Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and rejects appeal against default judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Organization of Pharmacies' appeal against a second-instance judgment rendered in absentia. The appellant argued the lower court erred in awarding legal fees, but the court found the appeal grounds vague and failed to address critical factual assumptions regarding the contract violation. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific grounds addressing critical factual assumptions, and an appeal against a default judgment is inadmissible if the appellant fails to appear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 351 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 351/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Φ.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κίτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5623/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή, απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔικ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001). Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Τούτο δε γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που, με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ ΑΠ 16/90, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 557/2018, ΑΠ 1824/2017, ΑΠ 543/2014).
Ακόμη, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νόμιμα ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματός του προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 82/2021 ΑΠ 1824/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τις γενικές διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 483/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 10-11-2021 με αριθμό κατάθεσης στο γραμματέα ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών 8798/1085/10-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5623/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 9-11-2018 με αριθμό κατάθεσης 105206/7401/9-11-2018 έφεσή του κατά της με αριθμό 137/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614-622Α), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 18-12-2017 με αριθμό κατάθεσης 611418/307/2017 αγωγή της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, Ακόμη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται αυτοτελώς και η με αριθμό 137/2018 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία, δεν προκύπτει από το συνημμένο στην αίτηση αναίρεσης με αριθμό 1389/2022 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του οικείου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι αυτή (αίτηση αναίρεσης) κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενό του, εκτός από το ένδικο μέσο της προαναφερόμενης έφεσης δεν έχει ασκηθεί άλλο ένδικο μέσο.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται αυτοτελώς κατά της με αριθμό 137/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, κατά τον χρόνο άσκησης αυτής, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στις 10-11-2021 είχε ήδη παρέλθει από τις 13-10-2021, η από το άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ οριζόμενη δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην του εκκαλούντος προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι αυτή επιδόθηκε στο εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον στις 28-9-2021, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 3834Β/28-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Δ. Π.. Μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, η με αριθμό 5623/2019 ερήμην του εκκαλούντος απόφαση του Εφετείου κατέστη τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 319/2017).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1εδ.α του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 56/2022) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996), Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τους ενιαία κρινόμενους υπό στοιχεία ΙΑ και ΙΒ λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, έχει ενσωματωθεί, η πρωτοβάθμια απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναιρετική πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της παρ.10 του άρθρου 6 του ν.1965/1991, όπως συμπληρώθηκε με τη διάταξη της παρ.8 του άρθρου 16 του ν.2227/1994, του άρθρου 32 παρ.1 του ν.4024/2011 και της Κ.Υ.Α 2/17132/0022/2012, της παρ.1, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδότησης της παρ.1 του άρθρου 22 του ν.4024/2011, θεμελιώθηκε η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ότι δικαιούται και πρέπει να αναγνωρισθεί η καταβολή σε αυτήν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, της εκ της παρ.10 του άρθρου 6 του ν.1965/1991, όπως συμπληρώθηκε με τη διάταξη της παρ.8 του άρθρου 16 του ν.2227/1994, οριζόμενης αποζημίωσης και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της, ενώ έπρεπε να απορριφθεί.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ενιαία κρινόμενοι, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι αν και το Δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, δεν διαλαμβάνονται σ'αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του, ότι η ενάγουσα δικαιούται την εκ της παρ.10 του άρθρου 6 του ν.1965/1991, όπως συμπληρώθηκε με τη διάταξη της παρ.8 του άρθρου 16 του ν.2227/1994, οριζόμενη αποζημίωση και μη νόμιμα το εναγόμενο δεν την καταβάλλει σ' αυτήν, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδ.α' του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο επιλεκτικά και αποσπασματικά μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου και συγκεκριμένα, ότι: "Με βάση τα προεκτεθέντα όμως η μη καταβολή εκ μέρους του εναγομένου, της αποζημίωσης της παρ.10 του άρθρου 6 του ν.1965/1991, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.8 του ν. 2227/1994 για τους δικηγόρους Ε.Ο.Φ.
με έμμισθη εντολή, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 παρ.1 εδ.γ του ν.4024/2011, είναι μη νόμιμη και με τη μη καταβολή της το εναγόμενο παραβιάζει την ανωτέρω σύμβαση μεταξύ του ίδιου και της ενάγουσας στην οποία αναγράφεται ρητά η ως παροχή και το νόμο" και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλούμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν στο δυσμενές για το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον διατακτικό.
Επομένως οι ως άνω ΙΑ και ΙΒ λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθούν. Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 10 Νοεμβρίου 2021 με αριθμό κατάθεσης 8798/1085/2021 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της με αριθμό 137/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5623/2019 ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ