Legislator Case Law & Legislation
351/2011 AI generated

351/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 351/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 351 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 351/2011

Legislator headnote

AI generated

351/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 351 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 351/2011

Keywords

AI generated
withdrawal of parental rights previous legal status termination of postmarital maintenance removal of family member refusal of permanent residency expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 351 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 351/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χ. Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ν., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κόσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Τ. - Μ. συζύγου Σ. Π., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 27 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3736/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7990/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Ιουνίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1910, 1846, 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ απογραφής κληρονόμος δεν εμποδίζεται εξ αιτίας αυτού να ασκήσει αγωγή εναντίον τρίτου προς διεκδίκηση δικαιώματός του προερχομένου από την κληρονομιά, ούτε για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της αγωγής του είναι αναγκαίο να εκθέτει ότι είναι κληρονόμος εξ απογραφής, αν εκτίθεται δε ως εκ περισσού σ' αυτήν το τελευταίο ή γίνεται αναφορά με τις προτάσεις του, γεγονός το οποίο δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής, δεν είναι αναγκαίο να παραθέτει στην αγωγή τα στοιχεία που τον καθιστούν νομίμως κληρονόμο εξ απογραφής. Και τούτο διότι, ο κληρονόμος που αποδέχθηκε την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής δεν παύει να είναι κληρονόμος, και επομένως, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της κληρονομιάς, με μοναδική συνέπεια ενόψει αυτού, η ευθύνη του να περιορίζεται μέχρι το ενεργητικό της, να αντιμετωπίζεται δε ως "τρίτος" σε σχέση με την κληρονομιά και να μην αντιτάσσονται εναντίον του ενστάσεις από το πρόσωπο του κληρονομουμένου όταν ασκεί δικαίωμα του κατά της κληρονομιάς ως δανειστής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2004). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για θεμελίωση αγωγικού δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα απ' αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι και οι λόγοι της έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Για να ιδρυθεί ο λόγος, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΑΠ 624/2001). Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 13/1995). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να στοιχειοθετηθεί όμως ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 27-2-2002 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει το εκεί αναφερόμενο ποσό, ως αποζημίωση, λόγω της αδικοπραξίας εις βάρος της απ' αυτόν, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τυπικούς λόγους, και την παραδοχή της αγωγής ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της, επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ίδιο ποσό που της είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Στην παραπάνω αγωγή, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα εξέθετε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι είναι μοναδική συγγενής και κληρονόμος, κατόπιν ρητής αποδοχής της επαχθείσης σ' αυτήν κληρονομιάς της μητέρας της, Γ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Π. Γ., η οποία είχε καταστεί εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατόπιν αποδοχής, κατά ποσοστό 6/48 (1/8) της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιώσασας, το 1993 χωρίς διαθήκη, Χ. συζύγου Κ. Ν., το γένος Π. Π.. Ότι, μεταξύ των επαχθέντων στην μητέρα της κληρονομιαίων στοιχείων ήταν και το 1/8 (6/48) ενός αγροτεμαχίου, που κείται στη θέση ¨…¨ ή ¨…¨, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά κατά θέση, όρια και έκταση στην αγωγή, το οποίο είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, για τη διάνοιξη της Λεωφόρου …-…, για το οποίο είχε καθορισθεί προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας με τις υπ' αριθμ. 123/1995 και 3425/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, και είχε παρακατατεθεί η αποζημίωση με σχετική δημοσίευση από το Δημόσιο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ των δικαιούχων, στο ΦΕΚ την 7-3-1995, με αποτέλεσμα να περιέλθει η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου στο υπέρου η αναγκαστική απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο. Ότι ο εναγόμενος δικηγόρος είχε ασκήσει αγωγή κατά της μητέρας της ενάγουσας διώκοντας την ικανοποίηση αξιώσεών του από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή με την υπ' αριθμ. 10031/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που υποχρέωνε την μητέρα της να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 2.100.000 δραχμών. Ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να εισπράξει την επιδικασθείσα σ' αυτόν απαίτησή του εις βάρος της μητέρας της, αν και γνώριζε, άλλως εκ βαρείας αμελείας αγνοούσε την νομική κατάσταση του αγροτεμαχίου, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του άνω ποσοστού των 6/48 αυτού, δυνάμει της ως άνω τελεσιδίκου αποφάσεως, και ακολούθως στην εγγραφή υποθήκης σ' αυτό, εν συνεχεία δε επέσπευσε τον πλειστηριασμό του, στον οποίο αναγγέλθηκε ως δανειστής της άνω απαιτήσεως του. Στον πλειστηριασμό αυτό υπερθεμάτισε ο ίδιος, και αφού κατέβαλε το πλειστηρίασμα με συμψηφισμό της ανωτέρω απαίτησης του, έλαβε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού την συνταγείσα από τον τελευταίο περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, την οποία και μετέγραψε στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου. Ότι, εν συνεχεία, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνωρίσθηκε, με την υπ' αριθμ. 2072/2002 απόφαση αυτού, δικαιούχος της αποζημιώσεως που είχε παρακατατεθεί στο ΤΠΚΔ, και με βάση την απόφαση εισέπραξε την αποζημίωση που είχε κατατεθεί σ' αυτό για την απαλλοτρίωση του προρρηθέντος ακινήτου. Ότι όλες οι ενέργειες αυτές του εναγομένου έγιναν μετά την συντέλεση της άνω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και την περιέλευση της κυριότητος του ακινήτου (αγροτεμαχίου) στο Ελληνικό Δημόσιο και, επομένως, αυτός δεν κατέστη κύριος τούτου και δεν ήταν δικαιούχος της από αυτόν εισπραχθείσης αποζημιώσεως. Ότι ο εναγόμενος τελούσε εν γνώσει της άνω νομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν το εν λόγω ακίνητο και παρέστησε ψευδώς στα αρμόδια όργανα εκτελέσεως ότι το ακίνητο ανήκε στην κυριότητα της μητέρας της, άλλως παρέλειψε να προβεί στον έλεγχο νομικής καταστάσεως του ακινήτου και ότι με τον τρόπο αυτό ζημίωσε την ενάγουσα, αφού ως καθολική διάδοχος της μητέρας της, θα εισέπραττε αυτή την επίμαχη αποζημίωση των 15.405.000 δραχμών ή 45.209,09 ευρώ, ποσό το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, λόγω της κατά τα άνω αδικοπραξίας του. Με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημά της η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 παρ. 5 και 9 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, 914, 297, 298, 1910 παρ. 1 και 1846 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για την καταβολή της παραπάνω αποζημίωσης συνεπεία της αδικοπραξίας του εναγομένου, και δεν ήταν αναγκαία η επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ενάγουσα είναι εξ απογραφής κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας της, καθώς και των προβλεπόμενων στα άρθρα 1902 επ. ΑΚ στοιχείων τα οποία την νομιμοποιούσαν ως εξ απογραφής κληρονόμο, αφού αρκούσε, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου και αιτήματος της αγωγής, ότι είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας της με αποδοχή της επαχθείσης σ' αυτήν κληρονομιάς, μόνο δε η τελευταία αυτή ιδιότητα της, η οποία δεν αναιρείται αν αποδέχθηκε την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, την νομιμοποιούσε για την επιδίωξη της αγωγικής αξιώσεως. Με το να αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη χωρίς ν' αξιώσει, με βάση την αιτούμενη έννομη προστασία, την αναφορά σ' αυτήν και άλλων στοιχείων και δη την παράθεση σ' αυτήν ότι η ενάγουσα είναι εξ απογραφής κληρονόμος και των νομιμοποιητικών προς τούτο στοιχείων, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία και δεν παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1902 και 1903 του ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη ήταν κληρονόμος εξ απογραφής, τον οποίο προέβαλε και με λόγο εφέσεως, ήταν αλυσιτελής, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά συνέπεια το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη, κρίνοντας ότι δεν έχει έννομη επιρροή στην ένδικη αξίωση δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε περί του αντιθέτου ανωτέρω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 και 11 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι αιτιάσεις ότι α) με ανεπαρκή αιτιολογία αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, παρότι δεν γινόταν σ' αυτήν επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1902 και επ. του ΑΚ και β) το Εφετείο κρίνοντας ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. …/2000 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία η ενάγουσα αποδέχτηκε την κληρονομιά της μητέρας της επ' ωφελεία απογραφής είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθούν οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι να εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8 παρ. 5 και 9 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (άρθρο 31 παρ. 1 ν.δ. 797/1971 σε συνδ. με άρθρο 29 παρ. 2 ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων"), συνάγεται ότι στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η παρακατάθεση της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή η είσπραξή της με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνο που με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ορίσθηκε δικαιούχος, επιφέρει τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος. Με τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως επέρχεται με πρωτότυπο τρόπο η κτήση της κυριότητος του πράγματος από τον υπέρου η απαλλοτρίωση και αντίστοιχα η απόσβεση κάθε δικαιώματος του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου πάνω στο πράγμα. Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με τον δικαιούχο, έχει ενοχική αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση. Η απαίτησή του αυτή μπορεί να στηριχθεί και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή μεταξύ άλλων ζημία που έχει προξενηθεί από τον δράστη παράνομα και υπαίτια. Παράνομη είναι και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος ως αυτοτελούς αγαθού που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στο σύνδεσμο του δικαιώματος με τον φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεώς του στην περιουσία του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος εμφανίζεται, χωρίς να είναι δικαιούχος μιας απαιτήσεως και την εισπράττει από τον οφειλέτη, με αποτέλεσμα να χάσει την απαίτησή του ο πραγματικός δικαιούχος (Ολ.ΑΠ 119/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, για την έκδοση της απόφασης κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απαιτείται κτηματολογικό διάγραμμα που εικονίζει την απαλλοτριούμενη έκταση και τις επί μέρους ιδιοκτησίες, ως και κτηματολογικός πίνακας, που εμφανίζει τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων, το εμβαδόν καθενός από αυτά και όλα τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των επ' αυτών κατασκευών. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 15 και 16 του ίδιου ν.δ., τα παραπάνω έγγραφα αποτελούν στοιχεία της προδικασίας της δίκης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της οικείας αποζημιώσεως, ώστε, αν δεν προσαχθούν κατά τη δίκη αυτή, η σχετική αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 24 του αυτού ν.δ., κατά τη διαδικασία αναγνώρισης των δικαιούχων, ενεργείται μέσα σε ορισμένη προθεσμία ο έλεγχος, η διόρθωση και η τυχόν συμπλήρωση του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, στα οποία αποτυπώνονται τα ανωτέρω στοιχεία. Από τις ως άνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και προς το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι, αν το αρμόδιο για τη σύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος και του κτηματολογικού πίνακα όργανο, ανακριβώς διαλαμβάνει σε αυτά ή παραλείψει ορισμένο ή ορισμένα από τα ανωτέρω στοιχεία και για το λόγο αυτό δεν καταβληθεί ή κατατεθεί ολόκληρη η πράγματι οφειλόμενη για την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δικαστικώς καθορισθείσα, αποζημίωση, θεμελιώνεται μεν αξίωση του ιδιοκτήτη αποζημιώσεώς του κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δεν ανακύπτει όμως περίπτωση μη συντελέσεως της απαλλοτρίωσης, αφού, κατά τη χωρήσασα διαδικασία που διαγράφει ο νόμος, η γενόμενη καταβολή ή παρακατάθεση παρίσταται πλήρης (ΑΠ 1199/1983), οι δε τυχόν ανακρίβειες συμπληρώνονται και διορθώνονται μεταγενέστερα (Ολ.ΣτΕ 3597/1974). Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων, πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομιάς, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί. Τέλος, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, "από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2, του ίδιου Κώδικα, 199, 513, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, που αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή, δεν δημιουργεί, κατά τρόπο πρωτότυπο, νέο δικαίωμα του υπερθεματιστή, αλλά αποτελεί αιτία μεταβιβάσεως προς αυτόν, μόνο όσων δικαιωμάτων είχε στο πλειστηριασθέν ο οφειλέτης (Ολ.ΑΠ 2/1993). Ενόψει δε της κατά τρόπο παράγωγο κτήσης της κυριότητος από τον υπερθεματιστή, για τη μετάσταση της κυριότητας του ακινήτου ή όσων δικαιωμάτων είχε στο πλειστηριασθέν ο καθ' ου η εκτέλεση, πρέπει αυτό να ανήκει στον οφειλέτη. Στις περιπτώσεις συνεπώς που ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης δεν ήταν κύριος του πλειστηριασθέντος ακινήτου, επειδή κατά τον χρόνο μεταγραφής της κατακυρωτικής εκθέσεως είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωσή του (άρθρο 7 παρ. 1 ν.δ. 797/1971) και συνακόλουθα την κυριότητα αυτού είχε αποκτήσει ο υπερού η απαλλοτρίωση, ο υπερθεματιστής δεν αποκτά την κυριότητα του ακινήτου, ούτε όμως και το δικαίωμα να εισπράξει την αποζημίωση που έχει κατατεθεί στο ΤΠ&Δ υπέρ του κυρίου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον με την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου αναδρομικά, σε χρόνο δηλαδή που ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης ήταν κύριος του ακινήτου πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, μετά την οποία απώλεσε την κυριότητα που είχε επ' αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς καν αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Τα επιχειρήματα επίσης του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η μητέρα της ενάγουσας Γ. σύζυγος Σ. Μ., το γένος Π. Γ., κατέστη εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 6/48 (1/8) της κληρονομιαίας περιουσίας της, την 25-11-1993, αποβιωσάσης Χ. συζύγου Κ. Ν., το γένος Π. Π. (βλ. 16321/1994 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθέν δυνάμει της υπ' αριθμ. 4006/1994 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου). Μεταξύ των, στην μητέρα της ενάγουσας εξ αδιαθέτου επαχθέντων κληρονομιαίων στοιχείων συγκαταλεγόταν και το 1/8 ακινήτου, κείμενου στη θέση "…" ή "…", εκτάσεως 1027,00 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικώς με πρώην ιδιοκτησία Ε. Κ. και μετέπειτα ιδιοκτησία Ν. Β. και ως προς τις υπόλοιπες πλευρές του πρώην ιδιοκτησία Α. ή Α. και μετέπειτα Α. Τ.. Το προπεριγραφέν επίμαχο ακίνητο κηρύχθηκε σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνάμει της από 10-10-1994 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω ρυμοτομίας και σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, εγκριθέντος με τα από 25-5-1992 και 28-4-1993 προεδρικά διατάγματα, εξεδόθη δε η υπ' αριθμ. Δ 12/0/3103/24-2-1994 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε κατεπείγουσα και επισπεύσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Καταρτίσθηκε ο υπ' αριθμ. 20/1994 κτηματολογικός πίνακας, όπου, δεν αναφέρετο μεν το όνομα της μητέρας της εναγούσης, ως ιδιοκτήτριας της συγκεκριμένης απαλλοτριούμενης εκτάσεως, ως άνω, 1027 τ.μ., πλην, όμως, το επίμαχο ακίνητο συμπεριλαμβάνεται στην συνολικά απαλλοτριούμενη έκταση και ειδικότερα στην έκταση των 11.308,50 τ.μ. που εμφανίζονταν στο κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα ενιαίως με αριθμό 102. Στο μεταγενέστερο, εξ άλλου, υπ' αριθμ. 26/1995 κτηματολογικό διάγραμμα, που καταρτίσθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ, το οποίο νομίμως, ... συμπληρώνει και διορθώνει τον άνω υπ' αριθμ. 20/1994 κτηματολογικό πίνακα, απεικονίζεται η ιδιοκτησία υπ' αριθμ. 102Β, εκτάσεως 1027 τ.μ., με φερόμενο ως ιδιοκτήτη τον Κ. Ι. Κ. και το οποίο αποτελεί το κληρονομιαίο στοιχείο των κληρονόμων της Χ. Π., κληρονομηθέν κατά το 1/8 από την μητέρα της εναγούσης, όπως συνομολογείται. Δεν ανεγράφετο δε το όνομα της μητέρας της εναγούσης ως ιδιοκτήτριας στον άνω υπ' αριθμ. 26/1995 κτηματολογικό διάγραμμα, καθ' ότι αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη, λόγω μη μεταγραφής του προαναφερθέντος κληρονομητηρίου, κυρία του άνω ποσοστού. Περαιτέρω, κατόπιν αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 123/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. 3425/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθορίσθηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος και παρακατατέθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η αποζημίωση υπέρ των δικαιούχων που δεν είχαν ακόμη αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σύμφωνα με το νομίμως προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμ. 116/7-3-1995 ΦΕΚ, συντελεσθείσης νομίμως, της κηρυχθείσης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Όσα, επομένως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ήτοι ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν αφορούσε το επίμαχο ακίνητο επειδή δεν αναφερόταν αυτό στον (αρχικό) κτηματολογικό πίνακα υπ' αριθμ. 20/1994 και ότι η παρακατάθεση την 7-3-1995 δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μετάσταση της κυριότητας του επίμαχου ακινήτου, κρίνονται αβάσιμα. Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο εναγόμενος, δικηγόρος, υπήρξε έμμισθος εντολοδόχος της μητέρας της εναγούσης, παρέχων σε αυτή δικηγορικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Επειδή, η μητέρα της εναγούσης ανεκάλεσε την προς τον εναγόμενο εντολή χωρίς να του καταβάλει την πλήρη οφειλόμενη αμοιβή του, ο τελευταίος απέκτησε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 10031/1998 τελεσιδίκου αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου), η οποία υποχρέωνε την μητέρα της εναγούσης να του καταβάλει το ποσό των 2.100.000 δραχμών, εκτελεστό τίτλο και της κοινοποίησε στις 20-4-1999 επιταγή προς εκτέλεση, αφού προηγουμένως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως στο άνω απαλλοτριωμένο ακίνητο κατά το ποσοστό που είχε κληρονομηθεί από την οφειλέτιδά του, μετέγραψε στις 4-2-1999 το προαναφερθέν …/1994 κληρονομητήριο της οφειλέτιδός του στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου, στον τόμο … και αριθμό 499, (βλ. την από 1-2-1999 αίτηση του εναγομένου και την από 28-1-1999 περίληψη μεταγραφής), κατάστασης, έτσι, της μητέρας της εναγούσης αναδρομικώς από του θανάτου της δικαιοπαρόχου της - 25.11.1993 - κυρίας του 1/8 του από αυτή κληρομομηθέντος άνω ακινήτου. Επομένως, κατά το χρόνο συντελέσεως της απαλλοτριώσεως - 7.3.1995 - δικαιούχος της άνω παρακατατεθείσης αποζημιώσεως ήταν η μητέρα της εναγούσης, εφ' όσον κατά τον χρόνο αυτό ήταν κυρία του άνω ποσοστού του κληρονομιαίου και απαλλοτριωθέντος (ακινήτου). Όπως περαιτέρω απεδείχθη, ο εναγόμενος, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στο άνω κληρονομιαίο ακίνητο της μητέρας της εναγούσης και, εν συνεχεία, υπερθεματίζοντας στον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε, μετέγραψε την 10-12-1999 την περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, με σκοπό να καταστεί κύριος τούτου εφεξής, μη εχούσης της μεταγραφής αναδρομική ισχύ. Κατόπιν της από 6.3.2000 αιτήσεώς του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2072/2000 απόφασή του με την οποία αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως της συντελεσθείσης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, δυνάμει της οποίας την εισέπραξε αυτός από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, την 11-12-2000, ανερχομένης στο ποσό των 15.045.000 δραχμών. Σύμφωνα, όμως, με όλα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος του ακινήτου και δεν ήταν πραγματικός δικαιούχος της από αυτόν εισπραχθείσης αποζημιώσεως, αφού κατά τον χρόνο συντελέσεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κυρία του ακινήτου ήταν η, την 15-3-2000 αποβιώσασα και εξ αδιαθέτου κληρονομηθείσα από την ενάγουσα ως μόνη συγγενής, μητέρα της και κατά το χρόνο που ο εναγόμενος εισέπραξε την αποζημίωση (11-12-2000) δικαιούχος της αποζημιώσεως ήταν η ενάγουσα, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της. Όλα δε τα ανωτέρω τα γνώριζε ο εναγόμενος, λόγω της ιδιότητός του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της μητέρας της ενάγουσας και τα απέκρυψε από τα όργανα της εκτελέσεως, τα δικαστικά όργανα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με σκοπό να εισπράξει, όπως και το έπραξε, παρανόμως το ποσό της αποζημιώσεως ...". Με τις παραπάνω παραδοχές, και μετά την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδιωκόμενου από την ενάγουσα δικαιώματός της, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως, το ποσό των 45.209,09 ευρώ (15.045.000 δραχμές), κατά το οποίο αυτή ζημιώθηκε από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ήταν η μητέρα της ενάγουσας, αφού κατά το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης του τελευταίου ήταν αυτή κυρία τούτου, μετά την μεταγενέστερη μεταγραφή του άνω κληρονομητηρίου, που είχε αναδρομική ισχύ ανατρέχουσα στο χρόνο του θανάτου του δικαιοπαρόχου της, ότι μετά το θάνατο της δικαιούχος της αποζημίωσης κατέστη η ενάγουσα ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ότι η συντέλεση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου αυτού έγινε με την κατάθεση της αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία αφορούσε και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα της μεγαλύτερης εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε το οποίο προσδιορίσθηκε επακριβώς με τη σύνταξη μεταγενέστερου κτηματολογικού διαγράμματος, χωρίς αυτό να αναιρέσει την ήδη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση μετά την παρακατάθεση της καθορισθείσης γι' αυτό αποζημίωσης στο ΤΠ&Δ και ότι ο εναγόμενος ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, καθόσον είχε πλήρη γνώση των ανωτέρω, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας μητέρας της, προέβη στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, επέσπευσε τον πλειστηριασμό του, στον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματιστής, με τον συμψηφισμό της απαίτησής του κατά της μητέρας της έναντι του πλειστηριάσματος και ακολούθως, μετά την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως, αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου την οποία και εισέπραξε από το ΤΠ&Δ, ζημιώνοντας έτσι την ενάγουσα που είχε καταστεί πραγματική δικαιούχος αυτής, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 8, παρ. 5, 9 παρ. 3, του ν.δ. 797/1971 και 914, 297, 298 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193 επ. του ίδιου Κώδικα, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πληρούν το πραγματικό των προπαρατεθεισών διατάξεων. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 15, 16 και 24 του ν.δ. 797/1971 και 105 του ΕισΝΑΚ, αποδίδοντας σ' αυτές την πραγματική τους έννοια, αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου συντέλεσης της απαλλοτριώσεως του άνω ακινήτου και του δικαιούχου της κατατεθείσης γι' αυτό αποζημιώσεως στο Τ.Π. & Δ. Τέλος το Εφετείο, δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 β του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο της κατακύρωσης και μεταγραφής της περίληψης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (10-12-1999), από τον εναγόμενο, η καθής η εκτέλεση οφειλέτιδά του δεν ήταν κυρία του ακινήτου αυτού, δεδομένου ότι είχε ήδη συντελεσθεί η απαλλοτρίωσή του και είχε μεταστεί η κυριότητά του στο υπέρου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο, η γενόμενη δε μεταγραφή της κατακυρωτικής εκθέσεως δεν είχε αναδρομική ισχύ για να ανατρέξει στο χρόνο της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (7-3-1995), κατά τον οποίο κυρία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ήταν η οφειλέτιδά του και μητέρα της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος μετά την άνω μεταγραφή δεν κατέστη δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος, και κατά παράνομο τρόπο εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, αλλά πραγματική δικαιούχος της αποζημίωσης αυτής εξακολούθησε να είναι η μητέρα της ενάγουσας. Επομένως, οι, τρίτος και τέταρτος, περί του αντιθέτου, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς νομικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με την αξίωση της ενάγουσας, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ειδικότερα το Εφετείο, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσον ως προς την συντέλεση της απαλλοτρίωσης του προαναφερόμενου ακινήτου, μετά την οποία κατέστη δικαιούχος της κατατεθείσης αποζημίωσης γι' αυτό η μητέρα της ενάγουσας και μετά τον θάνατο της η τελευταία, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, όσον και ως προς την υπαίτια και παράνομη είσπραξη της άνω αποζημίωσης από τον εναγόμενο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο περί μη λήψεως υπόψη ισχυρισμών, αναφέρονται σε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που συνιστούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών αναφορικά με το χρόνο συντέλεσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και της μετάστασης της κυριότητας αυτού από την μητέρα της ενάγουσας στο υπέρου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και επιχειρήματα, και δεν στοιχειοθετούν τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Αβάσιμος τέλος είναι ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που μ' αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της υπ' αριθμ. 223/7-11-1996 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης που είχε διενεργηθεί για να χρησιμεύσει στη δίκη που καθορίσθηκε η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων και στην παρούσα δίκη προς απόδειξη της μη μετάστασης της κυριότητος του ακινήτου αυτού στο Δημόσιο κατά το χρόνο της παρακατάθεσης στο Τ.Π.& Δ. της άνω αποζημίωσης. Και τούτο διότι, όπως βεβαιώνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει δε και από το περιεχόμενο της τελευταίας, το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγραφα, τέτοιο δε αποτελούσε και η επικαλούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη και προσκομίσθηκε και στην παρούσα ως έγγραφο για τη συναγωγή απ' αυτό δικαστικών τεκμηρίων, πέραν του ότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, το έγγραφο αυτό δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς τον χρόνο συντέλεσης της άνω απαλλοτρίωσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν μόνον αυτή, ήτοι η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφόσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα και αφορούν στην όλη συμπεριφορά, τόσο του δικαιούχου, όσο και του υπόχρεου, ο οποίος αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία (περιστατικά), δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί τούτο κατ' αυτού, σε τρόπον ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρό χρόνο, επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 8/2001). Οι πράξεις δε του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις ή παραλείψεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990). Τέλος, το ζήτημα αν οι συνέπειες της άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, 263/2007, 65/2005). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 71/2006). Ελέγχεται δε η παραβίαση αυτή με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που είχε προβάλει ο αναιρεσείων και κατά την άποψή του είχαν αποδειχθεί, αλλά το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 262, 269 και 527 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ,ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του ισχυρίσθηκε, ότι καταχρηστικώς ασκείται το αγωγικό δικαίωμα καθόσον αρχικώς μεν η μητέρα της ενάγουσας, πριν από το θάνατο της, επέδειξε πλήρη αδιαφορία στην επισπευδόμενη εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 10031/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία του είχε επιδικασθεί τελεσίδικα εις βάρος της, το ποσό των 2.100.000 δραχμών, μετά την άσκηση της από 24-6-1996 αγωγής του, για απαίτησή του από τις δικηγορικές υπηρεσίες που της είχε προσφέρει, χωρίς να ασκήσει κανένα ένδικο μέσο ή βοήθημα, αφήνοντας να παρέλθουν άπρακτες όλες οι προθεσμίες προς άσκηση ανακοπής, αδιαφορώντας να ικανοποιήσει την εν λόγω απαίτησή του με την εκπλειστηρίαση του επίμαχου ακινήτου, ακολούθως δε η ενάγουσα, συνέχισε να αποδέχεται την ίδια κατάσταση επί ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αν και είχε πληροφορηθεί ότι το εν λόγω ακίνητο ρυμοτομείται, δεν προέβη δε στην μεταγραφή του κληρονομητηρίου, το οποίο τελικά μετεγράφη με δική του επιμέλεια, με αποτέλεσμα να καθίσταται η άσκηση του ένδικου δικαιώματός της καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή (η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη και ο αναιρεσείων την είχε επαναφέρει με την έφεσή του) με την ακόλουθη σκέψη: "... τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον μόνον η μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση αυτού (δικαιώματος) καταχρηστική ... αφού ο εναγόμενος δεν επικαλείται επιπλέον περιστατικά ή ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, από τις οποίες να του δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά της. Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας μητέρα της δεν είχε καμία υποχρέωση παρέμβασης στη διαδικασία της αναγκαστικής σε βάρος της εκτελέσεως, αφού από της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως είχε αποξενωθεί του ακινήτου. Εξ άλλου, ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, ούτε προσδιόρισε ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση της αξίας του εκατέρωθεν προσδοκώμενου συμφέροντος ή οφέλους και να κριθεί η ύπαρξη προφανούς, έκδηλης αντίθεσης των πράξεων ασκήσεως του δικαιώματος προς την καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή το σκοπό του δικαιώματος. Εφόσον, επομένως, τα από τον εναγόμενο επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν από μόνα τους, σύμφωνα με όλα τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος της εναγούσης σε προφανή υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, ουδεμία των προϋποθέσεων του άρθρου 281 ΑΚ συντρέχει εν προκειμένω και ο ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του (υπό στοιχ. α'), από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πέμπτο), κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του (υπό στοιχ. β'και γ') αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι όπως επικαλείται ο αναιρεσείων είχε επαναφέρει στο Εφετείο και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που πρωτοδίκως είχε προβάλει για τη θεμελίωση της ενστάσεως του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, τα οποία όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ήτοι: α) ότι με την ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης αναλώθηκε ο εκτελεστός τίτλος του (υπ' αριθμ. 10031/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), ενόψει δε της ολοκληρώσεως αυτής, φέρεται ικανοποιηθείς, η δε μητέρα της ενάγουσας ότι εξόφλησε την απαίτησή του εις βάρος της, σε τρόπον ώστε να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα έχει απωλεσθεί το ποσό των 5.000.000 δραχμών που κατέβαλε συμψηφιστικώς για το εκπλειστηρίασμα, πλέον 587.100 δραχμών που κατέβαλε για φόρο μεταβίβασης και 474.665 δραχμών που κατέβαλε για μετ' έλεγχο φόρο μεταβίβασης, με συνέπεια να έχει επαχθείς συνέπειες εις βάρος του η παραδοχή της αγωγικής αξιώσεως, αφού καλείται να καταβάλει στην ενάγουσα 45.209 ευρώ πλέον τόκων, δηλαδή συνολικά 75.000 ευρώ, ενώ η αποζημίωση από το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανέρχεται σε 45.200 Ευρώ, η απαίτησή του από τη μητέρα της σε 17.790 ευρώ και επομένως η ενάγουσα ως κληρονόμος της μητέρας της δικαιούται μόνο 27.410 ευρώ, β) ότι η μητέρα της ενάγουσας μπορούσε να καταβάλει το ποσό που του επεδίκασε η υπ' αριθμ. 10031/1998 απόφαση του Εφετείου αφού εισέπραξε 164.154.000 δραχμές από κληρονομιαίο ακίνητο αντικειμενικής αξίας 54.000.000 δραχμών, αντ' αυτού όμως προτίμησε να ικανοποιήσει αυτός την απαίτησή του, από την εκπλειστηρίαση του ως άνω ακινήτου, παρά να εκπληρώσει την αξίωσή της από το δικό της ρευστό χρήμα, γεγονός που φανερώνει ότι δεν είχε πρόθεση να επιδιώξει την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον τέταρτο λόγο της οποίας παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, δεν είχαν επαναφερθεί για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, τα ως άνω υπό στοιχεία β' και γ' πραγματικά περιστατικά του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου, η αναφορά δε που γίνεται ως προς τα περιστατικά αυτά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, δεν συνιστά παραδεκτό τρόπο επαναφοράς. Εξάλλου, τα λοιπά περιστατικά που εκτίθενται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως συνιστούν αρνητικούς της ένδικης απαιτήσεως ισχυρισμούς και δεν καθιστούν το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την ενάσκηση του δικαιώματος, που αφορά την απαίτηση αυτή. Επομένως, εφόσον τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα δεν συνιστούν παραδεκτώς προβληθέντες ενώπιον του Εφετείου και νόμιμους ισχυρισμούς περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο. Ενόψει αυτών, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του (υπό στοιχ. β' και γ'), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7990/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ