351/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated351/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένουνου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 351 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 351/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του,στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε" (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", ΦΕΚ 8195/3.8.2012 τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ ΚΑΙ ΓΕΜΗ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Απριλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 146/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../01-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κοζάνης ..., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο με την επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάρυθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένουνου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος η ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως "προστηθείς", για αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου αυτού (922 ΑΚ) προκύπτει, ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Από την ίδια επίσης διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-6-2000, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χρηματιστηριακή Εργασίας ΑΧΕ", σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία η ΑΧΕ ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον ενάγοντα, έναντι προμηθείας καθορισμένης με ποσοστό επί της αξίας της συναλλαγής και δαπανών και εξόδων για την υποχρεωτική εκ του νόμου, τις επενδυτικές υπηρεσίες α) λήψης, αποδοχής και εκτέλεσης εντολών του για την κατάρτιση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα από τα χρηματιστηριακά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. 1 του ν. 2396/1996, ήτοι σε κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τίτλους της χρηματαγοράς, τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που περιέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών και δικαιώματα προαιρέσεως για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους παραπάνω τίτλους ...
β) τη διάθεση ή την άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως μετοχών, γ) την απόκτηση για λογαριασμό του πελάτη μετοχών ή ομολογιών με συμμετοχή σε διαδικασία δημόσιας εγγραφής ή με άλλο τρόπο αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών ή με χορήγηση δωρεάν μετοχών από εταιρία στην οποία είναι μέτοχος ο πελάτης και δ) την απόκτηση και εξαγορά για λογαριασμό του πελάτη μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή ΟΣΕΚΑ κάθε νομικού προσώπου.
Επίσης, όσον αφορά τη διαδικασία ενημέρωσης του ενάγοντος, στην ίδια σύμβαση και στον όρο Ε3 ορίζεται ότι "Η ΑΧΕ ενημερώνει μηνιαίως ή εξαμηνιαίως με τον τρόπο που ορίζεται στους ΓΟΣ τον πελάτη, ο οποίος έχει τα σε αυτούς αναφερόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο πελάτης δύναται να επιλέξει, διά της υπογραμμίσεως στην αρχή της παρούσας, την διεύθυνση και το μέσον (τηλέφωνο, Fax, επιστολή κλπ) στην οποία και με το οποίο θα γίνεται η εν λόγω ενημέρωση".
Η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", θυγατρική της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), διά απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη και από την καταχώρηση της συγχώνευσης στο Μ.Α.Ε., η απορροφούσα εταιρία "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", υποκαταστάθηκε εκ του νόμου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "Χρηματιστηριακής Εργασίας ΑΧΕ" και συνακόλουθα και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από την από 2-6-2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μεταξύ του ενάγοντος και της ΑΧΕ που απορροφήθηκε.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", μέλος του Χ.Α.Α., προκειμένου να ανταποκρίνεται στην επενδυτική υπηρεσία της λήψης, αποδοχής και εκτέλεσης εντολών του ενάγοντος, αλλά και των άλλων πελατών της, για την κατάρτιση συναλλαγών στα χρηματιστηριακά μέσα, χρησιμοποιούσε ως αντιπρόσωπο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 περ.
ι' του ν. 2396/1996, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο στοιχ. Α' και Γ' της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8072/ΦΕΚ Β'137/18-2-1998, την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρία η οποία έλαβε με γραπτή σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ αυτής και της θυγατρικής ΑΕΠΕΥ και έναντι αμοιβής, να λαμβάνει και να διαβιβάζει εντολές για λογαριασμό των επενδυτών-αντισυμβαλλομένων της ΑΕΠΕΥ, προς την ΑΕΠΕΥ, για κατάρτιση αγοραπωλησιών χρηματιστηριακών μέσων (κινητών αξιών), τις οποίες εντολές, στη συνέχεια η ΑΕΠΕΥ θα εκτελούσε, όπως άλλωστε είχε συμφωνήσει και με τον ενάγοντα στη σύμβαση που υπεισήλθε.
Για την εκτέλεση της αναληφθείσας υποχρέωσής της, ως αντιπρόσωπος της ΑΕΠΕΥ, η εναγομένη τραπεζική εταιρία, στην Κοζάνη, χρησιμοποιούσε τον υπάλληλό της ..., δεύτερο εναγόμενο (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), στον οποίο είχε αναθέσει την αρμοδιότητα να λαμβάνει εντολές σύναψης χρηματιστηριακών αγοραπωλησιών από τους αντισυμβαλλομένους της ΑΕΠΕΥ και να τις διαβιβάζει στην τελευταία, προκειμένου εκείνη να τις εκτελέσει.
Έτσι και ο ενάγων, οπότε χρειαζόταν να δώσει εντολή αγοράς ή πώλησης κινητών αξιών του χρηματιστηρίου, έδινε σχετική εντολή στο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος την διαβίβαζε στην ΑΕΠΕΥ ... Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στις 16-9-2003 η εταιρία "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", κατόπιν εντολής, που της διαβίβασε η πρώτη εναγομένη δια του υπαλλήλου της, δεύτερου εναγομένου, πώλησε τις παρακάτω μετοχές του ενάγοντος: 1) 150 μετοχές της εταιρίας "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", 2) 180 μετοχές της τράπεζας "ALPHA BANK", 3) 240 μετοχές της εταιρίας "ATTICA Ανώνυμη Εταιρία Συμμετοχών", 4) 130 μετοχές της εταιρίας "COSMOTE A.E.", 5) 22 μετοχές της "GOODY'S AE", 6) 40 μετοχές της εταιρίας "INFOQUEST A.E.B.E." , 7) 460 μετοχές της εταιρίας "MARFIN CLASSIC AEEX", 8) 230 μετοχές της εταιρίας "Ο.Τ.Ε.
ΑΕ", 9) 100 μετοχές της εταιρίας "VODAFONE PANAFON A.E.", 10) 520 μετοχές της εταρίας ¨ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", 11) 144 μετοχές της τράπεζας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", 12) 1400 κοινές μετοχές της εταιρίας "ΑΕΓΕΚ", 13) 400 μετοχές της εταιρίας "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", 14) 200 μετοχές της τραπεζικής εταιρίας "Τράπεζα Αττικής ΑΕ", 15) 200 μετοχές της εταιρίας "ΒΙΟΧΑΛΚΟ ΑΕ", 16) 110 μετοχές της εταιρίας "ΔΕΗ ΑΕ", 17) 90 μετοχές της εταιρίας "ETBA BANK", 18) 240 μετοχές της τράπεζας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", 19) 20 μετοχές της εταιρίας "ΕΛΛ.
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ", 20) 150 μετοχές της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", 21) 411 μετοχές της εταιρίας "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", 22) 65 μετοχές της τράπεζας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", 23) 288 μετοχές της εταιρίας "ΕΡΓΑΣ ΑΤΕ", 24) 550 μετοχές της εταιρίας "ΚΕΡΑΝΗΣ ΣΥΜ/ΧΩΝ ΑΕ", 25) 25 μετοχές της εταιρίας "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ", 26) 1.879 μετοχές της εταιρίας "ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ", 27) 700 μετοχές της εταιρίας "ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ ΑΕ", 28) 210 μετοχές της εταιρίας "ΝΗΡΕΥΣ ΑΕ", 29) 60 μετοχές της εταιρίας "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ", 30) 20 μετοχές της εταιρίας "ΠΗΓΑΣΟΣ Εκδοτική ΑΕ", 31) 1900 μετοχές της εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΤΕ", 32) 464 μετοχές της εταιριας "ΣΑΝΥΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", 33) 336 μετοχές της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕ" και 34) 300 μετοχές της τράπεζας "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" (βλ.
το υπ' αριθ. 804554/16-9-2003 αντίγραφο του πινακιδίου πώλησης της "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ."), έναντι συνολικού τιμήματος 41.910 ευρώ, εκ των οποίων 41.502,40 ευρώ ανήκε στον ενάγοντα και το υπόλοιπο ήταν η συμβατική αμοιβή της ΑΕΠΕΥ. Το ως άνω ποσό των 41.502,40 ευρώ η χρηματιστηριακή εταιρία κατέθεσε νόμιμα, στις 19-9-2003, στον υπ' αριθ. ...
τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο ενάγων, εκκαθαρίζοντας αμέσως τη συναλλαγή και εκδίδοντας το ως άνω πινακίδιο πώλησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 22-9-2003, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας εν αγνοία του ενάγοντος, ιδιοποιήθηκε παράνομα το μεγαλύτερο μέρος του ως άνω ποσού των 41.502,40 ευρώ, μεταφέροντας τούτο σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, με το οποίο ο ενάγων ουδεμία σχέση είχε.
Συγκεκριμένα, μετέφερε το ποσό των 41.000 ευρώ στο λογαριασμό του Χ. Ε.. Τη μεταφορά αυτή τέλεσε ο δεύτερος εναγόμενος χωρίς εντολή ή συναίνεση του ενάγοντος, θέτοντας εν αγνοία του κατ' απομίμηση την υπογραφή του στις σχετικές αποδείξεις μεταφοράς μετρητών, με προφανή σκοπό να καλύψει κάποιους άλλους πελάτες της τράπεζας, τους οποίους άφηνε εκτεθειμένους η όλη δραστηριότητά του.
Τούτο δε ομολόγησε ο ίδιος, ενώπιον της Ανακρίτριας, αναφορικά με το έλλειμμα των 400.000 ευρώ, που αποκαλύφθηκε στο ταμείο της τράπεζας στις 14-9-2004, για το οποίο, ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος ... . Αναφορικά με το αν ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε εντολή πώληση από των ενάγοντα των μετοχών, την οποία περαιτέρω διαβίβασε στην ΑΕΠΕΥ, ή έδωσε εντολή πώλησης στην χρηματιστηριακή εταιρία χωρίς να λάβει τέτοια εντολή από τον ενάγοντα, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ουδέποτε δόθηκε τέτοια εντολή από τον ενάγοντα στο δεύτερο εναγόμενο.
Τα παραπάνω προκύπτουν από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, θυγατέρας του, η οποία τόνισε ότι ο πατέρας της δεν είχε λόγο, κατά την περίοδο εκείνη, να πωλήσει και μάλιστα όλο το χαρτοφυλάκιό του, το οποίο έκτισε με κόπους τα τελευταία χρόνια. Η κατάθεσή της δεν αναιρείται από την περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος, όπως ανέφερε, δεν είχε ίδια αντίληψη, αλλά στηρίζει τη γνώση του σε πληροφορίες που έλαβε από τους ελεγκτές της τράπεζας.
Ωστόσο, ούτε και όσα αναφέρει ο εκ των ελεγκτών Π. Θ. Κ., στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ότι δηλαδή η πώληση των μετοχών έγινε με εντολή του ενάγοντος, μετά από απόδειξη του δεύτερου κατηγορουμένου, προκειμένου ο ενάγων να αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια, κρίνονται πειστικά. Τούτο γιατί, όπως αναφέρεται στη συνέχεια, δεν προέκυψε η αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων από τον ενάγοντα.
Εκτός τούτων, όπως προκύπτει από το πόρισμα των ελεγκτών της εναγομένης τράπεζας, δεν βρέθηκε μεταξύ των παραστατικών της ημέρας εκείνης έγγραφη εντολή του ενάγοντος, που να αφορά πώληση μετοχών του, ενώ, κατά πάγια τακτική, κάθε φορά που ήθελε να αγοράσει ή να πωλήσει μετοχές, ο ενάγων έδινε έγγραφες εντολές στο δεύτερο εναγόμενο, όπως έπραξε ενάμιση μήνα πριν την ένδικη πώληση (βλ.
την από 6-8-2003 εντολή του αγοραπωλησίας μετοχών προς την εναγομένη), Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενημερώθηκε εγγράφως από την "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", για την πώληση των μετοχών του, όπως προέβλεπε η σύμβαση. Η μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε πως στα χαρτιά του πατέρα της βρήκε την τελευταία ενημέρωση του Ιουνίου του 2003 και ότι προφανώς, ο δεύτερος εναγόμενος κανόνισε να μην λαμβάνει αυτός άλλες ενημερώσεις, διότι ήθελε να καλύψει τη χωρίς εντολή πώληση των μετοχών του, κάτι το οποίο δεν αποκλείεται να έγινε, αν ληφθεί υπόψη η όλη δραστηριότητά του (εναγομένου) στο συγκεκριμένο κατάστημα της εναγομένης.
Σε κάθε περίπτωση, εάν είχε γίνει η ως άνω έγγραφη ενημέρωση, η πρώτη εναγομένη μπορούσε να προμηθευτεί από την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία σχετική βεβαίωση περί αποστολής αυτής ταχυδρομικώς. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη συνάντησή του με τους ελεγκτές της τράπεζας, στις 27-9-2004, προσκόμισε και επέδειξε σε αυτούς, μεταξύ άλλων και αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του που υποτίθεται του έστειλε η χρηματιστηριακή εταιρία με ημερομηνία 31-12-2003.
Εάν είχε γίνει αυτό, σίγουρα θα προσκόμιζε η πρώτη εναγομένη, καθόσον κάθε έγγραφο που προσκόμιζε αυτός στους ελεγκτές, οι τελευταίοι σημείωναν επ' αυτού ότι το έλαβαν και έθεταν την υπογραφή τους και την ημερομηνία παραλαβής, όπως έγινε με την από 8-12-2003 αίτηση αμοιβαίου κεφαλαίου, για την οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω. Όταν άρχισε ο έλεγχος στην εναγομένη τράπεζα, ο ενάγων εμφανίσθηκε, στις 27-9-2004, ενώπιον των ελεγκτών και του διευθυντή της Δ. Ν. και εγχείρισε σε αυτούς την από 8-12-2003 αίτηση του ίδιου, προς την εναγομένη για έκδοση του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK BOND FUND A/K ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΎ", για ποσό των 60.000 ευρώ, στην οποία βεβαιωνόταν ότι η τράπεζα εισέπραξε από τον ενάγοντα το εν λόγω ποσό και ότι πιστώθηκε ο λογαριασμός του αμοιβαίου κεφαλαίου.
Η αίτηση αυτή, έφερε τις υπογραφές του δεύτερου εναγομένου, του διευθυντή της τράπεζας και όχι του ενάγοντος, αιτούντος. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων η αίτηση αυτή πλαστογραφήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο και παραδόθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος όμως ουδέποτε την υπέγραψε ούτε την προσκόμισε στην εναγομένη τράπεζα, αφού δεν διέθετε το παραπάνω ποσό.
Και όταν οι ελεγκτές του ζήτησαν να τους πάει έγγραφα σχετικά με τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές με την τράπεζα, τότε την προσκόμισε σ' αυτούς. Ωστόσο, δεν προέκυψε ότι η συγκεκριμένη αίτηση είχε κάποια σχέση με την πώληση των μετοχών του ενάγοντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε το τίμημα της πώλησης υπεξαιρέθηκε στη συνέχεια από το δεύτερο εναγόμενο και κατατέθηκε σε λογαριασμό τρίτου, αγνώστου στον ενάγοντα.
Εκτός τούτου, η αίτηση έχει ημερομηνία έκδοσης 8-12-2003, ημερομηνία που δεν συνδέεται χρονικώς με την πώληση των μετοχών και την κατάθεση του τιμήματος από αυτές. Ούτε είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι ο ενάγων, συνταξιούχος δάσκαλος, να θεωρεί επί ένα χρόνο ότι έχει στην κατοχή του μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, ύψους 60.000 ευρώ, χωρίς να έχει συνυπογράψει και στη συνέχεια παραδώσει την αίτηση αυτή στην τράπεζα, αλλά και χωρίς ένα παραστατικό κατάθεσης των χρημάτων ή ένα τίτλο.
Περαιτέρω, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν έδωσε εντολή για την πώληση του χαρτοφυλακίου του, ενισχύεται από το ότι ο δεύτερος εναγόμενος, αμέσως μετά την πώληση και την κατάθεση του τιμήματος στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, προχώρησε στην ανάληψη του ποσού και στη μεταφορά του σε λογαριασμό τρίτου, προκειμένου να καλύψει άλλες παρανομίες του, το οποίο σημαίνει ότι η πώληση είχε προσχεδιασθεί από αυτόν.
Εκτός τούτου, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη κάλεσε επανειλημμένως τον ενάγοντα να του καταβάλει το ποσό των 41.000 ευρώ, υποδηλώνει ότι και η ίδια αναγνωρίζει ότι αυτός ουδεμία σχέση είχε με την παράνομη δραστηριότητα του δεύτερου εναγομένου. Τονίζεται, ότι η άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί την προσφορά της τράπεζας, οφείλεται στο ότι ζητούσε να του δώσουν πίσω το χαρτοφυλάκιό του.
Τέλος, το γεγονός ότι ο ενάγων δεν παρατήρησε την κατάθεση και στην συνέχεια την ανάληψη των ως άνω ποσών από το βιβλιάριο καταθέσεών του, δεν αίρει τα παραπάνω. Τούτο ενδεχομένως να οφείλεται στη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτού και του δεύτερου εναγομένου, κατά τη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας τους, η οποία του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι επιλήψιμο στις συναλλαγές του με την εναγομένη, ή στο γεγονός ότι η πίστωση και αμέσως η χρέωση σχεδόν του ίδιου ποσού, η οποία δεν επηρέασε κατά πολύ το υπόλοιπο του λογαριασμού, να μην του κίνησαν καμία υποψία.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος προχώρησε στην πώληση των μετοχών του ενάγοντος μετά από εντολή του τελευταίου, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης ... . Επομένως, η ζημία που υπέστη ο ενάγων από την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του δεύτερου εναγομένου, για την οποία ευθύνονται και οι δύο εναγόμενοι εις ολόκληρον (η πρώτη εναγομένη ως προστήσασα το δεύτερο στην υπηρεσία της), καλύπτει ό,τι θα είχε αυτός, μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004, αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη πώληση των μετοχών του και αυτός είχε στην κατοχή του τους εν λόγω τίτλους του.
Συγκεκριμένα δικαιούται: Α) Τη χρηματιστηριακή αξία των πωληθέντων μετοχών του, η οποία ανέρχεται σε 41.910 ευρώ, όση δηλαδή κατά το χρόνο της πώλησής τους, στις 16-9-2003 (βλ. υπ' αριθ. 804554/16-9-2003 αντίγραφο του πινακίου πώλησης της "EFG EUROBANK Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ."), εφόσον δεν προέκυψε διακύμανση στις τιμές τους μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004, Β) Την αξία των δωρεά διανεμηθέντων μετοχών, λόγω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου των παραπάνω εταιριών και τις οποίες θα λάμβανε με βεβαιότητα ο ενάγων εάν ο δεύτερος εναγόμενος δεν προέβαινε στην παράνομη πώληση των μετοχών του.
Ειδικότερα: α) η τραπεζική εταιρία "ALPHA BANK" διέθεσε δωρεάν σε όλους τους παλαιούς μετόχους της, που ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 14-5-2004, δύο (2) νέες μετοχές για κάθε δέκα (10) παλαιές και έτσι ο ενάγων απώλεσε 36 νέες μετοχές (180:10Χ2=36), χρηματιστηριακής αξίας, κατά τον ως άνω χρόνο 545,4 ευρώ (36Χ15.150 ευρώ η χρηματιστηριακή αποτίμηση της εν λόγω μετοχής, σύμφωνα με το από 30-6-2003 έγγραφο της πρώτης εναγομένης).
Και β) η τραπεζική εταιρία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" διέθεσε δωρεάν σε όλους τους παλαιούς μετόχους της, που ήσαν κάτοχοι μετοχών της κατά την 10-6-2004, τρεις (3) νέες μετοχές για κάθε δέκα (10) παλαιές και έτσι ο ενάγων απώλεσε 72 νέες μετοχές (240:10Χ3=72), χρηματιστηριακής αξίας, κατά τον ως άνω χρόνο, 1236,96 ευρώ (72Χ17.180 ευρώ η χρηματιστηριακή αποτίμηση της εν λόγω μετοχής, κατά το χρόνο της πώλησης).
Έτσι από την ως άνω αιτία ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 1.782,36 ευρώ (545,40 + 1.236,96). Γ) Την απώλεια μερισμάτων, τα οποία θα αποκόμιζε με βεβαιότητα, εάν ο δεύτερος εναγόμενος δεν προέβαινε στην παράνομη πώληση των μετοχών του. Ειδικότερα, α) για το έτος 2003 η εταιρία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", διένειμε μέρισμα σε όσους ήταν κάτοχοι μετοχών της κατά την 18-6-2004, ποσού 0,075 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 11,25 ευρώ (150Χ0,075).
β) Για το έτος 2003 η τραπεζική εταιρία "ALPHA BANK", διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 30-3-2004, ποσού 0,60 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 108 ευρώ (180Χ0,60). γ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ATTICA Ανώνυμη Εταιρία Συμμετοχών", διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 28-6-2004, ποσού 0,01 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 2,4 ευρώ (240Χ0,01).
δ) Για το έτος 2003 η εταιρία "COSMOTE A.E.", διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 9-6-2004, ποσού 0,50 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 65 ευρώ (130Χ0,50). ε) Για το έτος 2003 η εταιρία "GOODY'S AE", διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 18-5-2004, ποσού 0,40 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 8,8 ευρώ (22Χ0,40).
στ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΟΤΕ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 17-6-2004, ποσού 0,35 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 80,5 ευρώ (230Χ0,35). ζ) Για το έτος 2002 η εταιρία "VODAFONE PANAFON A.E." διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 30-9-2003, ποσού 0,11 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 11 ευρώ (100Χ0,11).
η) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 11-6-2004, ποσού 0,40 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 208 ευρώ (520Χ0,40). θ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΑΚΤΩΡ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 24-6-2004, ποσού 0,40 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 160 ευρώ (400Χ0,40).
ι) Για το έτος 2003 η εταιρία "Τράπεζα Αττικής ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 17-4-2004, ποσού 0,10 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 20 ευρώ (200Χ0,10). ια) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΒΙΟΧΑΛΚΟ ΑΕ" διένειμε μερίσμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της την 27-7-2004, ποσού 0,07 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 14 ευρώ (200Χ0,07).
ιβ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΔΕΗ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 20-4-2004, ποσού 0,70 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 77 ευρώ (110Χ0,70). ιγ) Για το έτος 2003 η εταιρία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 18-5-2004, ποσού 0,65 ευρώ ανα μετοχή και έτσι απώλεσε 156 ευρώ (240Χ0,65).
ιδ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 6-4-2004, ποσού 0,20 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 30 ευρώ (150Χ0,20). ιε) Για το έτος 2003 η εταιρία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 17-5-2004, ποσού 0,50 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 32,5 ευρώ (65Χ0,50).
ιστ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 29-6-2004, ποσού 0,021 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 39,46 ευρώ (1879Χ0,021). ιζ) Για το έτος 2003 η εταιρία "ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 25-6-2004, ποσού 0,10 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 70 ευρώ (700Χ0,10).
ιη) Για το έτος 2003 η εταιρία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" διένειμε μέρισμα για όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 1-6-2004, ποσού 0,256 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 15,36 ευρώ (60Χ0,256). ιθ) Για το έτος 2003 η εταρία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 8-4-2004, ποσού 0,30 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 90 ευρώ (300Χ0,30).
Και κ) Για το έτος 2003 η εταιρία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ως απορροφούσα την τράπεζα "ΕΤΒΑ ΑΕ" διένειμε μέρισμα σε όσους ήσαν κάτοχοι των μετοχών της κατά την 7-4-2004, ποσού 0,30 ευρώ ανά μετοχή και έτσι απώλεσε 27 ευρώ (90Χ0,30). Έτσι, από την ως άνω αιτία ο ενάγων απώλεσε το ποσό των 1.226,27 ευρώ (11,25 + 108 + 2,4 + 65 + 8,8 + 80,5 + 11 + 208 + 160 + 20 + 14 + 77 + 156 + 30 + 32,5 + 39,48 + 70 + 15,36 + 90 + 27) ... .
Τέλος, λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το αδίκημα, το είδος της προσβολής, την υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, την προκληθείσα βλάβη, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.
Από αυτό, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, αφαιρείται το ποσό των 40 ευρώ, το οποίο αυτός θα ζητήσει από τα ποινικά δικαστήρια και έτσι απομένει υπόλοιπο 1.960 ευρώ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε, κατά μερική παραδοχή της τελευταίας, αναγνώρισε την υποχρέωση (εκτός του δεύτερου εναγομένου) και της αναιρεσείουσας, να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσόν των 46.878,63 ευρώ, ως ευθυνόμενη εις ολόκληρον, λόγω της σχέσης πρόστησης που την συνέδεε με τον δεύτερο εναγόμενο υπάλληλό της, ο οποίος τέλεσε, εντός των ορίων και εξ αφορμής των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, την ως άνω αδικοπραξία, εν αγνοία και χωρίς την δυνατότητα γνώσης του ενάγοντος, από την οποία ζημιώθηκε ο τελευταίος, κατά το παραπάνω ποσόν.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος (ενάγων) γνώριζε, άλλως υπαιτίως αγνοούσε, την κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του προστηθέντος υπαλλήλου της, παράνομη και ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, ώστε να αίρεται η ευθύνη της προς αποζημίωσή του απ' αυτήν, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άρθρων 922, 914, 297, 298, 300 και 330 του ΑΚ, που δικαιολογούν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, αντίστοιχα δε την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, που αίρει την ευθύνη της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της, λόγω γνώσης, άλλως υπαίτιας άγνοιας αυτού (ενάγοντος) στη παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, δεχόμενο, κατά λογική ακολουθία, ότι η αδικοπραξία αυτού, τελεί σε αιτιώδη εσωτερική σχέση με την ανατεθείσα σ` αυτόν από την προστήσασα υπηρεσία, με την έννοια ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συνδέουσα αυτόν και την προστήσασα σχέση πρόστησης.
Ομοίως, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απέρριψε το Εφετείο την ένσταση της αναιρεσείουσας, περί άρσης της ευθύνης αυτής λόγω γνώσης ή υπαίτιας άγνοιας του ενάγοντος στην άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της, δεχόμενο ότι αυτός (ενάγων) δεν έδωσε ποτέ στον προστηθέντα υπάλληλο της αναιρεσείουσας την εντολή, να προβεί κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία στην πώληση όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, ούτε όμως και μπορούσε να αντιληφθεί τούτο από το βιβλιάριο καταθέσεών του, όπου εν αγνοία του ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε στη συνέχεια το προερχόμενο από την πώληση των μετοχών ποσόν, αφού αμέσως μετά έγινε ανάληψη του τελευταίου από τον δεύτερο εναγόμενο, με πλαστογράφηση των σχετικών παραστατικών, για να κατατεθεί από τον ίδιο σε άσχετο προς τον ενάγοντα λογαριασμό, ώστε η κίνηση στο βιβλιάριο καταθέσεών του να παρουσιάζει φυσιολογική εξέλιξη και να μην είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή από τον ενάγοντα, η πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του.
Δεν συνιστά δε ασάφεια ούτε δημιουργεί ενδοιασμούς στο καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, η επιχειρηματολογία του Εφετείου, ότι "... η μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε πως στα χαρτιά του πατέρα της βρήκε την τελευταία ενημέρωση και ότι προφανώς, ο δεύτερος εναγόμενος κανόνισε να μη λαμβάνει αυτός άλλες ενημερώσεις, διότι ήθελε να καλύψει τη χωρίς εντολή πώληση των μετοχών του, κάτι το οποίο δεν αποκλείεται αν ληφθεί υπόψη η όλη δραστηριότητά του...", αλλ' αντιθέτως και το τελευταίο αυτό επιχείρημα κατατείνει στην άγνοια και στη μη δυνατότητα του ενάγοντος να λάβει γνώση της χωρίς εντολής του πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, παραδοχή η οποία αιτιολογείται με επάρκεια και χωρίς ενδοιασμούς με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ούτε όμως δημιουργεί ασάφεια στην παραπάνω παραδοχή του Εφετείου, το γεγονός ότι ο ενάγων προσκόμισε στους διενεργούντες έλεγχο ελεγκτές της τράπεζας την από 8-12-2003 αίτηση του ίδιου για αγορά αμοιβαίου κεφαλαίου, αντί του ποσού των 60.000 ευρώ, αφού σύμφωνα με τις αιτιολογίες του, δεν κατατέθηκε ποτέ από τον ενάγοντα τέτοια αίτηση, αλλά την έλαβε από την τράπεζα όταν ζήτησε να του παραδοθούν όλα τα έγγραφα του χαρτοφυλακίου του, το οποίο έγινε αφού προηγήθηκε σχετική δικαστική απόφαση προς τούτο, υπογράφεται δε η αίτηση αυτή από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος και την πλαστογράφησε, και από κάποιο άλλο υπάλληλο της τράπεζας, όχι όμως και από τον ενάγοντα, ο οποίος ποτέ δεν την υπέγραψε ούτε κατέβαλε στην τράπεζα το ποσό των 60.000 ευρώ για την αγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου, όπως βεβαιώνεται στην αίτηση αυτή, σε τρόπον ώστε η εν λόγω αίτηση να μην έχει καμιά σχέση με την πώληση των μετοχών του ενάγοντος, εκτός του ότι η ημερομηνία έκδοσής της (8-12-2003), δεν συνδέεται χρονικώς με την ημερομηνία πώλησης των μετοχών (16-9-2003) και την κατάθεση του τιμήματος απ' αυτές στο λογαριασμό του ενάγοντος, ενώ ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε το ποσόν αυτό για την αγορά αμοιβαίου κεφαλαίου, αλλ' αντιθέτως μεταφέρθηκε από το λογαριασμό του ενάγοντος σε λογαριασμό άσχετου προς αυτόν προσώπου.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το μέρος δε που με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-11-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 146/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ