα ίδια ποσά κατεβλήθησαν και στον Ι. Σ. συμβιβαστικά στις 5.7.2012. Αμφότεροι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν κάθε αξιώσεώς τους. Αποδεικνύεται ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης, καθώς αυτή είχε λήξει από 1.9.2008. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά της εναγομένης ως οδηγού και ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος, διότι αυτή είχε την ικανότητα να οδηγεί, γεγονός που αποδεικνύεται εκ του ότι ανανέωσε άμεσα την άδεια ικανότητας οδήγησης μετά το ατύχημα. Επίσης το τροχαίο ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που καταδεικνύουν ανικανότητα στο πρόσωπο της εναγομένης να οδηγεί, ως στερουμένης της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατείχε άδεια οδήγησης που δεν είχε τυπικά ανανεωθεί μέχρι την ημέρα του ατυχήματος.

Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω. Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση έλλειψης της άδειας ικανότητας οδήγησης, όπως ορίζεται ρητά στο ζήτημα της μέθης ή της διαφορετικής χρήσης του οχήματος, και η απαλλαγή της ενάγουσας δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη αυτή, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και του τροχαίου ατυχήματος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δικαιούται η ενάγουσα να διεκδικήσει αναγωγικά από την εναγομένη τα ποσά που κατέβαλε στα αδέλφια της θανούσας με αφορμή το τροχαίο ατύχημα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή με την αιτιολογία ότι η απαλλαγή της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας επέρχεται ανεξάρτητα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης άδειας και της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6β περ. 1α του π.δ. 237/1986. Περαιτέρω, εφόσον δεν υφίστατο λόγος απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, η αντενάγουσα αχρεωστήτως κατέβαλε στην αντεναγομένη το ποσό των 6.000 ευρώ ως εν μέρει εξόφληση των ποσών που κατέβαλε η τελευταία στην Α. Σ. και γενομένης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ανταγωγής, πρέπει να υποχρεωθεί η αντεναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να της τα καταβάλει, νομιμοτόκως από 25.9.2013, επομένη ημέρα της άσκησης της ανταγωγής, καθώς δεν προκύπτει ότι η αντεναγομένη ήταν γνώστης του αχρεωστήτου, ώστε να καταβληθούν τόκοι από την ημέρα καταβολής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 911 παρ. 1 ΑΚ". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης απαιτώντας για την εφαρμογή του άρθρου 6β παρ. 1α, του Π.Δ. 237/1986 και τη συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ ελλείψεως αδείας οδηγήσεως και της ζημίας που προκάλεσε στο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα η ασφαλισμένη της αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παράβαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διατάξεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εκτός από το κεφάλαιό της που αφορά τη συνυπαιτιότητα της θανούσας και της οδηγού στο οδικό ατύχημα, αφού κατά το κεφάλαιο αυτό δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 149/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο, κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ