Legislator Case Law & Legislation
351/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against trademark infringement ruling due to inadmissibility of specific appeal grounds.

Case Number 351/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court of Athens, ruling that a specific ground of appeal was admissible while others were not. The appellant argued that the respondent's use of a watermark infringed on a registered Community Design rather than a trademark, a claim the lower court rejected as inadmissible. The Court found the lower court erred in declaring this specific argument inadmissible because it was not properly raised as a separate ground of appeal, thereby remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; A ground of appeal is admissible if it challenges a specific legal error or procedural defect, and failure to raise it as a distinct ground renders it inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility inadmissible grounds separate appeal Community Design trademark infringement remand for retrial legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 351 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 351/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αλεξανδρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. καθώς και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Μιχαήλ Μαρίνο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) J. K. του D., κατοίκου ..., 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..., η οποία εδρεύει στην περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 1-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και β) την από 21-11-2011 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1960/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6471/2014 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών, επί της αγωγής, και 6658/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, και 479/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάντες πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 479/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε εν μέρει την από 1.9.2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων, μετά την έκδοση της 6471/2014 απόφασης του ίδιου ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχτηκε κατ' ουσία την από 12.6.2013 έφεση και τους από 30.11.2013 πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την ερήμην της αναιρεσείουσας εκδοθείσα 1960/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ανέστειλε τη συζήτηση της υπόθεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τον Κανονισμό (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2001 "για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα", καθιερώνεται ένα ενιαίο σύστημα για την απόκτηση κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, στο οποίο χορηγείται ενιαία προστασία, με ομοιόμορφα αποτελέσματα και άμεση ισχύ σε όλο του έδαφος της Κοινότητας.

Παρέχονται δύο μορφές προστασίας και ειδικά προστασία για ένα βραχυπρόθεσμο μη καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο συνιστά δικαίωμα μόνο για την αποφυγή της αντιγραφής και προστασία για ένα μακροπρόθεσμο καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα, που ανταποκρίνεται στην ανάγκη μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου για το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχει και απαιτεί τη δημιουργία και την τήρηση ενός μητρώου, στο οποίο να καταχωρίζονται όλες οι αιτήσεις που πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις και στις οποίες έχει δοθεί ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρησης.

Επιπλέον, προσδιορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται για την καταχώριση του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και η οποία αποτελεί θεμελιώδη στόχο του παρόντος Κανονισμού, καθώς επίσης και η εξέταση προσφυγών περί ακυρότητας ενός καταχωρημένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ενώπιον ενός συμβουλίου προσφυγών και, ως ύστατο μέσο, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου δια του τρόπου αυτού να προωθηθεί ομοιόμορφη ερμηνεία των προϋποθέσεων κύρους των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων. (βλ.

αιτιολογικές σκέψεις 1, 5, 6, 21, 27, 28, 29 και 30 του Κανονισμού). Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.1 του Κανονισμού το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κηρύσσεται άκυρο κατόπιν υποβολής αίτησης στο Γραφείο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στους τίτλους VI και VII ή από δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων βάσει ανταγωγής που ασκείται στο πλαίσιο αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης, ενώ κατ' άρθρο 25 παρ.1 το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κηρύσσεται άκυρο μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους ακυρότητας.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η άσκηση αγωγής λόγω παραποίησης/απομίμησης από τον δικαιούχο αποσκοπεί στην προστασία του κατοχυρωμένου με το άρθρο 19 του Κανονισμού αποκλειστικού δικαιώματος προς χρήση του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και προς απαγόρευση οποιασδήποτε χρήσης του από τρίτους χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου.

Επιδιώκεται, δηλαδή, η αποτελεσματική προστασία της άσκησης του δικαιώματος σε όλο το έδαφος της Ένωσης, που αποτελεί σκοπό θεμελιώδους σημασίας, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 παρ.3 του Κανονισμού αυτού, τα κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα έχουν ενιαίο χαρακτήρα και παράγουν τα ίδια έννομα αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κανονισμού, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, που κατ' άρθρο 80 του Κανονισμού, είναι πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών, έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία: α) επί αγωγών παραποίησης/απομίμησης και- αν επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου- αγωγών για επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, β) επί αγωγών για την διαπίστωση μη παραποίησης/απομίμησης κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, αν επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, γ) επί αγωγών περί ακυρότητας ενός μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και δ) επί ανταγωγών περί ακυρότητας ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο των αγωγών, βάσει του στοιχείου α.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ.1 του Κανονισμού η αγωγή ή ανταγωγή ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος μπορεί να βασίζεται μόνο στους λόγους ακύρωσης που αναφέρονται στο άρθρο 25, ενώ, κατ' άρθρο 85 παρ.1, στις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θεωρούν το κοινοτικό σχέδιο έγκυρο.

Το κύρος αμφισβητείται μόνο με ανταγωγή περί ακυρότητας. Παρά ταύτα, η ένσταση περί ακυρότητας του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η οποία υποβάλλεται με άλλο τρόπο πλην της ασκήσεως ανταγωγής, είναι παραδεκτή μόνο στο βαθμό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα θα μπορούσε να κηρυχθεί άκυρο λόγω υπάρξεως προγενέστερου δικαιώματός του βάσει του εθνικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ.1 στοιχείο δ.

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κηρύσσεται άκυρο α) κατόπιν υποβολής αίτησης- προσφυγής στο Γραφείο του άρθρου 2 του Κανονισμού, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στους τίτλους VI και VII και β) κατόπιν ανταγωγής περί ακυρότητας, που βασίζεται μόνο στους λόγους ακυρότητας του άρθρου 25 του Κανονισμού, η οποία ασκείται στο πλαίσιο της αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης καταχωρημένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, ενώπιον των δικαστηρίων κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί των αγωγών περί παραποίησης/απομίμησης κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, κατ' εξαίρεση δε, προβλέπεται (άρθρ.85 παρ.1 εδ.

τελευταίο) ότι η ακυρότητα αυτή μπορεί να προβληθεί ενώπιον των ως άνω δικαστηρίων κατ' άλλο τρόπο και συνεπώς με ένσταση, μόνο στην περίπτωση που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα θα μπορούσε να κηρυχθεί άκυρο λόγω της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματός του, βάσει του εθνικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ.1 στοιχ.δ.

Επομένως, ρητά ορίζεται στον Κανονισμό η άσκηση ανταγωγής περί ακυρότητας για την αμφισβήτηση του κύρους του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, κατά τη διαδικασία που απορρέει από αγωγές παραποίησης/απομίμησης κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ενώπιον των δικαστηρίων κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, δηλαδή αγωγής του εναγόμενου που ασκείται κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της κυρίας αγωγής και που αποτελεί επιθετική πράξη του εναγόμενου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έναντι των λοιπών μέσων άμυνας και επίθεσης, με τα οποία δεν ταυτίζεται και δεν πρέπει να συγχέεται και για την άσκηση της οποίας συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στον Κανονισμό ορίζονται ρητά οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, σε δίκη που ανοίχθηκε με αγωγή παραποίησης/ απομίμησης κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ενώπιον δικαστηρίου κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, με άλλο τρόπο πλην της άσκησης της ανταγωγής και ειδικά με ένσταση περί ακυρότητας του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και αυτές είναι α) η προαναφερόμενη κατ' εξαίρεση προβολή της ακυρότητας λόγω της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος του εναγόμενου, βάσει του εθνικού δικαίου (άρθρ. 85 παρ.1 εδ.

τελευταίο), β) κατά τη διαδικασία επί αγωγής παραποίησης/απομίμησης μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος (άρθρ.85 παρ.2) και γ) κατά τη διαδικασία εκδίκασης αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ.90). Μάλιστα στη δεύτερη εκ των ως άνω περιπτώσεων ορίζεται, κατά τρόπο διαζευκτικό, ότι ο εναγόμενος δύναται να προσβάλει το κύρος "δι' ενστάσεως ή ανταγωγής" και ως εκ τούτου, οι εν λόγω δύο δικονομικές δυνατότητες διακρίνονται σαφώς στον Κανονισμό.

Επίσης, η δια της ανταγωγής αμφισβήτηση του κύρους ενός καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος προκύπτει και από το σκοπό της ρύθμισης της ανωτέρω διάταξης και ειδικά από την ανάγκη μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου, λόγω της αποκλειστικής φύσης του δικαιώματος που απορρέει από το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει ενιαίο χαρακτήρα και παράγει αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα, τη δυνατότητα να ασκείται με τρόπο αποτελεσματικό σε ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας, την αναγκαιότητα να εξετάζονται οι προσφυγές από ένα όργανο που οδηγεί σε εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος σε σύγκριση με τις διαδικασίες ενώπιον διαφορετικών εθνικών δικαστηρίων, και, επίσης, από την προβλεπόμενη τήρηση, κατ' επιταγή της αρχής της δημοσιότητας, ενός μητρώου κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, που τηρείται από το Γραφείο Εναρμόνισης, στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από τον Κανονισμό, μεταξύ των οποίων και οι αμφισβητήσεις του κύρους ενός καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος, που προβάλλονται στα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, στο πλαίσιο εκδίκασης αγωγής παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, και οι οποίες μπορούν να καταχωρηθούν μόνο αν ασκούνται με το ιδιαίτερο δικόγραφο της ανταγωγής εκ μέρους του εναγόμενου που αμφισβητεί το κύρος του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος, έτσι ώστε να τηρείται και η υποχρέωση των δικαστηρίων κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, κατ' άρθρο 86 παρ.2 του Κανονισμού, περί ενημέρωσης του Γραφείου Εναρμόνισης σχετικά με την ημερομηνία κατάθεσης της ανταγωγής και της σχετικής σημείωσης του γεγονότος αυτού στο μητρώο.

Εξάλλου, από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, προκύπτει ότι διάταξη του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον του γράμματος της διάταξης αυτής, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται και των σκοπών που επιδιώκονται με την ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος.

Όταν συντρέχει περίπτωση, από τη συγκριτική εξέταση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μίας διάταξης, οι αποδόσεις αυτές να παρουσιάζουν αποκλίσεις, η αμιγώς γραμματική ερμηνεία νομοθετήματος της Ένωσης με βάση την απόδοσή του σε μία ή σε περισσότερες γλώσσες, κατ' αποκλεισμό των υπολοίπων γλωσσών, δεν κρίνεται ενδεδειγμένη, διότι η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία των κανόνων αυτών το κείμενό τους σε όλες τις γλώσσες.

Σε περίπτωση διάστασης μεταξύ των αποδόσεων ενός νομοθετήματος της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της όλης οικονομίας της και του σκοπού της ρύθμισης της οποίας αποτελεί στοιχείο. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, από τη συγκριτική εξέταση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της διάταξης που επιτάσσει την προβολή της ένστασης ακυρότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου με την άσκηση της ανταγωγής, δεν συντρέχει περίπτωση διάστασης μεταξύ των αποδόσεων της συγκεκριμένης διάταξης του Κανονισμού, καθόσον τόσο στο αγγλικό κείμενο (Validity may be challenge only with a counterclaim for a declaration of invalidity- η εγκυρότητα μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο με ανταγωγή για κήρυξη ακυρότητας) όσο και στο γαλλικό κείμενο (La validite ne peut etre contestee que par une demande reconventionnelle en nullite- η εγκυρότητα μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο με ανταγωγή ακυρότητας) και στο γερμανικό κείμενο (Die rechtsgultigkeit kann vom beklagten nur mit einer widerklage auf erklarung der nichtigkeit bestritten warden- το έννομο κύρος μπορεί να αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο μόνο με ανταγωγή κήρυξης ακυρότητας,) δεν παρουσιάζεται απόκλιση με το ελληνικό στην γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται δια του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 2081/2018, ΑΠ 1078/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της από 1.9.2012 αγωγής των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) για παραποίηση/απομίμηση από την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία (αναιρεσείουσα) των αναφερόμενων καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων, των οποίων δικαιούχος είναι ο πρώτος εξ αυτών και έλκοντες δικαίωμα εξ αυτού οι λοιπές, εκδόθηκε, ερήμην της εναγόμενης, η 1960/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή, εκτός από το αίτημα να διαταχθεί η κατάσχεση των προϊόντων- τσιγαρόχαρτων που κατασκευάστηκαν κατ' αντιγραφή των κοινοτικών σχεδίων των εναγόντων, που κρίθηκε μη νόμιμο, και ακολούθως, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, συνεπεία της ερημοδικίας της εναγόμενης, έγινε δεκτή η αγωγή.

Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης η εναγόμενη (αναιρεσείουσα), που ερημοδικάστηκε, άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης, το δε Εφετείο εξέδωσε, αρχικά, την 6471/2014 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, κρίνοντας παραδεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 528 ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή (άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), ανέστειλε τη συζήτησή της για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Στη συνέχεια το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 479/2019 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε, ότι η εκ μέρους της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας διάθεση στην ελληνική αγορά προϊόντων (τσιγαρόχαρτων), παραχθέντων κατ' απομίμηση του Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ... Κοινοτικού Σχεδίου (RCD) με δικαιούχο- δημιουργό τον πρώτο ενάγοντα, από τον οποίο έλκουν δικαίωμα οι δεύτερη και τρίτη ενάγουσες εταιρείες, ενεργοποιεί τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του Κανονισμού δικαιώματα και τη διαδικασία επιβολής των κατά τη διάταξη του άρθρου 89 του Κανονισμού κυρώσεων, αλλά και την παρεχόμενη από το εθνικό δίκαιο συμπληρωματική προστασία των διατάξεων των άρθρων 1 και 13 του Ν.146/1914 και 914 επ.

ΑΚ, δεδομένου ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε και δεν αρνήθηκε ειδικώς ότι διαθέτει στην ελληνική αγορά τα ως άνω απομιμητικά προϊόντα της εν γνώσει της υπάρξεως και της διατηρήσεως σε ισχύ του Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ... Κοινοτικού Σχεδίου (RCD), κατ' εφαρμογή του οποίου εξακολουθούν να παράγονται και εισάγονται στην ελληνική αγορά τα προϊόντα των εναγόντων.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσίβλητων και 1) υποχρέωσε την εναγόμενη αναιρεσείουσα να άρει την προσβολή του καταχωρισμένου με αριθ. ... κοινοτικού σχεδίου, 2) απαγόρευσε σ' αυτή τη διάθεση στο εμπόριο των ευρισκόμενων στις αποθήκες της προϊόντων με την ονομασία "..." ή "..." ή με οποιαδήποτε άλλη ονομασία, 3) διέταξε την οριστική απόσυρση από το εμπόριο των ήδη κυκλοφορούντων απομιμητικών προϊόντων και την αφαίρεση αυτών από την ιστοσελίδα με το domain name www.....gr, 4) διέταξε την παράλειψη στο μέλλον κάθε πράξης προσβολής του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου, 5) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, σε καθεμία δε από τις λοιπές ενάγουσες το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 6) απείλησε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ σε βάρος της εναγομένη για κάθε παράβαση των ανωτέρω και 7) διέταξε τη δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στις αναφερόμενες δύο εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες.

Όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς, επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία δεν αμφισβήτησε ειδικώς τα χαρακτηριστικά των καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων, που επικαλέστηκαν με την αγωγή τους οι ενάγουσες, πλην όμως: α) αμφισβήτησε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την κατοχύρωση και προστασία των επιδίκων κοινοτικών σχεδίων προϋποθέσεις του "νέου" και του "ατομικού χαρακτήρα" (άρθρα 4, 5 και 6 του Κανονισμού), β) ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα κοινοτικά σχέδια δεν παρέχουν προστασία στον δικαιούχο- δημιουργό αυτών πρώτο ενάγοντα- και στις έλκουσες από αυτόν δικαίωμα δεύτερη και τρίτη εταιρείες επί των χαρακτηριστικών της εμφανίσεως του συγκεκριμένου προϊόντος, διότι αυτά υπαγορεύονται αποκλειστικώς από την τεχνική λειτουργία του (άρθρο 8 παρ.1 του Κανονισμού) και γ) αρνήθηκε ότι το τσιγαρόχαρτο με την ονομασία "..." προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη- καταναλωτή "διαφορετική συνολική εντύπωση" (άρθρο 10 του Κανονισμού), περαιτέρω δε προς επίρρωση των ως άνω ισχυρισμών της επικαλέστηκε ότι:

α) η εδρεύουσα στην ... εταιρεία υπό την επωνυμία "...", μέλος του ομίλου εταιριών επεξεργασίας χαρτιού με εξειδίκευση στην παραγωγή τσιγαρόχαρτου "...", από την οποία η ίδια προμηθεύεται μη λευκασμένο χαρτί ανοικτού καφέ χρώματος, ζήτησε με αιτήσεις της κατά του πρώτου ενάγοντος ενώπιον του Γραφείου Εναρμονίσεως στην Εσωτερική Αγορά την κήρυξη της ακυρότητας των επιδίκων Καταχωρισμένων υπ' αριθ. ...

και ... Κοινοτικών Σχεδίων, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 4 έως 8 και 25 παρ.1 περ. β' του Κανονισμού, β) επί των ως άνω αιτήσεων εκδόθηκαν: βα) καθ' όσον αφορά στο Καταχωρισμένο υπ' αριθ. ... Κοινοτικό Σχέδιο (RCD), η από 1.3.2016 υπ' αριθ. ICD 9 380 (πρωτοβάθμια) απόφαση του Γραφείου Εναρμονίσεως στην Εσωτερική Αγορά, το οποίο ακύρωσε το ως άνω Κοινοτικό Σχέδιο, και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η τελεσίδικη από 19.7.2017 απόφαση του Τρίτου Τμήματος του Συμβουλίου Προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (υπόθεση υπ' αριθ.

Κ 691/2016- 3 ), το οποίο απέρριψε την έφεση και ββ) καθ' όσον αφορά στο Καταχωρισμένο υπ' αριθ. ... Κοινοτικό Σχέδιο (RCD), η από 1.3.2016 υπ' αριθ. ΙCD- 379 απόφαση του Γραφείου Εναρμονίσεως στην Εσωτερική Αγορά, το οποίο απέρριψε την αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας του ως άνω Κοινοτικού Σχεδίου, η οποία έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη, δεδομένου ότι δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατ' αυτής, όπως τούτο συνομολογήθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από τα εδώ διάδικα μέρη, γ) μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως καθίσταται σαφές ότι μοναδικό στοιχείο νεωτερισμού και ατομικότητας του μη ακυρωθέντος Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ...

Κοινοτικού Σχεδίου (RCD), το οποίο κρίνεται, κατ' αρχήν, άξιο προστασίας κατά τις διατάξεις του Κανονισμού, είναι το υπόδειγμα υδατογραφήματος σε σχήμα διασταυρουμένων γραμμών με τα γράμματα "..." δίκην συμβόλου, το δε στοιχείο αυτό και μόνο (δηλαδή όχι το χρώμα, η υφή, το σχήμα κλπ.) διακρίνει το προϊόν των εναγόντων - εφεσιβλήτων από τα λοιπά προϊόντα του κλάδου και δ) μετά ταύτα νοείται μόνο απαγόρευση απομιμήσεως του συγκεκριμένου υδατογραφήματος του καταχωρισμένου Κοινοτικού Σχεδίου του πρώτου ενάγοντας (ήτοι του υδατογραφήματος σε σχήμα διασταυρουμένων γραμμών με τα γράμματα "..." δίκην συμβόλου) και ως εκ τούτου επιτρέπεται η εκ μέρους της διάθεση στην ελληνική αγορά προϊόντων καφέ τσιγαρόχαρτου είτε με είτε χωρίς υδατογράφημα, δεδομένου ότι παραμένει δυνατή η επίθεση στα προϊόντα της (τσιγαρόχαρτα ανοικτού καφέ χρώματος) υδατογραφήματος υπό τη μορφή παραλλήλων γραμμών και φύλλων ανθέων και του σήματος αυτής "..." (λεκτικό, με απεικόνιση και έγχρωμη σύνθεση σήμα, με αριθμό ...

και ημερομηνία καταχωρίσεως 27.9.2011), το οποίο δικαιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 125 παρ.1 Ν.4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος- Νέα εταιρική μορφή- Σήματα- Μεσίτες Ακινήτων- Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις" να επιθέτει στα προϊόντα καφέ τσιγαρόχαρτου, στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις διαφημίσεις και κάθε είδους έντυπο υλικό της επιχειρήσεώς της.

Επί των ισχυρισμών αυτών της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά τους ενδιαφέροντες τον αναιρετικό έλεγχο πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, τα ακόλουθα: "Κατά τα ρητώς οριζόμενα στην παρατιθεμένη... διάταξη του άρθρου 86 παρ.1 του Κανονισμού, το παρόν Δικαστήριο, ως εθνικό Δικαστήριο Κοινοτικών Σχεδίων και Υποδειγμάτων, το οποίο επιλαμβάνεται αγωγής με αντικείμενο την παραποίηση- απομίμηση του μη ακυρωθέντος από το αρμόδιο όργανο του Γραφείου Εναρμονίσεως στην Εσωτερική Αγορά Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ...

Κοινοτικού Σχεδίου (RCD), υποχρεωτικώς θεωρεί αυτό έγκυρο. Και ναι μεν η ανωτέρω από 1.3.2016 υπ' αριθ. ICD - 379 απόφαση του Γραφείου Εναρμονίσεως στην Εσωτερική Αγορά, το οποίο απέρριψε την αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας του ως άνω Κοινοτικού Σχεδίου, δεν παράγει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη (καθ' όσον δεν έχει εκδοθεί μεταξύ των εδώ διαδίκων, αλλά μεταξύ του πρώτου ενάγοντος...

και της εδρεύουσας στην ... εταιρίας υπό την επωνυμία "..."- άρθρο 86 παρ.5 του Κανονισμού ), με συνέπεια να μην κωλύεται μεν για την αιτία αυτή η αμφισβήτηση της εγκυρότητας του ως άνω Καταχωρισμένου Κοινοτικού Σχεδίου, πλην όμως η αμφισβήτηση αυτή χωρεί παραδεκτώς μόνο με άσκηση ανταγωγής κατά τις διατάξεις του εθνικού δικαίου (άρθρα 85 παρ.1 εδ.β' και 88 παρ.3 του Κανονισμού, ήτοι κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου πρώτου Ν.4335/2015, αποκλειστικώς και μόνο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όχι ενώπιον του Εφετείου, έστω και αν συντρέχει περίπτωση εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως κατόπιν εφέσεως του ερημοδικασθέντος σε πρώτο βαθμό διαδίκου......και όχι με αυτοτελή αγωγή ή κατ' ένσταση, εκτός εάν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 25 παρ.1 περ.δ' του Κανονισμού (επίκληση εκ μέρους του εναγομένου σε δίκη παραποιήσεως - απομιμήσεως ίδιου δικαιώματος βάσει του εθνικού δικαίου επί προγενεστέρου σχεδίου ή υποδείγματος, διατεθέντος στο κοινό μετά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως προς καταχώριση).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη... ομόρρυθμος εταιρία με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της και τους δεύτερο και τρίτο προσθέτους λόγους αυτής προέβαλε την ένσταση ακυρότητας αμφοτέρων των ως άνω Καταχωρισμένων Κοινοτικών Σημάτων, επικαλουμένη μη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων των άρθρων 4, 5, 6, 8 και 10 του Κανονισμού, και δεν άσκησε ανταγωγή με το περιεχόμενο αυτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΚΠολΔ, όπως κατά τα προεκτιθέμενα απαιτείται για την αμφισβήτηση του κύρους των εν λόγω Κοινοτικών Σχεδίων (άρθρα 25 παρ.1 περ.β' και 85 παρ.1 εδ.β' του Κανονισμού).

Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιτρέπεται άσκηση ανταγωγής ενώπιον του παρόντος δικάζοντας κατ' έφεση Δικαστηρίου, η υπό κρίση ένσταση ακυρότητας τυγχάνει, άνευ άλλου τινός, απορριπτέα ως απαράδεκτη,... Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως η εναγομένη... ομόρρυθμη εταιρία ισχυρίσθηκε ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες... - ενήργησαν με κακή πίστη, κατά την έννοια του άρθρου 6δις της Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων του 1883 "Περί προστασίας της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας", όπως αυτή αναθεωρήθηκε στη Στοκχόλμη την 14.7.1967 και κυρώθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία με το Ν.213/1975, διότι ψευδώς ισχυρίσθηκαν ότι διέθεσαν για πρώτη φορά στην αγορά και συνέλαβαν ως πρωτότυπα και νέα και με ατομικό χαρακτήρα τα επίδικα Καταχωρισμένα Κοινοτικά Σχέδια, ενώ αληθές είναι ότι:

α) η πρώτη, η οποία παρήγαγε τα επίδικα τσιγαρόχαρτα, είναι η εδρεύουσα στην ... (... 20, ... ...) εταιρία υπό την επωνυμία "...", η οποία είχε προβεί ήδη από του έτους 2005 σε παραγωγή 2.2. μετρικών τόνων ενός ημιδιαφανούς, χρώματος ανοικτού καφέ τσιγαρόχαρτου, με τη σήμανση "...", β) η ως άνω εταιρία ανήκει στον όμιλο "...", στον οποίο ομοίως ανήκει η προμηθεύτρια αυτής εδρεύουσα στην ...

εταιρία υπό την επωνυμία "....", γ) το εν λόγω χαρτί σχεδιάσθηκε στο τέλος του έτους 2004, παρήχθη στις αρχές του έτους 2005 και κατά το μήνα Μάιο του έτους αυτού (2005) πωλήθηκε στην εδρεύουσα στην ... εταιρία υπό την επωνυμία "..." και δ) η εν λόγω ... εταιρία είναι η προμηθεύτρια της δεύτερης ενάγουσας... αλλοδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, η οποία εν συνεχεία διοχέτευσε τα εν λόγω προϊόντα (τσιγαρόχαρτα) στην ελληνική αγορά μέσω της τρίτης ενάγουσας...

μονοπροσώπου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, όλα δε τα προαναφερόμενα οι ενάγοντες... γνώριζαν, παρά ταύτα δε ψευδώς ισχυρίσθηκαν ότι τα επίδικα Καταχωρισμένα Κοινοτικά Σχέδια δημιουργήθηκαν το πρώτον από τον πρώτο ενάγοντα.... Ο προκείμενος ισχυρισμός (ένσταση) συνιστά τον υπό στοιχείο ζ' λόγο ακυρότητας του άρθρου 25 παρ.1 του Κανονισμού, για τον οποίο ομοίως ισχύει ο κανόνας της παραδεκτής προβολής αυτού μόνο με ανταγωγή (άρθρο 85 παρ.1 εδ.

β' και γ' του Κανονισμού ) και όχι με ένσταση ή ευθεία αγωγή, και ως εκ τούτου παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον προβάλλεται κατ' ένσταση δια του πρώτου προσθέτου λόγου εφέσεως και όχι δι' ανταγωγής,....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτους τους παραπάνω προβληθέντες ως ένσταση ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου με αριθ. ..., του οποίου δικαιούχος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και έλκουσες από αυτόν δικαίωμα οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1, 25 παρ.1, 80, 81 παρ.1 εδ.

δ', 84 παρ.1 και 4, 85 παρ.1, 86 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 6/2020 και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, στις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ενώπιον δικαστηρίου κοινοτικού σχεδίου και υποδείγματος, όπως στην προκείμενη περίπτωση, το κύρος του καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος αμφισβητείται μόνο με ανταγωγή, η οποία βασίζεται μόνο στους λόγους ακύρωσης που αναφέρονται στο άρθρο 25 του Κανονισμού.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου και ειδικά ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ερμηνεύοντας "στενά" τον όρο "ανταγωγή" του Κανονισμού και παραβλέποντας τον σκοπό της τεθείσας διάταξης στον Κανονισμό, που είναι η αυτοτελής και δεσμευτική αναγνώριση ακυρότητας του σχεδίου, που επιτυγχάνεται και με την προβολή της ένστασης ακυρότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου, απέρριψε τις προβληθείσες με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ενστάσεις ακυρότητας του επίδικου σχεδίου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης ένσταση περί κακής πίστης των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, διότι ψευδώς ισχυρίσθηκαν ότι διέθεσαν για πρώτη φορά στην αγορά και συνέλαβαν ως πρωτότυπα και νέα και με ατομικό χαρακτήρα τα επίδικα καταχωρισμένα κοινοτικά σχέδια, κατά παράβαση του άρθρου 6δις της "Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων του 1883", είναι αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι οι ενστάσεις του εναγομένου που είχαν προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα- εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτοι.

Άλλως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα- εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.

Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ παραδεκτώς προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του (ΑΠ 946/2019, ΑΠ 194/2012, ΑΠ 88/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011, "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως".

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους λόγους έφεσης (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017), χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018), και ο εκκαλών- εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018), χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1170/2017, ΑΠ 742/2014).

Συνεπώς, μετά την εξαφάνιση της απόφασης, ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος μπορεί ως εκκαλών να προβάλει τους ισχυρισμούς του και με τις έγγραφες προτάσεις του, αφού τούτο ορίζει το άρθρο 528 ΚΠολΔ (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 985/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ.1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 6/2002 "1.Δικαίωμα βασιζόμενο σε προγενέστερη χρήση μπορεί να επικαλείται κάθε τρίτος ο οποίος αποδεικνύει ότι, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας, είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί καλόπιστα εντός της Κοινότητας--ή είχε προβεί σε σοβαρές και αποτελεσματικές προπαρασκευαστικές ενέργειες προς τούτο- σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο περιλαμβάνεται στο πεδίο προστασίας καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και το οποίο δεν αποτελεί αντιγραφή του τελευταίου τούτου. 2.

Το δικαίωμα που βασίζεται σε προγενέστερη χρήση δίνει στον εν λόγω τρίτο τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται το σχέδιο ή υπόδειγμα για τους σκοπούς για τους οποίους είχε αρχίσει να το χρησιμοποιεί ή είχε προβεί σε σοβαρές και αποτελεσματικές προπαρασκευαστικές ενέργειες πριν από την ημερομηνία κατάθεσης ή πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος".

Με τις ανωτέρω διατάξεις παρέχεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε τρίτο, στην έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος επί αγωγής παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων σχεδίων και υποδειγμάτων, να αποδείξει ότι έχει δικαίωμα περιορισμένης εκμετάλλευσης του σχεδίου ή υποδείγματος που καλόπιστα είχε αρχίσει να το χρησιμοποιεί, έστω και στο εμπόριο, εντός της Κοινότητας, σε προγενέστερο της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, εφόσον περιλαμβάνεται στο πεδίο προστασίας καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος και δεν αποτελεί αντιγραφή τούτου. (βλ.

αιτιολογική σκέψη 23 του Κανονισμού). Το ανωτέρω δικαίωμα του τρίτου παραδεκτά προβάλλεται ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου σχεδίων και υποδειγμάτων, στο πλαίσιο αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 84 και 85 του Κανονισμού, δηλαδή, της αμφισβήτησης του κύρους του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος μόνο με ανταγωγή, καθόσον δεν αποτελεί ισχυρισμό περί ακυρότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου, ώστε να περιλαμβάνεται στους λόγους ακυρότητας του άρθρου 25 του Κανονισμού, για τους οποίους απαιτείται η προβολή τους μόνο με ανταγωγή, δεδομένου ότι η ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού δεν οδηγεί σε ακυρότητα του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, αλλά σε περιορισμένη εκμετάλλευση του προγενέστερου αυτού σχεδίου ή υποδείγματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ερημοδικασθείσας στον πρώτο βαθμό αναιρεσείουσας, καθώς και των προτάσεων που αυτή κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι από τη σύστασή της το έτος 1999, ως διάδοχος της ατομικής επιχείρησης του ιδρυτή της Λ.

Κ., εμπορευόταν τσιγαρόχαρτα του αυτού σχήματος και διαστάσεων με τα επίδικα των αντιδίκων της είτε σε διαφανές χαρτί είτε σε απόχρωση του καφέ (ανοικτό καφέ) είτε στη συνέχεια σε χρώμα μπεζ είτε σε μπλε, τα οποία διέθεσε στην ελληνική αγορά αρχικά με το καταχωρημένο σήμα (κοινοτικό και ημεδαπό) ..., στη συνέχεια δε από τα τέλη του έτους 2003 με το επίσης καταχωρημένο ημεδαπό σήμα του "...".

Ότι πολύ πριν την καταχώρηση των κοινοτικών σχεδίων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, αλλά και πριν από την προτεραιότητα που αυτά διεκδικούν (Απρίλιο και Ιούνιο 2006), είχε αποκτήσει δικαίωμα προγενέστερης χρήσης, πράγμα που της παρέχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτών και ότι όντως εκμεταλλεύεται καλόπιστα τα εν λόγω προϊόντα πλέον των δέκα ετών, προ της καταχώρησης των κοινοτικών σχεδίων των αντιδίκων της και αυτό ανεξάρτητα από τις επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην αγορά καπνικών προϊόντων μεταξύ των οποίων και τα τσιγαρόχαρτα.

Ότι όλα τα τσιγαρόχαρτα της σειράς "...ς" κυκλοφορούν σε παραλληλεπίπεδη χάρτινη συσκευασία σε διάφορους χρωματισμούς και σε δύο διαφορετικές διαστάσεις, μεταξύ δε αυτών που εμπορεύεται είναι και το ακατέργαστο/μη λευκασμένο χαρτί ανοιχτού καφέ χρώματος που προμηθεύεται από την τσέχικη εταιρεία, "...", μέλος του ...

ενός ομίλου εργοστασίων επεξεργασίας χαρτιού εξειδικευμένου, μεταξύ άλλων, στην παραγωγή τσιγαρόχαρτου και προμηθεύτρια πολλών εταιρειών εντός και εκτός Ευρώπης, ότι η πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων της αντιδίκου της είναι το ρύζι, ενώ των δικών της το ξύλο και ότι των μεν αντιδίκων της διαθέτει υδατογράφημα ενώ το δικό της δεν διαθέτει, επικαλέστηκε δε περαιτέρω ότι οι διαφορές αυτές μπορούν να είναι γνωστές σε ένα ενημερωμένο χρήστη και ότι το σχέδιό της δεν αποτελεί αντιγραφή του σχεδίου των αντιδίκων της και δεν προκαλείται σύγχυση.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ως τρίτης παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του εφετείου ως κοινοτικού δικαστηρίου σχεδίων και υποδειγμάτων, στο πλαίσιο της ένδικης αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 84 και 85 του Κανονισμού, δηλαδή, της αμφισβήτησης του κύρους του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος μόνο με ανταγωγή, καθόσον δεν αποτελεί ισχυρισμό περί ακυρότητας του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου, ώστε να περιλαμβάνεται στους λόγους ακυρότητας του άρθρου 25 του Κανονισμού, για τους οποίους απαιτείται η προβολή τους μόνο με ανταγωγή, δεδομένου ότι η ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού δεν οδηγεί σε ακυρότητα του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, αλλά σε περιορισμένη εκμετάλλευση του προγενέστερου αυτού σχεδίου ή υποδείγματος.

Τα ανωτέρω προβληθέντα πραγματικά περιστατικά, τόσο με την έφεσή της αναιρεσείουσας όσο και με τις προτάσεις της, θεμελιώνουν, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, την προαναφερόμενη ένσταση από το άρθρο 22 του Κανονισμού ΕΚ 6/2002, αφού η αναιρεσείουσα, ως τρίτη, στην έννοια της οποίας νοείται και η εναγόμενη σε αγωγή παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων σχεδίων και υποδειγμάτων, επικαλέστηκε ότι είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί καλόπιστα εντός της Κοινότητας και πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης αλλά και από την ημερομηνία προτεραιότητας των σχεδίων του πρώτου αναιρεσίβλητου, το αναφερόμενο σχέδιο, το οποίο περιλαμβάνεται στο πεδίο προστασίας των ανωτέρω καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων και το οποίο δεν αποτελεί αντιγραφή των τελευταίων, ενώ, εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 περ.δ' και 85 παρ.1 εδ.γ' του Κανονισμού, προηγούμενη της ημερομηνίας κατάθεσης των ένδικων κοινοτικών σχεδίων των αναιρεσιβλήτων καταχώριση σχεδίου, ως κοινοτικού ή σε κράτος μέλος, αλλά μόνον σήματος το οποίο, μάλιστα, διατέθηκε στο κοινό πριν και όχι μετά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για καταχώριση του κοινοτικού σχεδίου.

Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω, η εναγομένη- εκκαλούσα ομόρρυθμος εταιρία δεν επικαλέσθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως ότι έχει ίδιο προγενέστερο δικαίωμα επί σχεδίου βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου, δυναμένη, ειδικώς σε αυτή την περίπτωση, να ζητήσει παραδεκτώς κατ' ένσταση την κήρυξη της ακυρότητας των ως άνω Καταχωρισμένων Κοινοτικών Σχεδίων (άρθρα 25 παρ.1 περ.δ' και 85 παρ.1 εδ.γ' του Κανονισμού), με συνέπεια ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) να μην έχει μεταβιβασθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την άσκηση της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ώστε μετά την κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ εξαφάνιση της ερήμην αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ. 1960/2013 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να εξετασθεί από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως (απορριπτομένου του διαλαμβανομένου στις προτάσεις συναφούς ισχυρισμού της εναγομένης- εκκαλούσας ομορρύθμου εταιρίας περί προβολής της εν λόγω ενστάσεως στις παρ.9.15.

έως 9.18. της εφέσεως, διότι στις παραγράφους αυτές γίνεται απλή αφηγηματική αναφορά στην επιχειρηματική δραστηριότητα αυτής από του έτους 1999 και εφεξής στον τομέα της εμπορίας τσιγαρόχαρτων με επίθεση στα συγκεκριμένα προϊόντα δικών σημάτων κλπ.), μόνη δε η επίκληση, το πρώτον δια των προτάσεων της συζητήσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου..., ίδιου δικαιώματος προγενέστερης χρήσεως (με αναφορά στη διάθεση στην ελληνική αγορά τσιγαρόχαρτων του αυτού σχήματος, διαστάσεων, υφής και χρώματος με τα επίδικα ήδη από της ιδρύσεως της εναγομένης- εκκαλούσας ομορρύθμου εταιρίας κατά το έτος 1999 και οπωσδήποτε μετά το έτος 2003, με επίθεση των σημάτων της στα προϊόντα αυτά, τα οποία εκμεταλλεύεται νομίμως πλέον των δέκα ετών προ της καταχωρίσεως των ενδίκων Καταχωρισμένων Κοινοτικών Σημάτων), δεν συνιστά παραδεκτή προβολή της εν λόγω ενστάσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σε αντίθετη δε κρίση δεν άγει το γεγονός ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) φέρεται διαλαμβανόμενος στην αναφερομένη ανωτέρω στο σκεπτικό ενσωματωθείσα στην υπό κρίση έφεση από 4.2.2013...

ευθεία αγωγή, καθ' όσον παρατίθεται αφηγηματικώς και δεν αποτέλεσε ειδικό λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως,.... Εξάλλου, ο συναφής ισχυρισμός της εναγομένης... ομορρύθμου εταιρίας ότι η μόνη διαφορά μεταξύ του ακυρωθέντος Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ... Κοινοτικού Σχεδίου (RCD) και του μη ακυρωθέντος Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ...

Κοινοτικού Σχεδίου (RCD) συνίσταται στο περιγραφόμενο ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας υδατογράφημα, και ως εκ τούτου ως προς τα λοιπά χαρακτηριστικά του (σχήμα, διαστάσεις, υφή, χρώμα κλπ.) ουδεμία προστασία του μη ακυρωθέντος Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ... Κοινοτικού Σχεδίου (RCD) δικαιολογείται, τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η κατά τον Κανονισμό προστασία ισχυρού (μη ακυρωθέντος για οποιονδήποτε λόγο) Καταχωρισμένου Κοινοτικού Σχεδίου είναι ενιαία (κατά το σύνολο των επιμέρους χαρακτηριστικών του) και ουδεμία διαφοροποίηση νοείται, αλλά ούτε και προβλέπεται από οποιαδήποτε διάταξη του Κανονισμού, σε αντίθετη δε περίπτωση διασπάται και φαλκιδεύεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη προστασία του στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, η οποία αποτελεί το βασικό στόχο του ισχύοντος ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου (ίδ.

σχετ. το Προοίμιο του Κανονισμού), για το λόγο δε αυτό ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο συναφής ισχυρισμός της εναγομένης... ομορρύθμου εταιρίας ότι δικαιούται εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιεί στα προϊόντα της υδατογράφημα με το δικό της σήμα (ήτοι υδατογράφημα υπό τη μορφή παραλλήλων γραμμών και φύλλων ανθέων και το σήμα αυτής "..."), διότι στην προκειμένη περίπτωση προστατευτέο έννομο αγαθό δεν είναι το δικαίωμα των διαδίκων επί του σήματος, αλλά το δικαίωμα των εναγόντων...

επί του Καταχωρισμένου υπ' αριθ. ... Κοινοτικού Σχεδίου (RCD), ήτοι επί της εικόνας, την οποία παρουσιάζει το επίδικο τσιγαρόχαρτο και η οποία προκύπτει εν συνόλω από τα χαρακτηριστικά του και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή, το υλικό και τη διακόσμηση αυτού και ως εκ τούτου η εναγομένη...

ομόρρυθμος εταιρία δεν δικαιούται να επιθέτει οποιοδήποτε σήμα της επί προϊόντων, παραγομένων επί τη βάσει του ως άνω Καταχωρισμένου από τους ενάγοντες... Κοινοτικού Σχεδίου, διότι σε αντίθετη περίπτωση η παρεχομένη από τον Κανονισμό προστασία καθίσταται άνευ αντικειμένου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, ανεξαρτήτως του σφάλματος ως προς τη θεμελίωση του παραπάνω προβληθέντος από την αναιρεσείουσα, με την έφεση αλλά και με τις προτάσεις της, ισχυρισμού στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 περ.δ' και 85 παρ.1 εδ.γ' του Κανονισμού αντί στην ορθή διάταξη του άρθρου 22 αυτού, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο, επειδή δεν προβλήθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο δεύτερος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 479/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ