Legislator Case Law & Legislation
351/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment due to procedural time limits and lack of merit assessment.

Case Number 351/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a bank employee's promotion. The court found the lower court failed to assess the appellant's qualifications against the incumbent's disciplinary record and incorrectly rejected the bank's standing claim. Consequently, the judgment was annulled and remanded for retrial with a new judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if filed within the statutory period; the court must examine all grounds raised, including the lack of merit assessment of the opposing party's standing.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility statutory time limits promotion dispute remand for retrial standing of parties merit assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 518 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 351 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 351/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγιωτόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 403/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-9-2007 αίτησης για αναίρεση της 403/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή όχι κρίνεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, όταν προσβάλλεται απόφαση που έχει εκδοθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει αφότου συμπληρώθηκε η προθεσμία της εφέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν η απόφαση δεν επιδοθεί, οι προθεσμίες της εφέσεως και της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζουν αμφότερες από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, αλλά η δεύτερη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ηρεμεί κατά τη διάρκεια της πρώτης.

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση, της 403/4-3-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας (απόφασης) δεν προκύπτει επίδοση από κάποιο διάδικο, ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 4-3-2004 και μέχρι τις 17-9-2007, όταν κατατέθηκε η αίτηση για αναίρεση στη γραμματεία του παραπάνω δικαστηρίου, δεν παρήλθε η τριετής προθεσμία της αναιρέσεως, που άρχισε στις 4-3-2004 δηλαδή μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για άσκηση εφέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 3 αρ.1, 10 παρ.1, 6, 9 ,13, και 15 της από 11-11-1977 ΣΣΕ "Περί οργανισμού προσωπικού Εμπορικής τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3239/1955, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 46806 / 10314 της 21/26-11-1977 απόφασης του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/210/27.7.1981 απόφαση του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού του λογιστικού κλάδου από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και Α' γίνονται κατ' εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη παραμονή στον προηγούμενο βαθμό, ενεργούνται δε οι προαγωγές αυτές από το Δ.Σ.

της τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της Γενικής διεύθυνσης. Στις παραπάνω περιπτώσεις το Δ.Σ. της τράπεζας αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών είτε κατά την παράγραφο 13, είτε κατά την παραγρ.15 του άρθρου 10 του Οργανισμού. Στην τελευταία περίπτωση η προαγωγή ενεργείται ανεξάρτητα από το χρόνο εντάξεως και το χρόνο παραμονής στον προηγούμενο βαθμό του προαγόμενου Κατά τα λοιπά η προαγωγή γίνεται κατόπιν ελεύθερης κρίσης του Δ.Σ.

που εκτιμά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελλο. Σε αυτά περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων και του κοινού.

Η κρίση αυτή υπόκειται μόνο στον από το άρθρο 281 ΑΚ τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα δικαστήρια, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο. κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν προάγεται υπάλληλος που έχει τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και υπερέχει καταδήλως έναντι άλλου προαχθέντος συναδέλφου του (ΟλΑΠ 22/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα στις 22-11-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος στο Λογιστικό Κλάδο και προήχθη διαδοχικά στους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, μέχρι και το βαθμό του Τμηματάρχη Α' με "valeur" 1-7-1982. Είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και πτυχιούχος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών της εναγομένης (3ετούς φοίτησης), έχει παρακολουθήσει, από πλευράς επαγγελματικής επιμόρφωσης και ενημέρωσης (8) σεμινάρια και γνωρίζει την Αγγλική Γλώσσα σε επίπεδο "Lower", ως απόφοιτος του ανωτέρω Ινστιτούτου, χωρίς να κατέχει σχετικό πτυχίο (Μ.Ο.Β 5).

Στις 22-11-1972, τοποθετήθηκε στο Κεντρικό κατάστημα στο Τμήμα Χορηγήσεων, στις 25-1-1984 που χορηγήθηκε προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής στο Κεντρικό κατάστημα και στις 26-11-1984 δικαίωμα Β' υπογραφής λόγω της θέσης του στο ίδιο κατάστημα. Στις 25-7-1985 τοποθετήθηκε ως Τμηματάρχης Τμήματος Εμπλοκών του Κεντρικού καταστήματος με δικαίωμα Β' υπογραφής.

Στις 10-12-1990 του χορηγήθηκε δικαίωμα Α' υπογραφής λόγω της θέσεώς του στην μονάδα Εμπλοκών. Ακολούθως στη 1-10-1992, τοποθετήθηκε ως Υποδιευθυντής του Τομέα Ιδιωτών στο κατάστημα ...... με δικαίωμα Α' υπογραφής. Στις 20-9-1994 τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή στο κατάστημα ...... με δικαίωμα Α' υπογραφής, στις 17-12-1998, τοποθετήθηκε ως Διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα ...... , με δικαίωμα Α' υπογραφής και στις 30-5-2001 τοποθετήθηκε ως Διευθυντής Γραφείου Καθυστερήσεων Περιφέρειας (στην Περιφέρεια Πειραιώς και Νήσων) με δικαίωμα Α' υπογραφής.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1993, 1994, 1995, 1997, 1998 και 1999 με άριστα το 10 ήταν 8,0/7,9/7,9/7,9/8,1/7,9 αντίστοιχα, ενώ κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά..

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' που έγιναν την 1-1-1006 προήχθηκε στο βαθμό αυτό ο Α, ενώ ο ενάγων παραλείφθηκε. Ο Α προσελήφθη από την εναγομένη στις 28-12-1962 ως δακτυλογράφος εκτός επετηρίδας και εντάχθηκε στο λογιστικό Κλάδο ως δόκιμος λογιστής από 1-1-1964, εξελίχθηκε στους επόμενους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας του προσωπικού της εναγομένης μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α', τον οποί κατέχει από 1-1-1990.

Είναι απόφοιτος εξατάξιου γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική Γλώσσα χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών. Έχει παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο το έτος 1987, υπηρέτησε αρχικά στο κατάστημα ...... ως δακτυλογράφος, από 28-1-63 στο κατάστημα Συντάγματος, από 8-11-67 στο κατάστημα ...... , από 28-7-75 στο κατάστημα ......

με προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής , από 8-4-76 στο κατάστημα ......, από 13-12-78 στο κατάστημα ......, όπου από 22-12-1986 ανέλαβε Προϊστάμενος υπηρεσίας λογιστηρίου και συμψηφισμού του Τομέα Διοικητικού, με πρόσθετα καθήκοντα συνάσκησης αρμοδιοτήτων των Υπηρεσιών Προϋπολογιστικού Ελέγχου Προσωπικού και Υποστηρικτικών Υπηρεσιών.

Από 10-10-1988 αποσπάσθηκε στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος (ΤΕΑΠΕΤΕ), ως υπάλληλος, από 28-12-1992 υπηρέτησε ως υπάλληλος Υπηρεσιών Πληροφοριοληψίας του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού στη Διεύθυνση Εργασιών και Καταστημάτων, Δικαίωμα Β' υπογραφής θέσεως του χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια υπηρεσίας του στο κατάστημα ......

και επίσης από 30-4-1982 που υπηρετούσε στο κατάστημα ...... . Στα δελτία αξιολόγησής του, που προσκομίζονται από την εναγομένη, για τα έτη από 1981 μέχρι 1988, η μέση βαθμολογία του ανερχόταν σε 8,2 για το έτος 1981, σε 8,0 για το έτος 1982, σε 7,5 για το έτος 1983, σε 8,8 για το έτος 1984, σε 8,1 για το έτος 1985, σε 8,5 για το έτος 1986 και σε 8,6 για τα έτη 1987, 1988.

Από το έτος 1989 και στο εξής, που ο άνω συγκρινόμενος υπηρέτησε στο ΤΕΑΠΕΤΕ και στην Υπηρεσία Πληροφοριοληψίας, δεν συντάχθηκαν για αυτόν δελτία αξιολογήσεως. Ο πιο πάνω συγκρινόμενος είχε τιμωρηθεί από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με την ...... απόφασή του, με ποινή πρόσκαιρης παύσης ενός μηνός και ισόχρονη στέρηση των αποδοχών του για την ανοχή του ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Υπαίθρου, στη διατήρηση κυκλώματος επιταγών μεταξύ λογαριασμών του Β, που τηρούνταν στην Υπ.

Υπαίθρου και σε ξένες Τράπεζες και στη μη τήρηση των χρονικών ορίων, που αφορούν ημερομηνίες για την αγορά επιταγών καθώς και την παραβίαση εξακολουθητικά του υπολοίπου από επιταγές του λογαριασμού Ταμιευτηρίου, που τηρούσε παράλληλα ο Β στην Υπ. Υπαίθρου. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με την ......

απόφαση του απέρριψε την προσφυγή του άνω συγκρινόμενου και διατήρησε την ποινή, που του είχε επιβληθεί από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Στις 6-11-1986 το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο με την ...... απόφαση του μείωσε την πιο πάνω ποινή, που του είχε επιβληθεί σε ποινή προστίμου ίση με τι 1/5 του μηνιαίου μισθού του.

Επίσης στον ίδιο υπάλληλο της εναγομένης στις 28-1-1987, με απόφαση του Διευθυντή Προσωπικού, επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επίπληξης για την εκ μέρους του μη εφαρμογή των οδηγιών της εγκυκλίου ......, όσον αφορά στο άνοιγμα των λογαριασμών και στην αναγγελία ακάλυπτων επιταγών, στην οποία προέβαινε με σημαντική καθυστέρηση, ενώ σε ορισμένους πελάτες είχε χορηγήσει μεγάλο αριθμό βιβλιαρίων επιταγών.

Από την εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του πρώτου συγκρινόμενου (Α), όσον αφορά στα τυπικά προσόντα, αφού ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών και έχει παρακολουθήσει πολλά επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ο πρώτος συγκρινόμενος μόνο ένα.

Επίσης ο ενάγων υπερτερεί ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο πρώτος συγκρινόμενος δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, παρά μόνο για το διάστημα 22 μηνών, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στο κατάστημα ...... και ποτέ ως Διευθυντής καταστήματος. Ο Α υστερεί επίσης έναντι του ενάγοντος σε υπηρεσιακή απόδοση, τυπικότητα και πίστη κατά την άσκηση των υπαλληλικών του καθηκόντων, αφού του έχουν επιβληθεί πειθαρχικές ποινές για παραβίαση των εγκυκλίων της εργοδότριας, παρατυπίες στην τήρηση λογαριασμών και ανοχή σε κύκλωμα επιταγών.

Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, η κρίση του διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα και να προάγει τον καταφανώς υστερούντα Α είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Με την κρίση του αυτή, καθόσον αφορά την υπεροχή του αναιρεσίβλητου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι του συγκρινόμενου Α, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις του Οργανισμού της Τράπεζας και του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα εκτεθέντα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του αναιρεσίβλητου με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου του Α δεν του προσδίδουν καταφανή υπεροχή έναντι εκείνου και εντεύθεν δεν καθιστούν καταχρηστική την μη προαγωγή του κατά τις προδιαληφθείσες προαγωγικές κρίσεις.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε ο συγκρινόμενος Α υπερέχει έναντι του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, κατά δέκα περίπου χρόνια (28-12-1962 έναντι 22-11-1972), την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 2,5, περίπου, χρόνια (1-1-1990 έναντι 1-7-1992), ως προς το χρόνο χορηγήσεως δικαιώματος Β' υπογραφής (από 28-7-1975 έναντι 25-7-1985).

Είναι και οι δύο απόφοιτοι εξεταξίου Γυμνασίου και γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα. Επί πλέον δε ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών της εναγομένης, ενώ ο συγκρινόμενος δεν είναι, και ο πρώτος έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια ενώ ο δεύτερος μόνο ένα. Η υπεροχή αυτή του ενάγοντος έναντι του συγκρινομένου δεν κρίνεται ως καταφανής.

Ο τίτλος σπουδών, συνεκτιμάται ως ένα επί πλέον ειδικό προσόν και επηρεάζει τη συναγωγή του ποιοτικού χαρακτηρισμού, χωρίς να αποτελεί καθοριστικό προσόν ανώτερης ποιότητας υπαλλήλου. Τα δελτία αξιολόγησης που προσκομίζονται αναφέρονται για μεν τον ενάγοντα για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1997, 1998 και 1999, με βαθμολογία, και με άριστα το 10, αντίστοιχα, 8,0, 7,9, 7,9, 7,9, 8,1, και 7,9, για τον συγκρινόμενο Α, στα έτη 1981, 1982, 1983, 1984, 1985, 1986 και 1987-1988, με βαθμολογία 8,2, 8,0, 7,5, 8,8, 8,1, 8,5, και 8,6 (για τα έτη 1987-1988).

Από την αξιολόγηση αυτή, αν και αναφέρεται σε διαφορετικούς χρόνους, δεν προκύπτει υπεροχή του ενάγοντος. Ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων μέχρι την 10-10-1988 που αποσπάσθηκε ο συγκρινόμενος Α στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Τράπεζας, από τα προεκτεθέντα δεν προκύπτει υπεροχή και μάλιστα προφανής του ενάγοντος έναντι εκείνου (συγκρινομένου).

Αντίθετα μάλιστα, όπως προεκτέθηκε, υπήρχε υπεροχή του τελευταίου έναντι του ενάγοντος, ο οποίος, βέβαια, υπερείχε μόνο ως προς την κατοχή του ανωτέρου τίτλου σπουδών, για τον οποίο τίτλο έγινε ήδη λόγος ανωτέρω. Όπως προαναφέρθηκε, ο Α από 10-10-1988 αποσπάσθηκε στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της εναγομένης Τράπεζας (ΤΕΑΠΕΤΕ), ως υπάλληλος, από δε 28-12-1992 υπηρέτησε ως υπάλληλος Υπηρεσιών Πληροφοριοληψίας του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού στη Διεύθυνση Εργασιών Καταστημάτων, η οποία ελέγχει και συντονίζει το δίκτυο των καταστημάτων της εναγομένης Τράπεζας.

Πρόκειται για την άσκηση νέων καθηκόντων σε σχέση με εκείνα που ασκούσε ο συγκρινόμενος μέχρι την 10-10-1988. 'Οπως προεκτέθηκε, από το έτος 1989 και στο εξής δεν συντάχθηκαν για τον συγκρινόμενο Α δελτία αξιολόγησης. Από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτουν στοιχεία ως προς την εκτέλεση των νέων καθηκόντων από τον συγκρινόμενο και συνεπώς δεν δύναται να κριθεί ότι ο ενάγων, κατά το διάστημα αυτό από το έτος 1988 και στο εξής, υπερείχε και μάλιστα καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του συγκρινομένου Α.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά τις προαναφερθείσες σε βάρος του τελευταίου πειθαρχικές ποινές, αυτές, κατά τα προαναφερθέντα, επιβλήθηκαν τα έτη 1985 και 1987, ήτοι πριν από πολύ καιρό, και δεν φαίνεται να επέδρασαν στις προηγούμενες προαγωγές του μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α', παρόλο που έγιναν σε χρόνο πλησιέστερο προς αυτές.

Από τα συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία επιβλήθηκαν οι παραπάνω πειθαρχικές ποινές εκτιμάται, ενόψει των ανωτέρω, ότι δεν ελλείπουν από το πρόσωπο το συγκρινόμενον τα απαιτούμενα για την κατ' εκλογή προαγωγή του ηθικά προσόντα. Επομένως, η αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβάλλεται παραβίαση ευθέως των αναφερομένων ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο.

Περαιτέρω ως προς το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, κατ' αποδοχή της ένστασης της εναγομένης, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, κατά το μέρος που αφορά την προαγωγή της υπαλλήλου της εναγομένης Γ, κατά τις προαγωγικές κρίσεις από 1-1-1999, έναντι της οποίας ο ενάγων υπερείχε καταφανώς ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος, διότι ανεξαρτήτως αν έσφαλε ή όχι το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η κρίση του για την προαγωγή της υπαλλήλου Γ εξαρτάται από την κρίση της προαγωγής του Α, που αφορά προηγούμενο χρόνο (1-1-1996).

Μετά από αυτή πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 403/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ