Legislator Case Law & Legislation
351/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against theft conviction, citing adequate sentencing justification and proportionality.

Case Number 351/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against their second-instance conviction for joint theft of valuable monuments. The defendants argued that the sentencing lacked specific justification and misapplied the law regarding the severity of the crime. The court rejected these claims, finding the second-instance judgment sufficiently reasoned and the five-year sentence proportionate to the gravity of the offense under the Penal Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d), (e) and 79 of the Penal Code; The Supreme Court holds that a second-instance judgment is not subject to cassation if it provides adequate reasoning for the penalty assessment and the imposed sentence is proportionate to the crime's gravity.

Keywords

AI generated
appeal cassation penal code provisions sentencing proportionality joint criminal offense theft valuable monuments adequate reasoning legal justification

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) and (e) of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Penal Code
Article 54 of Law 3028/2002
Articles 50, 51, 52, 83, 84(2)(e), 85 and 463 of the Penal Code
Articles 577(2)(a) and 578(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 351 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 351/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο- Εισηγητή, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Σ. του Ι. , κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής-Μαρίας Νικολάου, 2. Ε. Ε. του Α. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μίστρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 159/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η πληρεξουσία δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος Ι. Σ. , ζήτησε να γίνει δεκτή η από 25-6-2025 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες με το από 27-11-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι αυτής λόγοι καθώς και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσείοντος Ε. Ε. , ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η από 24-11-2025 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος Ι. Σ. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η (πρώτη) κρινόμενη από 25-6-2025 αίτηση αναίρεσης του (πρώτου) εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Α. Σ. του Ι. , κατά της υπ' αριθμ. 159/7-5-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία στις 7-11-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποία αυτός (πρώτος αναιρεσείων) καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ακολούθως επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισής του, ο οποίος παραστάθηκε στην συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, (δήλωση) που έλαβε χώρα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-6-2025, δηλαδή πριν από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο προαναφερθέν κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.

Εξάλλου, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του εν λόγω πρώτου αναιρεσείοντος με το από 27-11-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω (πρώτης) αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ), άσκησε προσθέτους λόγους αναίρεσης κατά της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης. Η κρινόμενη πρώτη αίτηση αναίρεσης αλλά και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αίτηση αναίρεσης, όσον και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων.

Η (δεύτερη) κρινόμενη από 24-11-2025 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος Ε. Ε. του Α. , κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 159/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε επίσης για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.

ε' ΠΚ, ακολούθως επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωσή του στον Διευθυντή του Σωφρονιστικού Καταστήματος … , όπου κρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. β', 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Η δεύτερη αυτή κρινόμενη αίτηση αναίρεσης περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Α', Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων. Αμφότερες οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης από αυτές που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 346/2025, ΑΠ 761/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).

Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης απαιτείται όχι μόνο για την κύρια απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους καταλείπεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης με σκοπό να προσκομισθούν νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Διαφορετικά, αν δηλαδή, το αίτημα αναβολής είναι αόριστο, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με αυτό ή να το απορρίψει με την απαιτούμενη αιτιολογία. Επί πλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.

δ' της ΕΣΔΑ και επιφέρει σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1, περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, δηλαδή της απόλυτης ακυρότητας καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτό αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (ΑΠ 346/2025, ΑΠ 659/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί μία απόφαση, μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1 ΚΠΔ) και δεν καλύφθηκε (άρθρα 174 και 175 ΚΠΔ) (ΑΠ 761/2024).

Ο πρώτος αναιρεσείων Α. Σ. του Ι. , εκθέτει με την (πρώτη) κρινομένη αίτησή του ότι απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία το υποβληθέν για λογαριασμό του από τους συνηγόρους υπεράσπισής του αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης για "κρείσσονες" αποδείξεις και συγκεκριμένα, για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη "χρονολόγηση των αρχαίων αντικειμένων" αλλά και για να κλητευθούν και να καταθέσουν οι αναφερόμενοι εκ μέρους του μάρτυρες και ισχυριζόμενος ότι με τον τρόπο αυτό, επήλθε σχετική ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο που δεν καλύφθηκε αλλά και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με την απόρριψη του ως άνω υποβληθέντος αιτήματός του, με τις τρεις (επί μέρους) συνεξεταζόμενες αιτιάσεις του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου της (πρώτης) αίτησης αναίρεσής του - κατά την ορθή αρίθμησή τους και το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Δ', Β' και Θ' ΚΠΔ, πλημμέλειες αντίστοιχα.

Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρεσείων Ε. Ε. του Α. , με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο της (δεύτερης) αίτησής του - κατά την ορθή αρίθμησή του - που επίσης συνεξετάζεται με τις αμέσως προηγουμένως αναφερόμενες επί μέρους αιτιάσεις του πρώτου αναιρετικού λόγου της πρώτης αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται επίσης ότι χωρίς ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε το υποβληθέν για λογαριασμό του αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για την χρονολόγηση των εν λόγω αρχαίων αντικειμένων και αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Δ' ΚΠΔ). Το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης απέρριψε το ως άνω υποβληθέν αίτημα για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης διαλαμβάνοντας στο σχετικό σκεπτικό του τα εξής: "Το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων τυγχάνει αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, ως παρελκυστικό της δίκης, καθώς από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από την με αριθμ.

πρωτ. ...2010 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Υποδ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, με την οποία αναλύθηκαν και εκτιμήθηκαν με ακρίβεια και επαρκώς τα κατασχεθέντα αρχαία ευρήματα, αφ' ενός μεν, δεν κρίνεται σκόπιμη περαιτέρω διεξαγωγή και άλλης πραγματογνωμοσύνης", ενώ δέχθηκε ακόμη ότι "κρίνεται βάσιμα ότι, οι μάρτυρες υπεράσπισης που προτείνονται από την πλευρά των κατηγορουμένων, δεν έχουν να εισφέρουν κρίσιμα για την αποδεικτική διαδικασία στοιχεία, στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, καθώς το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό κρίνεται επαρκές για το σχηματισμό βέβαιης δικανικής κρίσης".

Επί πλέον, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, που αναφέρεται στην διαδικασία της κατ' έφεση δίκης, "εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον δεν αντιλέγει ο κατηγορούμενος", προκύπτει κατ' αντιδιαστολή προς την διαδικασία της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου επιτρέπεται και διακοπή της συνεδριάσεως κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να βρεθούν και προσέλθουν με βίαιη προσαγωγή κατά τη διάρκεια αυτής οι κλητευθέντες ουσιώδεις μάρτυρες, ότι στην δίκη ενώπιον του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου δεν επιτρέπεται βίαιη προσαγωγή μη κλητευθέντων μαρτύρων, ούτε διακοπή της δίκης προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν για να εξετασθούν μη κλητευθέντες από τον εισαγγελέα μάρτυρες, των οποίων η εξέταση είναι επιτρεπτή μόνον εάν ευρίσκονται στο ακροατήριο και αν κρίνει το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ' αίτηση του εισαγγελέως ή των διαδίκων, ότι πρέπει να εξετασθούν.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο ως προς την απόρριψη του αιτήματος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία, ενώ δεν προκλήθηκε ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ούτε το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του.

Εξάλλου, το ως άνω υποβληθέν αίτημα να κλητευθούν δηλαδή μάρτυρες, χωρίς όμως παράλληλα να προσδιοριστεί εκ μέρους των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σε τι ακριβώς θα συνίστατο η κατάθεσή τους, δηλαδή σε ποια ακριβώς κρίσιμα πραγματικά περιστατικά θα αναφέρονταν η κατάθεσή τους, τυγχάνει απαράδεκτο ως αόριστο (ΑΠ 346/2025, ΑΠ 659/2020, ΑΠ 1332/2019) και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει την απόρριψή του, εν τούτοις όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το παραπάνω σχετικό αίτημα διαλαμβάνοντας τις παραπάνω αναφερόμενες σαφείς και νόμιμες σκέψεις (ΑΠ 1332/2019).

Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Ε. Ε. εκθέτει με την (δεύτερη) αίτηση αναίρεσής του ότι υποβλήθηκε για λογαριασμό του, το αίτημα να "επιδειχθεί στο ακροατήριο" "το μπρούτζινο άγαλμα του Αλεξάνδρου", όπως το χαρακτηρίζει, που αποτελεί ένα από τα (αρχαία) αντικείμενα, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά του αυτό και ισχυριζόμενος ότι εξ αιτίας του λόγου αυτού επήλθε σχετική ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο που δεν καλύφθηκε αλλά και απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, με τους δύο πρώτους συνεξεταζόμενους λόγους της (δεύτερης) αναίρεσής του - κατά την σωστή αρίθμησή τους και το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Β' και Α' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες αντιστοίχως. Από την επιτρεπτή για την βασιμότητα των προαναφερθέντων δύο αναιρετικών λόγων, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και ως εκ τούτου αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι σε σχετικό έγγραφο υπόμνημα που κατέθεσε στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για λογαριασμό του δευτέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, ο συνήγορος υπεράσπισής του, με το οποίο (υπόμνημα) υπέβαλε το προαναφερόμενο αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να προσδιορισθεί εάν το παραπάνω άγαλμα μπορεί να θεωρηθεί ως αρχαίο αντικείμενο και αναφέρονταν ακόμη και τα εξής: "...Παρέπεται ότι η όλη αισθητική εικόνα του αγάλματος, την οποία αιτούμαι να αποτελέσει αντικείμενο επιδείξεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, προκύπτει το τελείως παράλογο μιας φθηνής απομιμήσεως να κρίνεται ως το ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΑΓΑΛΜΑ του συγκεκριμένου γλύπτη Λυσίπου και να ευρίσκεται στα πειστήρια της συγκεκριμένης δίκης αντί στο καλύτερο μουσείο της Ελλάδος".

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με την προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε και απέρριψε εμμέσως πλην σαφώς αν και δεν όφειλε και στο αορίστως υποβληθέν συναφές αίτημα επιδείξεως του αγάλματος και συνεπώς, αμφότεροι οι προαναφερθέντες (δηλαδή ο πρώτος και ο δεύτερος) αναιρετικοί λόγοι της δεύτερης αίτησης αναίρεσης τυγχάνουν αβάσιμοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α' 153/28-6-2002) που τιτλοφορείται "Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς", "1. Στην προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγεται η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα.

Η προστασία αυτή έχει ως σκοπό τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης χάριν της παρούσας και των μελλοντικών γενεών και την αναβάθμιση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. 2. Η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας αποτελείται από τα πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, καθώς και εντός άλλων θαλάσσιων ζωνών στις οποίες η Ελλάδα ασκεί σχετική δικαιοδοσία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο...3.

Στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου, το Ελληνικό Κράτος μεριμνά και για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ελληνική επικράτεια, οποτεδήποτε και αν απομακρύνθηκαν από αυτήν. Το Ελληνικό Κράτος μεριμνά επίσης στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που συνδέονται ιστορικά με την Ελλάδα οπουδήποτε και αν βρίσκονται", ενώ κατά τις διατάξεις 2 του αυτού ως άνω νόμου, "Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου:

α) Ως πολιτιστικά αγαθά νοούνται οι μαρτυρίες της ύπαρξης και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου. β) Ως μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία βάσει των εξής διακρίσεων:

αα) Ως αρχαία μνημεία ή αρχαία νοούνται όλα τα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το 1830, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 20...δδ) Ως κινητά μνημεία νοούνται τα μνημεία που δεν θεωρούνται ακίνητα..." και κατά το άρθρο 3 του ιδίου νόμου, "1.

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας συνίσταται κυρίως: α) στον εντοπισμό, την έρευνα, την καταγραφή, την τεκμηρίωση και τη μελέτη των στοιχείων της, β) στη διατήρηση και στην αποτροπή της καταστροφής, της αλλοίωσης και γενικά κάθε άμεσης ή έμμεσης βλάβης της, γ) στην αποτροπή της παράνομης ανασκαφής, της κλοπής και της παράνομης εξαγωγής, δ) στη συντήρηση και την κατά περίπτωση αναγκαία αποκατάστασή της, ε) στη διευκόλυνση της πρόσβασης και της επικοινωνίας του κοινού με αυτήν, στ) στην ανάδειξη και την ένταξή της στη σύγχρονη κοινωνική ζωή και ζ) στην παιδεία, την αισθητική αγωγή και την ευαισθητοποίηση των πολιτών για την πολιτιστική κληρονομιά...", ενώ κατά το άρθρο 20 παρ. 1 στα κινητά μνημεία περιλαμβάνονται αυτά που χρονολογούνται έως και το 1453, τα οποία, μάλιστα, προστατεύονται από τον νόμο χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης (ΣτΕ 358/2024).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 20, 21, 24 του αυτού ως άνω Ν. 3028/2002, ως αρχαία μνημεία νοούνται όλα τα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το έτος 1830, ενώ στα κινητά μνημεία περιλαμβάνονται και αυτά που χρονολογούνται έως και το έτος 1453 και τα αρχαία αυτά μνημεία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και είναι εκτός συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα.

Όπως δε, ορίζεται στο άρθρο 54 του αυτού ως άνω νόμου που τιτλοφορείται "Υπεξαίρεση μνημείων", με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 ΠΚ), αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του αυτού ως άνω Ν. 3028/2002, που τιτλοφορείται "Εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών", "1. Πολιτιστικά αγαθά εισάγονται ελεύθερα στην ελληνική επικράτεια υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων, που αφορά στα ληπτέα μέτρα για την απαγόρευση και παρεμπόδιση της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης της κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών και έχει κυρωθεί με το Ν. 1103/1980 (ΦΕΚ Α' 297) και των λοιπών κανόνων του διεθνούς δικαίου. 2.

Ο κάτοχος εισαχθέντων πολιτιστικών αγαθών που αποτελούν μνημεία κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1α, 1β και 6 του άρθρου 20 οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να δηλώνει στην Υπηρεσία την εισαγωγή και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του" και κατά τις διατάξεις του άρθρου 58 του ιδίου νόμου, με τον τίτλο "Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου", όποιος παραλείπει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 δήλωση στην πλησιέστερη αρχαιολογική, αστυνομική ή λιμενική αρχή, με την οποία γνωστοποιείται ότι βρήκε ή περιήλθε στην κατοχή του κινητό αρχαίο που χρονολογείται έως και το έτος 1453, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 του αυτού ως άνω Ν. 3028/2002, με τον τίτλο "Παράνομη Εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών", "Όποιος εισάγει στην Ελλάδα πολιτιστικά αγαθά κατά την έννοια της από 17 Νοεμβρίου 1980 διεθνούς συμβάσεως των Παρισίων που κυρώθηκε με το Ν. 1103/1980 (ΦΕΚ 297 Α'), τα οποία έχουν αφαιρεθεί παράνομα από Μουσεία ή άλλα παρόμοια ιδρύματα ή θρησκευτικά ή δημόσια μνημεία που βρίσκονται στην επικράτεια άλλων κρατών μερών της ίδιας συμβάσεως και τα οποία αποτελούν αποδεδειγμένα τμήμα της απογραφής των ιδρυμάτων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και υποκειμενικώς, δόλια προαίρεση του δράστη που ενέχει, αφ' ενός μεν, τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή καθιερώνεται στον Αστικό Κώδικα, αφ' ετέρου δε, τη θέληση, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, να ενσωματώσει το πράγμα στη δική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι εκείνος ο οποίος καθίσταται κάτοχος αρχαίου κατά τα άνω αντικειμένου, εκτός από τη διάπραξη του αδικήματος από τη μη δήλωση της κατοχής του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, τελεί και το έγκλημα της υπεξαίρεσης, εφόσον εκδηλώνει πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης με την ενσωμάτωση του αρχαίου κινητού πράγματος στην ατομική του περιουσία, ενώ ως χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη αυτή ιδιοποίηση του αρχαίου. Ο προαναφερθείς Ν. 3028/2002 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 54 αυτού (νόμου), αλλά επαυξάνει υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις προβλεπόμενες για τα εν λόγω εγκλήματα ποινές, όπως στην περίπτωση που η πράξη της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο αρχαίο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, οπότε το συγκεκριμένο έγκλημα προσλαμβάνει διακεκριμένο, ήτοι κακουργηματικό χαρακτήρα (ΑΠ 1120/2025, ΑΠ 1481/2023, ΑΠ 105/2023, ΑΠ 95/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 παρ. 3 νΠΚ, που ήδη καταργήθηκε από 1-5-2024 [άρθρο 136 περ. α' του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.3.2024)], "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της". Στη ρύθμιση αυτή, όπως και σε αυτές των άλλων σχετικώς περιπτώσεων του άρθρου 463, οδήγησε και η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινωνική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη, οπότε ο ποινικός νομοθέτης παρενέβη αποφασιστικά με τον τρόπο αυτό και μείωσε δραστικά και οριζόντια τις ποινές των ειδικών ποινικών νόμων (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 1121/2023).

Η πρόβλεψη του άρθρου 463 ΠΚ συνιστά λόγο μείωσης της ποινής και όχι νέο πλαίσιο της αρχικά απειλούμενης ποινής (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 1375/2025, ΑΠ 1392/2019). Ως χρόνος τέλεσης της προαναφερθείσης πράξης της υπεξαίρεσης (που σημειωτέον είναι έγκλημα στιγμιαίο), θεωρείται όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος, κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη ιδιοποίηση του αρχαίου πράγματος, ενώ περί της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης μνημείων, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας.

Έτσι, κρίσιμη για την στοιχειοθέτηση της ανωτέρω πράξης της υπεξαίρεσης είναι, εκτός των άλλων, η εκδήλωση της πρόθεσης του κατόχου των αρχαίων αντικειμένων, κύριος των οποίων, κατά τις διατάξεις του Ν. 3028/2002, είναι το Δημόσιο, να ενσωματώσει αυτά ή την αξία τους παρανόμως στην περιουσία του, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν τα πωλήσει σε τρίτους χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, του χρόνου αυτού θεωρουμένου, όπως αναφέρθηκε, ως χρόνου τέλεσης της υπεξαίρεσης των αρχαίων αντικειμένων, αφού η πώληση συνιστά πράξη, με την οποία εξωτερικεύεται η θέληση του κατόχου να ενσωματώσει αυτά ή την αξία τους στην περιουσία του και αναιρείται η εξουσία του ιδιοκτήτη τους, Ελληνικού Δημοσίου, επ' αυτών (ΑΠ 1206/2024, ΑΠ 105/2023, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 876/2020).

Για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος κατ' άρθρο 13 περ. ε' ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικά επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη και υποκειμενικά, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ δεν απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 1385/2023, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 828/2023, ΑΠ 607/2023).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επί μέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (ΑΠ 1534/2025, AΠ 12/2024, ΑΠ 1076/2023, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 1043/2020).

Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 346/2024, ΑΠ 853/2024, ΑΠ 27/2023). Η εξειδίκευση του χρόνου τέλεσης της πράξης δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, όπως π.χ. λόγω παραγραφής, η οποία αρχίζει από την ημέρα τέλεσης της πράξης (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 1176/2016).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.

Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 εδ. α' ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπεράσπισής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.

Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).

Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (και κυρίως ευμενέστερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1534/2025, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Ο πρώτος αναιρεσείων Α. Σ. του Ι. , με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου της (πρώτης) αίτησης αναίρεσής του - κατά την ορθή αρίθμησή του και το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - όπως επιτρεπτώς συμπληρώνεται με τους τέσσερις προσθέτους λόγους της (πρώτης) αίτησης αναίρεσής του και ο δεύτερος αναιρεσείων Ε.

Ε. του Α. , με τον τρίτο λόγο και τον τέταρτο λόγο της (δεύτερης) αίτησης αναίρεσής του - κατά την σωστή αρίθμησή τους και το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - που συνεξετάζονται μεταξύ τους αλλά με τους αμέσως προηγουμένως αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που αφορούν την ενοχή τους για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και προσάπτουν σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση), τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικές πλημμέλειες.

Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, ότι από τα προσδιοριζόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, από την με αριθμ.

πρωτ. ...2010 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Υποδ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, από την επισκόπηση των φωτογραφιών, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως,) καθώς και απ' όλη εν γένει τη διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις αρχές του έτους 2009, περιήλθε στη Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας, ανώνυμη πληροφορία, ότι δυο άτομα στην περιοχή της Θράκης και πέριξ της Κομοτηνής κατέχουν ένα αρχαίο άγαλμα - προφανώς του Αλεξάνδρου - και διαπραγματεύονται την πώλησή του έναντι των 7.000.000 ευρώ. Μετά από αξιοποίηση πληροφοριών, ο αστυνομικός Ι.

Κ. , μάρτυρας, προσποιούμενος τον ενδιαφερόμενο υποψήφιο αγοραστή, κατόρθωσε να έρθει σε επαφή με άτομο, το οποίο του έδωσε τρείς φωτογραφίες του ως άνω αγάλματος (τις ευρισκόμενες στη δικογραφία, οι οποίες επισκοπήθηκαν). Αρχές του επόμενου έτους, 2010, άγνωστο άτομο έδωσε την πληροφορία στις αστυνομικές αρχές, ότι το άγαλμα θα μεταφερόταν από την περιοχή της Ξάνθης προς τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τα στοιχεία του οχήματος που θα μεταφερόταν και τον αριθμό κυκλοφορίας του.

Σε επιχείρηση που οργανώθηκε από τους αστυνομικούς, κατόπιν των ως άνω πληροφοριών, στην περιοχή της Ξάνθης οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα όχημα με τα στοιχεία που τους είχαν δοθεί, δηλαδή ένα ΙΧΕ μάρκας RAV4, με αρ. κυκλ. ... κινούμενο από Ξάνθη προς Θεσσαλονίκη, οδηγούμενο από τον 1ο κατηγορούμενο με συνοδηγό τον 2ο, το οποίο ακινητοποιήθηκε για έλεγχο επί της Εθνικής Οδού στο ύψος της διασταύρωσης προς Καβάλα.

Σε έρευνα που διενεργήθηκε στο όχημα, βρέθηκε ένα μπρούτζινο άγαλμα "Αλεξάνδρου", τύπου δορυφόρου του Λυσίππου, ύψους 0,60 μ, πλάτους 0,35 μ, βάθους 0,125 μ, επιμελώς κρυμμένο στο πορτ παγκάζ του οχήματος, κάτω από τη μοκέτα (βάση) του πατώματος του πορτ μπαγκάζ, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, (το οποίο συνέπιπτε με αυτό που απεικονίζονταν στις τρείς πρωτότυπες φωτογραφίες του αγάλματος που ήταν ήδη στη διάθεση των αστυνομικών αρχών, από το 2009, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ι.

Κ.), καθώς και ένα ακόμη αγαλματίδιο. Επάνω στην πίσω θέση του αυτοκίνητου υπήρχε ένας φορητός Η/Υ, (laptop), ένας εξωτερικός σκληρός δίσκος και τρία CD, τα οποία περιείχαν φωτογραφίες από αρχαία αντικείμενα και νομίσματα. Μετά τη σύλληψη των κατηγορουμένων διενεργήθηκε έρευνα στις κατοικίες τους. Στην κατοικία του 1ου κατηγορουμένου, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (οδός ...), ο 1ος κατηγορούμενος παρέδωσε στους αστυνομικούς μία (1) μπρούτζινη κεφαλή αγοριού, ύψους 0,21 μ, πλάτους 0,14 μ, βάθους 0,17 μ.

και χρονολόγησης 2ου αιώνα μΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 300.000 ευρώ. Σε έρευνα που έγινε στις δύο κατοικίες του δεύτερου κατηγορουμένου στη Δράμα (οδός ...) και στη Στέργια Παρανεστίου Δράμας, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μία (1) μπρούτζινη προτομή φιλοσόφου με συμφυές πόδι-βάση, ύψους 0,135 μ, ένα (1) αργυρό νόμισμα αρχαϊκών χρόνων, πιθανόν Βέργης (παλαιότερα Λητής), χρονολόγησης 525-500 πΧ, που απεικονίζει από τη μία πλευρά έναν σάτυρο προς τα αριστερά, που κρατά από το χέρι μαινάδα που χορεύει και από την άλλη πλευρά ένα έγκοιλο τετράγωνο, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 6.000 ευρώ, έντεκα χρυσά νομίσματα, ένας φάκελος που περιείχε χάρτες (χαρτογράφηση περιοχών με πιθανά σημεία ανασκαφών), που απεικόνιζαν σημεία για έρευνα, εντοπισμό, ανασκαφή και φωτογραφίες αρχαίων αντικειμένων, ένα βιβλίο με αρχαία νομίσματα με αναλυτική περιγραφή των νομισμάτων και τις τιμές πώλησής τους, ένα βιβλίο σχετικά με τις τεχνικές και τις εφαρμογές της ραβδοσκοπίας, δύο βιβλία δερματόδετα με αραβική γραφή και τρείς πλαστές σφραγίδες με τα εντυπώματα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ Της ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΟΥΡΙΤΙΜΠΑΣ".

Τα ως άνω κατασχεθέντα αντικείμενα εξετάστηκαν και εκτιμήθηκαν από την ορισθείσα Τριμελή Εκτιμητική Επιτροπή αποτελούμενη από τις κ.κ. Π. Α. Β. , Προϊσταμένη του Αρχαιολογικού Μουσείου … , Π. Π. , Αρχαιολόγο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Δ. Ι. , Αρχαιολόγο του Αρχαιολογικού Μουσείου … (βλ. από 30-8-2020 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού, Γενικής Δ/σης Αρχαιοτήτων).

Σύμφωνα με την εκτίμηση της ως άνω Επιτροπής, όπως λεπτομερώς αναφέρεται σ’ αυτήν, τα υπό στοιχείο I, II, ΙΙΙ, IV και V αντικείμενα, όπως αυτά περιγράφονται παρακάτω, υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3028/2002, ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, η δε αξία τους ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 1.236.030 ευρώ.

Ειδικότερα, i. ένα (1) μπρούτζινο άγαλμα "Αλεξάνδρου", τύπου δορυφόρου του Λυσίππου, ύψους 0,60 μ, πλάτους 0,35 μ, βάθους 0,125 μ. και χρονολόγησης 2ου αιώνα πΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 900.000 ευρώ, ii. μία (1) μπρούτζινη κεφαλή αγοριού, ύψους 0,21 μ, πλάτους 0,14 μ, βάθους 0,17 μ. και χρονολόγησης 2ου αιώνα μΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 300.000 ευρώ, iii.

μία (1) μπρούτζινη προτομή φιλοσόφου με συμφυές πόδι-βάση, ύψους 0,135 μ, ρωμαϊκών χρόνων, αξίας 30.000 Ε, iv. ένα (1) αργυρό νόμισμα αρχαϊκών χρόνων, πιθανόν Βέργης (παλαιότερα Λητής), χρονολόγησης 525-500 πΧ, που απεικονίζει από τη μία πλευρά έναν σάτυρο προς τα αριστερά, που κρατά από το χέρι μαινάδα που χορεύει και από την άλλη πλευρά ένα έγκοιλο τετράγωνο, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 6.000 ευρώ και v.

ένα (1) μπρούτζινο νόμισμα βυζαντινών χρόνων, τραχύ, χρονολόγησης 12ου αιώνα μΧ, που απεικονίζει από τη μία πλευρά έναν Χριστό κατά μέτωπο και από την άλλη πλευρά τον Αυτοκράτορα ιστάμενο κατά μέτωπο, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 30 ευρώ. Από τα προαναφερόμενα αντικείμενα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, όπως θα αναφερθούν παρακάτω, οι οποίες συμπίπτουν απολύτως ως προς αυτό, τα υπό στοιχεία Ι, ΙΙ, iv και v, αποτελούν αρχαία μνημεία, καθόσον χρονολογούνται έως το έτος 1453, έχουν δε, ιδιαίτερα μεγάλη αξία, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των (900.000 + 300.000 + 6.000 + 30 =) 1.206.030 ευρώ.

Στην ανωτέρω εκτίμηση συμπίπτει και η εκτίμηση της Α. Ρ. , Αρχαιολόγου, Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Δ/Σης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών αγαθών και Κ. Φ. , Αρχαιολόγου, Συμβούλου Υπουργού του ΥΠΕΘ (βλ. αναγνωσθείσες από 27-2-2010 τρείς γνωματεύσεις τους, στις οποίες τα υπό στοιχεία I, ii, iv και v αντικείμενα εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3028/2002 περί αρχαιοτήτων και μάλιστα θεωρούνται μοναδικής ιστορικής, αρχαιολογικής και εμπορικής αξίας, ενώ αντιθέτως, σύμφωνα με τις ως άνω γνωματεύσεις, το υπό στοιχείο (iii), η μπρούτζινη προτομή φιλοσόφου με συμφυές πόδι-βάση, ύψους 0,135 μ, είναι σύγχρονο και δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3028/2002).

Τα υπόλοιπα αντικείμενα δεν εκτιμήθηκαν, καθώς κρίθηκε ότι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ως άνω νόμου. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται το χαρακτήρα των επιδίκων αντικειμένων ως αρχαίων, προβάλλοντας τον ισχυρισμό, ότι πρόκειται για απομιμήσεις και όχι για αυθεντικά αρχαία αντικείμενα. Ωστόσο, από την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό μεταξύ τους, το Δικαστήριο οδηγείται σε ασφαλή δικανική πεποίθηση, ότι τα προαναφερόμενα υπό στοιχεία I, ii, iv και v αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων, κατά τα λεπτομερώς προαναφερθέντα, αποτελούν μνημεία που κατασκευάστηκαν πριν από το έτος 1453 και ως εκ τούτου υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3028/2002, ανήκοντα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Στην κρίση αυτή οδηγείται από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, αλλά και των μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και δη, από την με αριθμ. πρωτ. ...2010 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Υποδ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, το με αριθμ. ...2010 έγγραφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, το με αριθμ.

πρωτ. ...2010 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Αρχαιοτήτων & Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τις από 27/2/2010 προαναφερθείσες γνωματεύσεις, οι οποίες είναι σαφείς ως προς το χαρακτηρισμό και την προέλευση, αλλά και τη μοναδική σπουδαιότητα των επιδίκων αρχαίων αντικειμένων, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

Σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, Β. Μ. , συντηρήτριας έργων τέχνης, οι εργασίες, οι έρευνες και οι εκτιμήσεις των ευρημάτων εκ μέρους της ανωτέρω Τριμελούς Επιτροπής Εκτίμησης και οι εκτιμήσεις των ειδικών του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης εξελίσσονταν παράλληλα. Οι δε εκτιμήσεις της ως άνω μάρτυρος περί της αυθεντικότητας και του χαρακτήρα των επιδίκων αντικειμένων (I, ii, iv και v) ως αρχαίων, σύμφωνα με τη ρητή και μετά λόγου γνώσης κατάθεσή της, συνέπεσαν απόλυτα με την εκτίμηση της ως άνω Τριμελούς Επιτροπής.

Όπως χαρακτηριστικά καταθέτει, η διάβρωση σε ένα εύρημα είναι αποκαλυπτική του χρόνου και δεν μπορεί ούτε να απομιμηθεί, ούτε να αντιγραφεί με κανένα τρόπο. Αναφορικά δε, με το άγαλμα του Αλέξανδρου, υπό στοιχείο Ι αντικείμενο, καταθέτει ότι "...Είναι ένα σπάνιο αντικείμενο, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά σπάνιο.

Ούτως ή άλλως έχει επιστημονικό ενδιαφέρον απ' όλες τις απόψεις. Και αρχαιολογικό ενδιαφέρον και αρχαιομετρικό", ενώ αναφορικά με το γεγονός ότι εντοπίστηκε σύγχρονη συνθετική κόλλα στο κεφάλι του αγάλματος, καθώς και προσθήκη κεριού στην περιοχή της μασχάλης, καταθέτει ότι, το να αποκολλάται ένα μέρος του αγάλματος και να συγκολλάται με ένα σύγχρονο υλικό, είναι κάτι που συνηθίζεται, καθώς τα αγάλματα βρίσκονται συνήθως σπασμένα με αποκολλημένα τα επί μέρους στοιχεία τους και με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η συναρμολόγηση και η ανασύνθεσή τους με σύγχρονα συγκολλητικά υλικά, ενώ το γεγονός ότι υπάρχει εξωτερική επέμβαση, δεν αίρει τον αρχαίο τους χαρακτήρα.

Σύμφωνα, δε, με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ι. Ν. , χημικού στο Αρχαιολογικό Μουσείο … , προκειμένου για την εκτίμηση των αντικειμένων ως αρχαίων ευρημάτων, τον κυρίαρχο ρόλο στην εκτίμηση τον έχουν οι αρχαιολόγοι και όχι οι χημικοί. Η δε χημική ανάλυση δεν μπορεί να καθορίσει και να εντάξει χρονολογικά ένα αντικείμενο, παρά μόνο να αποφανθεί για τη χημική ιδιοσυστασία του επιφανειακά (βλ.

κατάθεσή του ως άνω μάρτυρα "...Η μέθοδος που έκανα εγώ δεν είναι χρονολόγησης...η συγκεκριμένη μέθοδος που κάνω εγώ δίνει μια σύσταση και μάλιστα την επιφανειακή σύσταση...Οι αρχαιολόγοι έχουν μεγάλη βαρύτητα....Θα μπορούσαν επικουρικά οι χημικοί να πουν κάτι σε κάποια περίπτωση..."). Απέδωσε δε το γεγονός ότι στο υπό στοιχείο (i) αντικείμενο υπάρχει διαφορετικό κράμα στα πόδια και διαφορετικό στο υπόλοιπο σώμα, στο γεγονός ότι αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται, προφανώς για λόγους στήριξης και ισορροπίας του αγάλματος.

Σύμφωνα δε, με την από 16-1-23 αναφορά της Β. Μ. , μάρτυρος κατηγορίας, συντηρήτριας έργων τέχνης, το γεγονός ότι το ως άνω αντικείμενο συγκολλήθηκε με σύγχρονη ηλεκτρόλυση, προκειμένου να συναρμολογηθεί, δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως αρχαίου ευρήματος, αλλά έγινε για τη στοιχειώδη απαιτούμενη συναρμολόγηση και συντήρησή του.

Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι επιχειρούν να θεμελιώσουν την αμφισβήτηση του χαρακτήρα των ως άνω αντικειμένων ως αρχαιοτήτων, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού της χρονικής περιόδου στην οποία ανάγονται. Ωστόσο, παρά την ασάφεια των εκτιμήσεων ως προς την ακριβή χρονολογία, δηλαδή ως προς τον αιώνα της χρονικής περιόδου στην οποία ανάγονται, επ' ουδενί δεν αμφισβητείται από τους ειδικούς το ότι αυτά, σε κάθε περίπτωση, ανάγονται σε εποχή της αρχαιότητας κατά πολύ προγενέστερη του έτους 1453.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου βασίζεται στις αξιόπιστες εκτιμήσεις και τις μετά λόγου γνώσης μαρτυρικές καταθέσεις των ειδικών αρχαιολόγων και συντηρήτριας τέχνης και δεν αναιρείται από την από διενεργηθείσα και αναγνωσθείσα υπ' αρ. .../25 Γνωμοδότηση του τεχνικού Συμβούλου Χ. Γ. , Μηχανολόγου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού.

Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι το μπρούτζινο άγαλμα "Αλεξάνδρου", τύπου δορυφόρου του Λυσίππου, ύψους 0,60 μ, πλάτους 0,35 μ, βάθους 0,125 μ. και χρονολόγησης 2ου αιώνα πΧ, που βρέθηκε στο πόρτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του 1ου, ήταν αντίγραφο - απομίμηση, δώρο προερχόμενο από τούρκο έμπορο (μεσίτη), κρίνεται αβάσιμος, καθώς προσκρούει στους κανόνες της κοινής λογικής.

Και τούτο διότι, το εν λόγω αντικείμενο βρέθηκε επιμελώς κρυμμένο και τυλιγμένο σε κουβέρτα σε χώρο του αυτοκινήτου μη προσβάσιμο και δη, όπως προαναφέρθηκε, κάτω από τη βάση του πόρτ μπαγκάζ, η οποία αποξηλώθηκε προκειμένου να εντοπισθεί από τα αστυνομικά όργανα, γεγονός καταφανώς δηλωτικό της πρόθεσης των κατηγορουμένων να αποκρύψουν την ύπαρξή του και ως εκ τούτου και της γνώσης τους περί του χαρακτήρα του ως αρχαίου αντικειμένου, ενώ εάν ήταν αληθής ο ισχυρισμός τους, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την τόσο επιμελή και ασφαλή απόκρυψή του και το περιτύλιγμα της κουβέρτας.

Στην κρίση αυτή συνηγορεί και η αντιφατική απολογία του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος, σε ερώτηση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τις συνθήκες και το λόγο που το εν λόγω αντικείμενο δόθηκε ως δώρο, ισχυρίστηκε ότι το δώρο απευθύνονταν και στους δύο, για μία εμπορική συναλλαγή, ενώ το όψιμο αφήγημά του στην απολογία του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι το δώρο απευθύνονταν στον 2ο αποκλειστικά, που εκτελούσε χρέη διερμηνέα, εκ μέρους του μεσίτη της Σμύρνης, Μ. , στον οποίο απευθύνθηκαν αμφότεροι προκειμένου ο 1ος να εξεύρει ακίνητο για να συστήσει νέα επιχείρηση, ως ευχαριστήριο δώρο, προκειμένου (ο μεσίτης) να τους προκαταλάβει ευνοϊκά, ελπίζοντας σε μελλοντική πρόσληψη της κόρης του από την μέλλουσα επιχείρηση του 1ου, με τη διαμεσολάβηση του 2ου, κρίνεται αβάσιμο, υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, ως αντιβαίνον στους κανόνες της κοινής λογικής, καθώς, εάν πράγματι ήταν επαγγελματικό δώρο που προορίζονταν για το σκοπό αυτό, θα απευθύνονταν στον ίδιο, ως επιχειρηματία και όχι στον διερμηνέα και ασφαλώς δεν θα τυλίγονταν σε κουβέρτα για να αποκρυβεί στον εσωτερικό χώρο του πόρτ μπαγκάζ του οχήματος, αλλά θα είχε διαφορετικό περιτύλιγμα και θα βρισκόταν σε εμφανές σημείο και όχι κρυμμένο.

Ως εκ τούτου, απορριπτέος κρίνεται ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί πραγματικής πλάνης. Οι δύο κατηγορούμενοι, όπως ο 2ος ανέφερε στο αστυνομικό όργανο που διενήργησε τη σύλληψή τους, μάρτυρα, γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη τρεις περίπου μήνες πριν από τη σύλληψή τους. Από αυτούς ο 1ος ασχολείται από του έτους 2008 με την εμπορία προγραμμάτων διατροφής, διαίτης και συμπληρωμάτων διατροφής, διατηρών για το σκοπό αυτό επιχείρηση (εγκατάσταση) στην Τουρκία (Κωνσταντινούπολη), με προγράμματα διατροφής και συμπληρώματα διατροφής, ο δε 2ος είναι γεωργός - κτηνοτρόφος στην περιοχή της Δράμας.

Ο όψιμος ισχυρισμός του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος στην απολογία του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ανέφερε ότι, γνώρισε τον 2ο μέσω του θείου του, ο οποίος ήταν Νομάρχης Δράμας και ο οποίος, γνωρίζοντας ότι ο 1ος κατηγορούμενος έψαχνε για διερμηνέα τουρκικής γλώσσας για το ταξίδι του στην Τουρκία, του σύστησε τον 2ο για διερμηνέα για τις εμπορικές του συναλλαγές, ελέγχεται ως αβάσιμος, καθώς ο 1ος κατηγορούμενος, διατηρών, όπως ο ίδιος ομολογεί, από το 2008 εμπορική εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη με δύο υπαλλήλους επιστήμονες, βιολόγους, οι οποίοι μιλούσαν την τουρκική γλώσσα, δεν θα επέλεγε τον 2ο, αγρότη - κτηνοτρόφο, απόφοιτο δημοτικού σχολείου, από άλλο Νομό, προκειμένου να τον συνοδεύσει ως διερμηνέας για τις εμπορικές του συναλλαγές στη Σμύρνη, αλλά θα επέλεγε έναν από τους υπαλλήλους του, επιστήμονες αξιόπιστους διερμηνείς.

Ο δε 2ος κατηγορούμενος, αγρότης - κτηνοτρόφος, απόφοιτος δημοτικού σχολείου, όπως ο ίδιος εκθέτει, είχε ζήσει στο παρελθόν επί σειρά ετών ως μετανάστης στη Γερμανία, όπου και έμαθε, συναναστρεφόμενος με τούρκους πελάτες του, την τουρκική γλώσσα. Εν όψει όλων αυτών, είναι προφανές ότι ο 1ος κατηγορούμενος επέλεξε τον 2ο αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να προβούν από κοινού στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά τους, αφού για το σκοπό αυτό δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει υπάλληλο της επιχείρησής του.

Εν όψει όλων αυτών, ο ισχυρισμός του 1ου ότι η μπρούτζινη κεφαλή αγοριού που βρέθηκε στην κατοικία του στη Θεσσαλονίκη, ύψους 0,21 μ, πλάτους 0,14 μ, βάθους 0,17 μ. και χρονολόγησης 2ου αιώνα μΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 300.000 ευρώ, είναι αντίγραφο (απομίμηση) και είχε αγοραστεί 20 ημέρες πριν από τη σύλληψή τους, σε προηγούμενο ταξίδι του στην αγορά Καπαλί Τσαρσί της Κωνσταντινούπολης, ελέγχεται επίσης ως αβάσιμος.

Το γεγονός δε, ότι κατά τις προηγούμενες ημέρες προ της σύλληψής τους, η οποία συνέβη στις 27/2/2010 (βλ. έκθεση σύλληψης), αμφότεροι οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στην Τουρκία, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση. Η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται επίσης από το προσκομισθέν από τους κατηγορούμενους σε πιστή μετάφραση από την τουρκική γλώσσα από 20-9-2011 έγγραφο του Προέδρου του Συλλόγου Αρχαιολογίας και Μωσαϊκής Τέχνης Συλλεκτών Αντικών, Α.

Α. , στο οποίο αναφέρεται ότι έχουν δημιουργηθεί αντίγραφα των επίδικων αγαλμάτων. Όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα ευρήματα, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων και κατασχέθηκαν στις κατοικίες τους, καταδεικνύουν προδήλως την οργανωμένη, συστηματική και επαγγελματική ενασχόλησή τους με την παράνομη διακίνηση αρχαίων αντικειμένων.

Τα ως άνω αντικείμενα ιδιοποιήθηκαν παράνομα και περιήλθαν στην κατοχή των κατηγορουμένων σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, αυτοί όμως υπαίτια παρέλειψαν να τα δηλώσουν στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική Αρχή και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, εντός του οποίου εκδηλώθηκε η πρόθεσή τους να τα ενσωματώσουν στην προσωπική τους περιουσία, καθόσον διαπραγματεύονταν την πώλησή τους σε άγνωστους τρίτους υποψήφιους αγοραστές, ενώ από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, κατά τα προεκτεθέντα, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για διαρκή πορισμό από αυτήν εισοδήματος.

Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από την προσήκουσα αξιολογική εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι, έχοντας προσωπική γνώση και άμεση αντίληψη για την ένδικη υπόθεση, κατέθεσαν με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, σαφήνεια, αμεροληψία, αντικειμενικότητα και ιδίως πειστικότητα, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που επιβεβαιώθηκαν και από όλο το έγγραφο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, πρέπει α) να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι της πράξης της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα για το υπό στοιχείο (iii) αρχαιολογικό εύρημα, καθώς, λόγω της αντιφατικότητας των εκτιμήσεων των ειδικών, δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά του και συνεπώς ως προς το χαρακτήρα του ως αρχαίου αντικειμένου και β) να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα για τα λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα, απορριπτομένου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί μεταβολής της κατηγορίας σε παράνομη εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών (αρ. 64 Ν. 3028/02) και απορριπτομένων των λοιπών ισχυρισμών των κατηγορουμένων".

Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους προαναφερθέντες εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες διαλαμβάνοντας στο διατακτικό - μεταξύ των άλλων - τα ακόλουθα:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους εκκαλούντες - κατηγορούμενους ένοχους της πράξης της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και ειδικότερα του ότι: Στη Θεσσαλονίκη και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες του μηνός Ιανουαρίου έτους 2010, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή έχοντας κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, ανήκοντα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο, η δε πράξη τους αυτή είχε ως αντικείμενο αρχαία μνημεία με ιδιαίτερα μεγάλη αξία, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για διαρκή πορισμό από αυτήν εισοδήματος.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή έχοντας κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, ιδιοποιήθηκαν παράνομα i. ένα (1) μπρούτζινο άγαλμα "Αλεξάνδρου", τύπου δορυφόρου του Λυσίππου, ύψους 0,60 μ, πλάτους 0,35 μ, βάθους 0,125 μ.

και χρονολόγησης 2ου αιώνα πΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 900.000 ευρώ, ii. μία (1) μπρούτζινη κεφαλή αγοριού, ύψους 0,21 μ, πλάτους 0,14 μ, βάθους 0,17 μ. και χρονολόγησης 2ου αιώνα μΧ, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 300.000 ευρώ, iv. ένα (1) αργυρό νόμισμα αρχαϊκών χρόνων, πιθανόν Βέργης (παλαιότερα Λητής), χρονολόγησης 525-500 πΧ, που απεικονίζει από τη μία πλευρά έναν σάτυρο προς τα αριστερά, που κρατά από το χέρι μαινάδα που χορεύει και από την άλλη πλευρά ένα έγκοιλο τετράγωνο, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 6.000 ευρώ και v.

ένα (1) μπρούτζινο νόμισμα βυζαντινών χρόνων, τραχύ, χρονολόγησης 12ου αιώνα μΧ, που απεικονίζει από τη μία πλευρά έναν Χριστό κατά μέτωπο και από την άλλη πλευρά τον Αυτοκράτορα ιστάμενο κατά μέτωπο, εκτιμηθείσας αξίας ποσού 30 ευρώ. Όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα αποτελούν αρχαία μνημεία, καθόσον χρονολογούνται έως και το έτος 1453, έχουν δε ιδιαίτερα μεγάλη αξία, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των (900.000 + 300.000 + 6.000 + 30 =) 1.206.030 ευρώ και περιήλθαν στην κατοχή των κατηγορουμένων σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, αυτοί όμως υπαίτια παρέλειψαν να τα δηλώσουν στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική Αρχή και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, εντός του οποίου εκδηλώθηκε η πρόθεσή τους να τα ενσωματώσουν στην προσωπική τους περιουσία, καθόσον διαπραγματεύονταν τη πώλησή τους σε άγνωστους τρίτους υποψήφιους αγοραστές, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης τους αυτής και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για διαρκή πορισμό από αυτήν εισοδήματος".

Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του προαναφερθέντος εγκλήματος της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες και επιβλήθηκε στον καθένα από αυτούς η ανωτέρω ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί ακριβώς προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 ΠΚ, 1, 2, 20, 21, 24 και 54 του Ν. 3028/2002, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης μνημείων, πρέπει το υπεξαιρεθέν αρχαίο αντικείμενο να είχε περιέλθει στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο πριν από την εκδήλωση της βούλησης αυτού για παράνομη ιδιοποίησή του (χωρίς να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η παραδοχή της περιέλευσης του αρχαίου αντικειμένου στον δράστη με άγνωστο τρόπο), αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφ' ενός μεν, ότι τα συγκεκριμένα κινητά αντικείμενα, που καθένα από αυτά είχε την ιδιότητα του αρχαίου μνημείου, γεγονός που ήταν σε γνώση αμφοτέρων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, που ενεργούσαν από κοινού, είχαν περιέλθει με περισσότερες πράξεις σε αυτούς, με τρόπο που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, σε προγενέστερο πάντως χρόνο από την εκ μέρους τους ιδιοποίηση αυτών, που κρίθηκε (ανελέγκτως) ότι έλαβε χώρα σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2010, αφ' ετέρου δε, αιτιολογείται επαρκώς η (κατ' εξακολούθηση) παράνομη εκ μέρους τους ιδιοποίηση των ως άνω αρχαίων αντικειμένων από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, με την παραδοχή ότι αυτοί, μετά την απόκτηση της κατοχής τους, ουδέποτε δήλωσαν την ύπαρξή τους στις αρμόδιες αρχές, ενώ αναφέρεται ακόμη ότι αυτά βρέθηκαν στην (από κοινού) κατοχή τους και συγκεκριμένα, στις οικίες τους και το ένα από αυτά που ήταν και το πιο ακριβό (δηλαδή το μπρούτζινο άγαλμα "Αλεξάνδρου" τύπου δορυφόρου του Λυσίππου) στο αυτοκίνητο που επέβαιναν οι δυό τους και μάλιστα ήταν επιμελώς κρυμμένο εκ μέρους τους στον χώρο του πορτ μπαγκάζ. 2) Προσδιορίζεται επακριβώς η ιδιαίτερα μεγάλη συνολική αξία των αρχαίων αυτών αντικειμένων (κινητών αρχαίων μνημείων) που στην συνέχεια κατασχέθηκαν νομίμως και ανέρχεται στο χρηματικό ποσόν των 1.206.030 ευρώ, (κρίση) που σημειωτέον αποτελεί κρίση περί τα πράγματα. 3) Προσδιορίζεται ο τρόπος δράσης, αλλά και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει από κοινού αμφότεροι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με πρόθεση επανειλημμένης εκ μέρους τους τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος με σκοπό τον διαρκή πορισμό εισοδήματος και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται η εκ μέρους τους κατ' επάγγελμα τέλεση από κοινού της ως άνω (παράνομης) κακουργηματικής μορφής παράβασης.

Οι σχετικές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στον αυτοτελή ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας από την αποδοθείσα σε αυτούς πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας των παραπάνω άρθρων 375 ΠΚ και 54 του Ν. 3028/2002, σε εκείνες τις (πλημμεληματικής μορφής) εκ μέρους τους παραβάσεις των άρθρων 33, 58 και 64 του ως άνω Ν. 3028/2002, είναι αβάσιμες και αυτό γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα τελεσθείσης, ήτοι η σε βαθμό κακουργήματος πράξη της παράβασης των άρθρων 375 ΠΚ και 54 του Ν. 3028/2002 και όχι η πλημμεληματικής μορφής πράξη των άρθρων 33 και 64 του ίδιου νόμου, ενώ απορρίφθηκαν όλοι οι σχετικοί (αντίθετοι) αρνητικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που αναφέρονταν στο ότι τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή τους ήταν απομιμήσεις γνησίων αλλά και δώρα συνεργάτη, με συνέπεια, να μην είναι αναγκαίο να περιληφθεί σχετική ειδική σκέψη για το ότι δεν πρόκειται για ελεύθερα εισαγόμενη αρχαία αντικείμενα, για τα οποία πρέπει απλώς να τηρηθούν ορισμένες διατυπώσεις ή μεταβολή της κατηγορίας στην παραπάνω πράξη της παράνομης εισαγωγής πολιτιστικών αγαθών.

Οι υπόλοιπες εξάλλου διάσπαρτες και στις δύο κρινόμενες αναιρέσεις, αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων που περιέχονται στους αμέσως προηγουμένως αναφερθέντες δύο αναιρετικούς λόγους (510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ), περί διαφορετικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του καθενός από αυτούς ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, όλοι οι προαναφερθέντες λόγοι αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων για την εκ μέρους τους από κοινού τέλεση της προαναφερθείσης αξιόποινης πράξης αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ και χρήζει εκ τούτου ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 υπό στοιχείο α' του κυρωθέντος με τον Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου) και αυτός που θεμελιώνει την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου συννόμου (και ήδη εντίμου) βίου και συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".

Κριτήριο συνεπώς για την συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου ή έχει διαπράξει κάποιο, ελαφρό όμως, πλημμέλημα, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής και του Δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 ΚΠΔ.

Υπό την ισχύ λοιπόν του νΠΚ και κατά τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά στην αιτιολογική του έκθεση (σελ. 6 και 22) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος ΠΚ, υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας μόνο να συμμορφώνεται στον νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με την θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης (σελ. 3 αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ).

Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωσή του να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, να καταλήξει στην κρίση ότι το δικαζόμενο έγκλημα εμφανίζεται ως εξαίρεση στην κατά τα ως άνω σταθερή στάση της ζωής του.

Υπό την έννοια αυτή η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου που συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών.

Τούτο προκύπτει και εξ αντιδιαστολής από την ίδια την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ, κατά την οποία δεν αποκλείεται η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, αλλά εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει το τελεσθέν πλημμέλημα ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα και τις περιστάσεις τέλεσης του δικαζόμενου εγκλήματος και την χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα εκδικαζόμενη πράξη.

Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στην διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιώνει, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 455/2022).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 140 και 141 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά. Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων, τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών.

Κατά του περιεχομένου των πρακτικών που αποτελεί πλήρη απόδειξη δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 952/2023, ΑΠ 877/2023, ΑΠ 64/2023). Ο πρώτος αναιρεσείων Α. Σ. του Ι. , με το τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου της (πρώτης) αίτησης αναίρεσής του αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος για λογαριασμό του από τους συνηγόρους υπεράσπισής του, αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.

α' ΠΚ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ). Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά ούτε έχουν διορθωθεί και συνεπώς, αποδεικνύουν ότι έγιναν όλα όσα έχουν καταχωρισθεί σ' αυτά, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της ως άνω (καταδικαστικής) απόφασης, "οι συνήγοροι υπεράσπισης του πρώτου των κατηγορουμένων, αφού ζήτησαν και έλαβαν τον λόγο, διαδοχικά, από την Πρόεδρο, ζήτησαν να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του εντολέα τους, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α'...του ΠΚ, τους οποίους αφού τους ανέπτυξαν προφορικά, τους υπέβαλλαν και εγγράφως και το περιεχόμενό τους είναι το εξής: "...Από το σύνολο των αναγνωστέων εγγράφων που προσκομίζονται για τον πρώτο κατηγορούμενο, ο ίδιος έως την τέλεση του αδικήματος, έζησε βίο έντιμο, ατομικό και οικογενειακό, απασχολούμενος αποκλειστικά και μόνον με την επιχείρησή του και με την οικογένειά του, η οποία συνίσταται σε επτά τέκνα και έξι εγγόνια.

Εν προκειμένω, η τέλεση του αδικήματος της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνιστά μία "παραφωνία" στον εν γένει έντιμο ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό και κοινωνικό βίο και διαθέτω λευκό ποινικό μητρώο, διαμένοντας στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά μου και ζώντας μία ζωή νομοταγή και κοινωνικά ομαλή".

Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τον παραπάνω υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος είναι αόριστος ως μη διαλαμβάνων τα απαιτούμενα κατά νόμον στοιχεία, διαλαμβάνοντας (και για τους δύο εκκαλούντες - κατηγορουμένους) τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, περί αναγνώρισης ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι, δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι αυτοί μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξεως έζησαν σύννομα, ήτοι ότι δεν έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, καθώς και ότι σέβονταν τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνονταν μ' αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχουν τελέσει, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε, να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής τους, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τους συγκεκριμένους δράστες".

Επομένως, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, όπως η παρ. 7 αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 4637/2019, για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό της ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή.

Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεση του. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού της ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του, που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς στην εξιχνίαση του εγκλήματος. 5) Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως:

α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7.

Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης των ποινών και ότι αρχικά καθορίζεται από το δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι' αυτή και στη συνέχεια το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος, που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και να συνεκτιμήσει επιπλέον τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.

Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος, στην τρίτη παράγραφο τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την ενοχή του δράστη και στην τέταρτη μνημονεύονται οι όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, η απαρίθμηση των οποίων, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης "ιδίως", είναι ενδεικτική.

Αντίστροφα, στην πέμπτη παράγραφο μνημονεύονται και πάλι ενδεικτικά τα στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, ενώ στην έκτη παράγραφο διευκρινίζεται ότι στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη για την επιμέτρησή της.

Τέλος, στην έβδομη παράγραφο του ίδιου ως άνω άρθρου 79 ΠΚ ορίζεται ότι στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών, που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, αν από το σύνολο των σχετικών παραδοχών της προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλοι οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 479/2020, ΑΠ 1949/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο.

Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 περ. 1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ιδίας ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητος, που συντρέχει όταν η προβλεπομένη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου.

Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18/4/2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι αναγκαίοι υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στα δικαιώματα του θιγομένου να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο.

Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως, εφ' όσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 726/2022, ΑΠ 1040/2019).

Ο πρώτος αναιρεσείων Α. Σ. του Ι. , με το τέταρτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου της (πρώτης) αίτησης αναίρεσής του - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ισχυρίζεται ότι ως προς την ως άνω επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών, αφ' ενός μεν, δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφ' ετέρου δε, παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας και επί πλέον, εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων Ε. Ε. του Α. , με τον έκτο λόγο της (δεύτερης) αίτησης αναίρεσής του - κατά την σωστή αρίθμησή του και το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - που συνεξετάζεται με τον αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο αναιρετικό λόγο του πρώτου αναιρεσείοντος, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση επίσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ, ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών και προσάπτει σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση), τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικές πλημμέλειες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, επέβαλε στον καθέναν από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφού προηγουμένως είχε αναγνωρίσει στον καθένα τους την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.

ε' ΠΚ, δεχόμενο ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφείσας πράξης που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι και το βαθμό της ενοχής τους, να επιβληθεί σε βάρος τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων 79 και 80 του ΠΚ, η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή (καθείρξεως), η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους γι' αυτήν, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τους ίδιους και τους οικείους τους και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η αξιόποινη πράξη τους, η φύση και το είδος της, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεσή της, η προσωπική και οικονομική κατάσταση των υπαιτίων, οι οικογενειακές και λοιπές υποχρεώσεις τους, καθώς επίσης και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την τέλεσή της, σε συνδυασμό με το βαθμό του δόλου τους, όπως και την όλη στάση και διαγωγή τους κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτήν".

Για την επιμέτρηση λοιπόν της παραπάνω επιβληθείσης ποινής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό του, τα οποία αξιολόγησε για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, το βαθμό της ευθύνης τους και τη δίκαιη και ανάλογη τιμωρία τους γι' αυτή.

Επίσης, επαρκώς στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του για την ποινή που επέβαλε και δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Επί πλέον, η ως άνω επιβληθείσα στον καθέναν από τους δύο αναιρεσείοντες ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών εμπίπτει στο πλαίσιο της ποινής, όπως προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 54 του Ν. 3028/2002, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 50, 51, 52, 83, 84 παρ. 2, στοιχ.

ε', 85 και 463 ΠΚ και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυσανάλογη, ενόψει της ιδιαίτερης απαξίας του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο καθένας από αυτούς. Κατά συνέπειαν, δεν παραβιάσθηκε εν προκειμένω η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, αρχή της αναλογικότητας που πρέπει να διέπει την επιβαλλόμενη ποινή σε σχέση με το τελεσθέν αδίκημα.

Επομένως όλοι οι προαναφερθέντες λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους αμφότεροι οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος της που αφορά την επιμέτρηση της επιβληθείσας στον καθένα από αυτούς ποινής κατ' άρθρο 79 ΠΚ, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, που να συμπεριλαμβάνεται στις ως άνω συνεκδικασθείσες δύο αιτήσεις αναίρεσης και στους προσθέτους λόγους της πρώτης από αυτές, πρέπει να απορριφθεί η (πρώτη) από 25-6-2025 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος Α. Σ. του Ι.

και οι ασκηθέντες με το από 27-11-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, αλλά και η (δεύτερη) από 24-11-2025 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος Ε. Ε. του Α. , κατά της υπ' αριθμ. 159/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ.

α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (πρώτη) από 25-6-2025 αίτηση του (πρώτου) αναιρεσείοντος Α. Σ. του Ι. και τους ασκηθέντες με το από 27-11-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αυτής και την (δεύτερη) από 24-11-2025 αίτηση του (δευτέρου) αναιρεσείοντος Ε. Ε. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν από τους δύο ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ