Legislator Case Law & Legislation
351/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation conviction citing lack of res judicata and error of law.

Case Number 351/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for defamation, rejecting claims of res judicata and error of law. The court held that the lower court's reasoning regarding the appellant's past conduct did not constitute a violation of res judicata or the presumption of innocence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 362, 363, 509, 510, 511, 578 of the Criminal Code; Res judicata requires an unappealable decision on the admissibility of charges or final termination of prosecution, identity of parties, and identity of the factual act; mere reasoning in a judgment does not create res judicata.

Keywords

AI generated
res judicata defamation criminal appeal error of law presumption of innocence court costs unappealable decision

Cited Legislation

AI generated
Article 362 of the Criminal Code
Article 363 of the Criminal Code
Article 509 of the Criminal Procedure Code
Article 510 of the Criminal Procedure Code
Article 511 of the Criminal Procedure Code
Article 578 of the Criminal Procedure Code
Article 177 of the Criminal Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 351 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 351/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Ζάγκα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 198/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Π. του Ν., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ...2023 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από ...2023 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ....

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από ...2023 αίτηση, ασκηθείσα με δήλωση στον γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, για την οποία συντάχθηκε η έκθεση με αριθμό ..., του Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 198/21-9-2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' , Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται και οι από ...2023 πρόσθετοι επί αυτής λόγοι του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 εδ.

α' του ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή". Η αντίστοιχη διάταξη (363) του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα) και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή και, συνεπώς, είναι δυσμενέστερη έναντι αυτής του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, ως εκ του χρόνου τέλεσης της επίδικης αξιόποινης πράξης (έτος 2016).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και στην ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα κα αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης αυτού του εγκλήματος, απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως και την γνώση ότι το διαδοθέν είναι ψευδές.

Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 150/2023). Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 59/2022).

Χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει, είναι δε αναιρετικά ανέλεγκτος, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ότι επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης, ή την παραγραφή (ΑΠ 101/2023). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 384/2002).

Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 198/21-9-2023, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της 120/2023 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση και απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Π.

Κ. και η εγκαλούσα-παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας. Μ. Π., ετύγχαναν σύζυγοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, τη Ν.-Ι. που γεννήθηκε στις ..., και τη Δ., που γεννήθηκε στις .... Η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν έντονα συγκρουσιακή, λόγω κυρίως της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο οποίος μέχρι το έτος 2015 δεν συμμετείχε ενεργά στις ανάγκες της ανατροφής των τέκνων του, αφού τις περισσότερες ώρες της ημέρας διέμενε σε διαμέρισμα κάτωθεν της συζυγικής οικίας, ενώ επιδείκνυε απαξιωτική και υβριστική συμπεριφορά προς τη σύζυγό του, Μ.

Π.. Η τελευταία, μην αντέχοντας άλλο τη συμπεριφορά αυτή, ζήτησε το έτος 2015 από το σύζυγό της (κατηγορούμενο) διαζύγιο και έκτοτε οι σχέσεις τους κατέστησαν ακόμη δυσκολότερες. Στα πλαίσια του έντονα συγκρουσιακού κλίματος που υπήρχε μεταξύ τους εμπίπτει και η εκδικαζόμενη υπόθεση. Ειδικότερα, σε σχέση με την εκδικαζόμενη υπόθεση, αποδείχθηκε ότι στα …, στις ...2016, ...2016, ...2016 και ...2016, ο κατηγορούμενος, με περισσότερες από μία πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων προσώπων ψευδή γεγονότα για την τότε σύζυγό του Μ.

Π., ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψής της. Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, στους προαναφερόμενους χρόνους, ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα σύζυγο του τα κάτωθι ψευδή γεγονότα: απευθυνόμενος, στις ...2016, σε έναν αστυνομικό, που είχε μεταβεί έξω από την οικία τους για μεταξύ τους επεισόδιο, είπε με ύφος εμπιστευτικό "κύριε η γυναίκα μου είναι ψυχοπαθής, παίρνει φάρμακα, είναι άρρωστη, όλη η οικογένεια της το ξέρει, θέλει ψυχίατρο".

Απευθυνόμενος δε στους συγγενείς της συζύγου του (αδερφή, γαμπρό, πατέρα της εγκαλούσας), που είχαν προστρέξει στο σημείο ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα "έχει γκόμενους, κάθε μέρα έρχονται απ' έξω με το αυτοκίνητο και την παίρνουν", ενώ η αλήθεια είναι ότι η εγκαλούσα δεν πάσχει από καμία ασθένεια, είναι υγιέστατη, δεν παρακολουθείται από ψυχίατρο, ουδέποτε έλαβε ψυχιατρική αγωγή, και επιπλέον δεν συναναστρέφεται ερωτικά με άλλους άντρες και δεν έρχονται άλλοι άντρες καθημερινά έξω από το σπίτι της με αυτοκίνητο για να την πάρουν, πράγματα τα οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, αλλά παρά ταύτα συνέχιζε να διαδίδει ψεύδη.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ψευδώς στην Φ. Α. ότι η εγκαλούσα-σύζυγος του είναι ψυχοπαθής, πηγαίνει στον ψυχίατρο και παίρνει φάρμακα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η εγκαλούσα είναι απολύτως υγιής, ενώ σε τηλεφωνική επικοινωνία με την ανωτέρω ισχυρίστηκε επίσης ψευδώς ότι η εγκαλούσα διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τον σύζυγό της (της Φ.

Α.), γεγονός που δεν ήταν αληθές και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν αληθές. Περαιτέρω, απευθύνθηκε στην Ε. Ρ. του Α. ισχυριζόμενος ψευδώς για την εγκαλούσα ότι δεν είναι στα καλά της, έχει σοβαρό πρόβλημα, φέρεται άσχημα στα παιδιά, είναι ψυχοπαθής, τα αφήνει νηστικά, τους τρώει τα λεφτά από τα βιβλιάρια, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι η εγκαλούσα ήταν υγιής, μαγείρευε κάθε μέρα στα παιδιά της, τα οποία δεν έτρωγαν το φαγητό της και αυτή αναγκαζόταν να το πετάει, καθώς ο κατηγορούμενος είχε επηρεάσει αρνητικά τα παιδιά του, λέγοντάς τους ότι η εγκαλούσα είχε βάλει μέσα στο φαγητό τους ουσίες για να τα δηλητηριάσει, ενώ τα χρήματα από τα βιβλιάρια και τα μετρητά των ανηλίκων τέκνων τους τα είχε υφαιρέσει ο κατηγορούμενος με το πρόσχημα ότι τα δανείστηκε και θα τα επέστρεφε.

Ενώ τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον αστυνομικών ότι δήθεν η εγκαλούσα κακοποιούσε και χτυπούσε τα παιδιά της, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι η εγκαλούσα δεν προέβαινε σε τέτοιες ενέργειες σε βάρος των παιδιών της. Όλα δε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον των ως άνω τρίτων προσώπων γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και ότι μπορούν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.

Επομένως, εφόσον πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στα …, στις ...2016, ...2016, ...2016 και ...2016, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ότι μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του.

Ειδικότερα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνους ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα σύζυγο του τα κάτωθι ψευδή γεγονότα : απευθυνόμενος σε έναν αστυνομικό είπε με ύφος εμπιστευτικό "κύριε η γυναίκα μου είναι ψυχοπαθής, παίρνει φάρμακα, είναι άρρωστη, όλη η οικογένεια της το ξέρει, θέλει ψυχίατρο", απευθυνόμενος δε στους συγγενείς της συζύγου του (αδερφή, γαμπρό, πατέρα της εγκαλούσας ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα "έχει γκόμενους, κάθε μέρα έρχονται απ' έξω με το αυτοκίνητο και την παίρνουν", ενώ η αλήθεια είναι ότι η εγκαλούσα δεν πάσχει από καμία ασθένεια, είναι υγιέστατη, ουδέποτε έλαβε ψυχιατρική αγωγή και δεν συναναστρέφεται ποτέ με κανέναν άντρα, πράγματα τα οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ψευδώς στην Φ. Α. ότι η σύζυγος του είναι ψυχοπαθής, πηγαίνει στον ψυχίατρο και παίρνει φάρμακα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η εγκαλούσα είναι απολύτως υγιής τηλεφωνική δε επικοινωνία με την ανωτέρω ισχυρίστηκε επίσης ψευδώς ότι η εγκαλούσα διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τον σύζυγο της, γεγονός που δεν αληθεύει και το γνωρίζει πολύ καλά ο κατηγορούμενος.

Περαιτέρω, απευθύνθηκε στην Ε. Ρ. του Α. ισχυριζόμενος ψευδώς για την εγκαλούσα ότι δεν είναι στα καλά της, έχει σοβαρό πρόβλημα, φέρεται άσχημα στα παιδιά, είναι ψυχοπαθής, τα αφήνει νηστικά, τους τρώει τα λεφτά από τα βιβλιάρια, ενώ η αλήθεια είναι την οποία γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος ότι η εγκαλούσα είναι υγιής, μαγειρεύει κάθε μέρα στα παιδιά, τα οποία δεν τρώνε το φαγητό της και αυτή το πετάει καθόσον ο κατηγορούμενος τους λέει ότι μπορεί να έχει βάλει ουσίες μέσα η εγκαλούσα για να τους δηλητηριάσει, ενώ τα χρήματα από τα βιβλιάρια και τα μετρητά των ανηλίκων τέκνων τους τα έχει υφαιρέσει ο κατηγορούμενος με το πρόσχημα ότι τα δανείστηκε και θα τα επιστρέφει.

Ενώ τέλος ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον αστυνομικών ότι δήθεν η εγκαλούσα κακοποιεί και χτυπάει τα παιδιά της, ενώ η αλήθεια είναι την οποία γνωρίζει πολύ καλά ο κατηγορούμενος ότι η εγκαλούσα δεν προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες σε βάρος των παιδιών της. Τα ανωτέρω δε ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και ότι μπορούν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ.1 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ και 362 και 363 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα διαλαμβάνονται: α) οι κατ' εξακολούθηση ισχυρισμοί από τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα ψευδών γεγονότων που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ήτοι 1) ότι στις ...2016 απευθυνόμενος σε αστυνομικό που είχε μεταβεί έξω από την οικία του για επεισόδιο με την εγκαλούσα του είπε "κύριε η γυναίκα μου είναι ψυχοπαθής, παίρνει φάρμακα, είναι άρρωστη, όλη η οικογένεια της το ξέρει, θέλει ψυχίατρο", 2) ότι απευθυνόμενος στους συγγενείς της συζύγου του, αδερφή, γαμπρό, πατέρα της εγκαλούσας ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα "έχει γκόμενους, κάθε μέρα έρχονται απ' έξω με το αυτοκίνητο και την παίρνουν", 3) ότι ισχυρίστηκε ενώπιον της Φ.

Α. ότι η σύζυγος του είναι ψυχοπαθής, πηγαίνει στον ψυχίατρο και παίρνει φάρμακα, 4) ότι απευθύνθηκε στην Ε. Ρ. του Α. ισχυριζόμενος για την εγκαλούσα ότι δεν είναι στα καλά της, έχει σοβαρό πρόβλημα, φέρεται άσχημα στα παιδιά, είναι ψυχοπαθής, τα αφήνει νηστικά, τους τρώει τα λεφτά από τα βιβλιάρια 5) ότι ισχυρίστηκε ενώπιον αστυνομικών ότι η εγκαλούσα κακοποιούσε και χτυπούσε τα παιδιά της, β) η γνώση του κατηγορουμένου από προσωπική αντίληψη του ιδίου για το ψευδές των παραπάνω γεγονότων τα οποία ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων και για το ότι τα τελευταία μπορούσαν να βλάψουν και την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.

Το Δικαστήριο για να αχθεί στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται α) η από ... Έκθεση Ψυχολόγου, β) η από ... Έκθεση Παιδοψυχιατρικής Εξέτασης της παιδοψυχιάτρου Β. Π., γ) η από ... ψυχιατρική εκτίμηση από το Π.

Γ. Ν. Ι., δ) η από ... ψυχιατρική εκτίμηση του Π. Ν. Ι. με θέμα την "ψυχιατρική εκτίμηση της Μ. Π." και η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Ν.-Ι. Κ. και δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Εξάλλου, το Δικαστήριο διευκρινίζει τον τόπο και τους χρόνους τέλεσης των κατ' εξακολούθηση πράξεων του αναιρεσείοντος, ήτοι στα … στις ...2016, ...2016, ...2016 και ...2016. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) η αιτίαση για αοριστία της μερικότερης πράξης υπό στοιχείο 5, είναι αβάσιμη, διότι είναι προφανές ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον αστυνομικών πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια επεισοδίου μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας, β) δεν ασκεί έννομη επιρροή o μη επακριβής χρονικός αντιστοιχισμός ορισμένων από τις επί μέρους πράξεις της κατ' εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφήμησης, δεδομένου ότι γίνεται συνολική αναφορά των χρόνων επί μέρους τέλεσης αυτών και δεν υφίστατο θέμα παραγραφής, και γ) δεν τίθεται ζήτημα μετατροπής της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε απλή δυσφήμηση, διότι τα διαδοθέντα γεγονότα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε και Θ' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και της υπέρβασης εξουσίας, κατά τον οποίο όφειλε το Δικαστήριο να παύσει υφ'όρον την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της απλής δυσφήμησης βάσει των άρθρων 8 του Ν.4411/2016 και 63 του Ν.4689/2020 είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους ίδιους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, υπάρχει στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ζήτησε ν' ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία, εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά μεταξύ των οποίων και τις προτάσεις, δηλώσεις και αιτήσεις των διαδίκων. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΠ 1084/2022).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' και 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν τηρηθούν από το δικαστήριο οι διατάξεις για την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που του παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 1, 3 του Κ.Ποιν.Δ, ορίζεται ότι "1. Ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόµενους µάρτυρες, πραγµατογνώµονες ή τεχνικούς συµβούλους, και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέµα... 3. ... .Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν δικαίωμα να μιλούν πάντα τελευταίοι", ενώ στη διάταξη του άρθρου 357 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, ορίζεται ότι "Ο κατηγορούµενος και οι άλλοι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, έχουν το δικαίωµα να κάνουν απευθείας στο µάρτυρα ή τον πραγµατογνώµονα ή τον τεχνικό σύµβουλο του κατηγορουµένου τις ερωτήσεις που είναι χρήσιµες για την εξακρίβωση της αλήθειας", περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "Μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αληθείας", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 363 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "Στις περιπτώσεις που κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθενείας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 354".

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 335 παρ. 2 και 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η παραβίαση των διατάξεων των παραπάνω άρθρων του ΚΠοινΔ δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, ούτε περιλαµβάνεται στις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας των άρθρων 171 παρ. 1, 365 παρ.1 και 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, (μη κλήση του κατηγορουμένου για απολογία από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας) και ως εκ τούτου αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει το λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου ή στον κατηγορούμενο, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες, να υποβάλει παρατηρήσεις στις αποδείξεις που ενεργήθηκαν, ή αφαιρέσει το λόγο από αυτούς, ή παραλείψει να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου περί ανάγνωσης κατάθεσης μη εμφανισθέντος μάρτυρος, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, παρά μόνον αν ζητήθηκε ο λόγος ή υποβλήθηκε το αίτημα και σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής άρνησης του διευθύνοντος, αν έγινε αμέσως προσφυγή του κατηγορουμένου σε ολόκληρο το δικαστήριο για την άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων και αυτό παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής, ή παρά τον νόμο και αναιτιολόγητα την απέρριψε.

Η υποβολή αυτή πρέπει να προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, από τα πρακτικά της συνεδρίασης χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνο με την προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 149/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν του δόθηκε ο λόγος για να τοποθετηθεί επί της κατηγορίας κατά το άρθρο 343 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεν του επιτράπηκε να υποβάλει ερωτήσεις στην υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ.

Π., δεν του επιτράπηκε να ολοκληρώσει τις ερωτήσεις του προς τους μάρτυρες κατηγορίας Φ. Α., Ε. Ρ., Ν. Π., Π. Π., Φ. Κ., δεν του επιτράπηκε να προβεί σε παρατηρήσεις μετά την εξέταση κάθε μάρτυρος και επί των αναγνωστέων εγγράφων, στερήθηκε τους δικαιώματος της απολογίας διότι διακοπτόταν συνεχώς, δεν του δόθηκε ο λόγος μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής, το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα του για ανάγνωση της κατάθεσης της μάρτυρος Δ.

Κ. η οποία απουσίαζε και δεν ανέγνωσε τα αναγνωστέα έγγραφα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, δεν έχουν διορθωθεί και παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και δη για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν ζήτησε από την Πρόεδρο, που διεύθυνε τη συζήτηση στο ακροατήριο, το λόγο α) για να προβεί σε παρατηρήσεις μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και επί των αναγνωστέων εγγράφων, β) για να υποβάλει ερωτήσεις στην υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ.

Π.. Αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης και ότι δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο για οποιαδήποτε διάταξη της Προέδρου με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, του αφαιρέθηκε ο λόγος. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αιτήθηκε την ανάγνωση της κατάθεσης της μάρτυρος Δ.

Κ. και ότι διακοπτόταν κατά τη διάρκεια της απολογίας του. Εξάλλου, στη σελίδα 3 των πρακτικών προκύπτει ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ζήτησε κατά τη διάταξη του άρθρου 343 του ΚΠοινΔ, πληροφορίες από τον κατηγορούμενο για την πράξη που κατηγορείται και ότι ο τελευταίος απάντησε "ότι επιφυλάσσεται να εκθέσει της απόψεις του στην απολογία και ότι τώρα δεν έχει να πει τίποτα", στη σελίδα 17 των πρακτικών προκύπτει ότι αναγνώστηκαν 38 έγγραφα και επισκοπήθηκαν 22 φωτογραφίες που υποβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο και στη σελίδα 24 των ίδιων πρακτικών προκύπτει ότι μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση της Εισαγγελέως επί της ενοχής "Η Προεδρεύουσα ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτα για τη υπεράσπιση του και αυτός ζήτησε την απαλλαγή του και ότι δεν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο".

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του.

Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει το λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και, ειδικότερα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση).

Η διαπίστωση τόσο της μιας όσο και της άλλης χειροτέρευσης επιχειρείται με σύγκριση των κεφαλαίων του διατακτικού της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν παράγουν δεδικασμένο (ΑΠ 450/2020, ΑΠ 153/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, που διαπιστώνεται από τη σύγκριση των διατακτικών των αποφάσεων, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

ΣΤ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, μπορεί δε να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης κατ` απόφασης, εξεταζόμενος κατ` άρθρο 511 εδ. α` ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 426/2023).

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης στις οποίες γίνεται αναφορά για τη συμπεριφορά του, έως το έτος 2015, προς την οικογένεια και προς τη σύζυγό του Μ. Π., συνιστούν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, του δεδικασμένου και χειροτέρευσαν ανεπιτρέπτως τη θέση του εν σχέσει με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ωστόσο, το Δικαστήριο της ουσίας με τις αιτιολογίες αυτές εξέθεσε τι προέκυψε από την εκτίμηση των αναφερόμενων στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 του ΚΠονΔ, για τις σχέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, και της εγκαλούσας έως το έτος 2015.

Οι αιτιολογίες αυτές του σκεπτικού δεν παράγουν δεδικασμένο, δεν προσβάλλουν το τεκμήριο αθωότητας και δεν συνιστούν χειροτέρευση της θέσης του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' και Θ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, λόγω της χειροτέρευσης της θέσης του αναιρεσείοντος και της παραβίασης του δεδικασμένου και του τεκμηρίου αθωότητας από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επί αυτής λόγοι αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...2023 αίτηση και τους από ...2023 επ' αυτής πρόσθετους λόγους του Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 198/21-9-2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στον χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ