Legislator Case Law & Legislation
352/2010 AI generated

352/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 352/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 352 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2010

Legislator headnote

AI generated

352/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 352 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2010

Keywords

AI generated
insufficient economic hardship family hardship grounds financial hardship claimant's entitlement entitlement to insurance benefits lack of self-sufficiency
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 352 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 352/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 189/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989). Επίσης δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 11/1996, 12/1991, Α.Π. 354/2006, Α.Π. 448/2006, Α.Π. 624/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "Στις 16 Ιουλίου 2002 και περί ώρα 19.30 περίπου ο Ζ, ετών 35. σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του ανήλικου τέκνου της, ..., που κατά την παραπάνω ημερομηνία ήταν μόλις 24 ημερών, γιος του δευτέρου και της τρίτης εναγομένης και αδελφός της τέταρτης και πέμπτης, βρισκόταν σε αγρό ιδιοκτησίας του στα ... μαζί με τον Ξ, χειριστή μηχανήματος (φορτωτή). Ενώ ο Ξ καθάριζε τον αγρό με το παραπάνω μηχάνημα και ο Ζ τον παρακολουθούσε, εισήλθε στον ως άνω αγρό από παρακείμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του ο Θ θείος του Ζ και χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν πλησίασε σε κοντινή απόσταση περίπου δέκα (10) μέτρων τον Ζ και τον σκότωσε πυροβολώντας τον στο κεφάλι. Αμέσως μετά ο δράστης στράφηκε προς τον Ξ, ο οποίος έντρομος παρακολουθούσε το περιστατικό και του είπε με άγριο ύφος "φύγε γιατί θα σκοτώσω και εσένα". Ο Ξ φοβισμένος τράπηκε σε φυγή και μετέβη στο αστυνομικό τμήμα των ... και κατήγγειλε το συμβάν, ενώ ο Θ, λίγη ώρα μετά το φονικό, αυτοκτόνησε με το ίδιο όπλο με το οποίο αφαίρεσε τη ζωή του Ζ. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο Θ σκότωσε με πρόθεση τον Ζ. Κίνητρο του δράστη αποτέλεσαν οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των δύο οικογενειών (δράστη και θύματος) οι οποίες συνδέονταν και με συγγενικούς δεσμούς. Ο Θ, ετών 81, κατά τον παραπάνω χρόνο, απεβίωσε χωρίς διαθήκη, καταλείποντας μοναδικές κληρονόμους του τις εναγόμενες και συγκεκριμένα την πρώτη εναγομένη σύζυγο του κατά 2/8 και τις λοιπές εναγόμενες θυγατέρες του κατά ποσοστό 3/8 εκάστη...... Εξάλλου η οικονομική κατάσταση των εναγομένων αξιολογείται ως μέτρια, οι δυνατότητες τους είναι περιορισμένες αλλά όχι ανύπαρκτες. Συγκεκριμένα ο υπαίτιος δράστης, σύζυγος και πατέρας των εναγομένων, που, όπως προαναφέρθηκε αυτοκτόνησε μετά την τέλεση του φονικού, ήταν συνταξιούχος εργάτης και η ακίνητη περιουσία των θυγατέρων του (γονική παροχή του αποβιώσαντος πατέρα τους) είναι ένα κτήμα δύο στρεμμάτων με δύο ισόγειες οικίες τριάντα περίπου ετών, ενώ η σύζυγός του, χήρα του υπαιτίου το μόνο περιουσιακό στοιχείο που έχει είναι ένα μονόρικτο δωμάτιο κτισμένο με τσιμεντολίθους στο οποίο και διαμένει....... ". Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες - εναγόμενες να καταβάλλουν στους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, μετά από στάθμιση της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων και των εν γένει συνθηκών θανατώσεως του θανόντος και του βαθμού πταίσματος του υπαιτίου, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, δια της παραδοχής ως βασίμων των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών. Δεν παρείδε συνεπώς τον λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών δια του οποίου αυτές, επαναφέρουσες πρωτοδίκως υποβληθέντας ισχυρισμούς, ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, διότι δεν απεδεικνύοντο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν νεκροί οι ως άνω Ζ και Θ και επί πλέον...... υφίστατο κίνδυνος να χάσουν τις οικίες ....που τυπικά ανήκαν στον αποβιώσαντα πατέρα τους.., ενώ ουσιαστικά ανήκουν στους συζύγους των δεύτερης και τρίτης αυτών ..., αλλ' αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Υπό τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τις αναιρεσείουσες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι " αναιτιολόγητα δέχεται το Εφετείο ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων αξιολογείται ως μέτρια, οι δυνατότητές τους, είναι περιορισμένες, αλλά όχι ανύπαρκτες...", χωρίς να προκύπτει αν έλαβε υπόψη του, για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους, θέματα όπως "από πόσα μέλη αποτελείται η οικογένεια τους αναιρεσειουσών και ποιες οι ανάγκες εκάστου εξ' αυτών και ποια τα έσοδα της οικογενείας τους .....", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο προσδιορισμός, κατ' άρθρο 932 Α.Κ., του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθ.11 περ. γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης των ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή των αντιδίκων τους, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείουσες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: την από 16.7.2002 έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων του Α/Τ ..., καθώς και τις από 4.2.2003, 31.7.2002, 1.11.2002 και 16.8.2002, καταθέσεις των ..., ..., ... και ..., από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αποδεικνύεται η ανυπαρξία των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και έτσι κατέληξε, στην απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.7.2008 αίτηση των ... κ.λ.π., για αναίρεση της 189/ 2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας). Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ