Legislator Case Law & Legislation
350/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to non-merger with second-instance subject matter and procedural defects.

Case Number 350/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment rendered under the voluntary jurisdiction procedure for over-indebted individuals. The appellant argued for the inclusion of a debtor's right to protection under Law 3869/2010, but the court found this right was already established as res judicata in the first instance. Consequently, the appeal was rejected because the arguments did not merge with the subject matter of the second instance, and the appellant failed to propose these claims as a second appellant in the court of appeal. The court further ruled that the appeal was inadmissible for not having been previously proposed in the second instance proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines appeals only regarding matters that merge with the subject matter of the second instance, and if a claim was not raised as a second appellant in the court of appeal, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility res judicata second instance subject matter non-merger of claims over-indebtedness law procedural defect voluntary jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 350 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 350/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "……. που εδρεύει στην ..και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Λ., κατοίκου Ζ. Ι., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρά Καζαντζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. «Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... μη οριστική και ... τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 4-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον με αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 4-4-2023, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "…." (και χάριν συντομίας…), νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία.. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 23-9-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 811/2023). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1061/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στη περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 344/2020).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ` αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1141/2001).

Επομένως, επί οριστικής απόφασης, που δέχτηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε όμως ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.

Το Εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγόμενου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 543/2019, ΑΠ 1365/2015, ΑΠ 1368/2015, ΑΠ 1473/2012).

Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 344/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (AΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την, από 23-9-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές της, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών της από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των πιστωτών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή της κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή της, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογενείας της.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 29/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία, δεχόμενη ότι η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις (δύο) πιστώτριες, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη της, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της (50% εξ αδιαιρέτου) επί της κύριας κατοικίας της και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση αυτής.

Κατά της απόφασης αυτής, η αιτούσα άσκησε, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, την από 20-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2016), έφεση με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε τη μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης ως προς τη ρύθμιση των χρεών της και του καταβλητέου από αυτήν ποσού για τη διάσωση της ως άνω κατοικίας συγκυριότητάς της.

Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, εξέδωσε αρχικά την με αριθ. ... μη οριστική απόφαση και στη συνέχεια τη προσβαλλόμενη, με αριθ. ... απόφαση με την οποία δέχθηκε ως κατ' ουσία εν μέρει βάσιμη την, από 20-5-2016 έφεση της αιτούσας κατά της …/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν τη ρύθμιση των χρεών της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριές της κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και την καταβολή ποσού για διάσωση της κύριας κατοικίας της κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη, από 23-9-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...), αίτηση της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμης, ρυθμίζοντας εκ νέου τα χρέη της και εξαιρώντας από την εκποίηση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί της μονοκατοικίας της. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με την από 20-5-2016 έφεση της εκκαλούσας-αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 29/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, της οποίας οι λόγοι (έφεσης) αφορούσαν (μόνο) τις διατάξεις της εκκαλούμενης ως προς τη μείωση των μηνιαίων καταβολών της αιτούσας προς τις πιστώτριές της κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και των καταβολών του ποσού για διάσωση της κύριας κατοικίας της κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική παραδοχή της έφεσής της, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "......

η αιτούσα είναι ηλικίας 37 ετών και εργάζεται ως δημόσια υπάλληλος με εισοδήματα της τάξης των 1.230 ευρώ τον μήνα (συμπεριλαμβανομένων και των αυτοτελώς φορολογούμενων ποσών), ενώ ο σύζυγος της διατηρεί χοιροστάσιο με 100 χοίρους και αποδοχές της τάξης των 2.500 ευρώ τον μήνα καθώς το οικονομικό έτος 2013 εμφανίζει ακαθάριστα έσοδα της τάξης των 271.284,45 ευρώ.

Είναι μητέρα τριών ανήλικων τέκνων εκ των οποίων το μικρότερο είναι ηλικίας 21 μηνών, γεννηθέν 9-3-2014 και διαμένει μετά της οικογενείας της σε ιδιόκτητη μονοκατοικία συνιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, συνολικού εμβαδού 119,87 τ.μ., κατασκευασμένη επί οικοπέδου εμβαδού 1.001,96 τ.μ., που βρίσκεται στο ….στη θέση "…, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της, συνολικής αντικειμενικής αξίας, του ποσοστού της, 36.713,29 ευρώ και του οικοπέδου 17.015,28 ευρώ και του ποσοστού της 8.507,64 ευρώ και ως εκ τούτου η αξία του ακινήτου της ανέρχεται στο ποσό των 45.220,93 (36.713,29 + 8.507,64) ευρώ.

Περαιτέρω, είναι: α) ψιλή κυρία διαμερίσματος εμβαδού 52 τ.μ. που βρίσκεται στην …επί της ….., το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου γονικής παροχής αντικειμενικής αξίας 29.811,60 ευρώ και κυρία αγροτεμαχίου (ελαιοπεριβόλου) εμβαδού 3.000 τ.μ. που βρίσκεται στον ….στη θέση "…", αξίας 2.730 ευρώ, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Δ. Α. Δ.. Τέλος, είναι κυρία του με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ οχήματος, μάρκας SUZUKI GRAND VITARA, 1590 κ.ε, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2003. Ισχυρίζεται η αιτούσα ότι τελεί σε διάσταση με τον σύζυγο της από τον Μάιο του 2012 και εξ αυτού του λόγου έλαβε συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της με αριθμό ...

απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2013. Ο ως άνω ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η αίτηση διαζυγίου κατατέθηκε ενόψει της κατάθεσης της ένδικης αίτησης και με σκοπό την αποδοχή της με το ανακριβές ως άνω δεδομένο, αφής στιγμής μάλιστα η αιτούσα, αν και τελούσε, ως ισχυρίζεται, σε διάσταση από τον Μάιο του 2012, απέκτησε σε χρόνο εκτός της κρίσιμης περιόδου μετά τη λύση του γάμου της, ήτοι την 9-3-2014 και τρίτο τέκνο, το οποίο και περιλαμβάνεται στο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της ιδίας και του συζύγου της.

Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται ότι, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογένειάς της και δη των ανήλικων τέκνων της, που αποτελούν προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς της, δεδομένου ότι η ίδια συνεισφέρει στην κάλυψη των εξόδων αυτού από κοινού με τον πρώην, τυπικά, σύζυγο της, την κατάσταση της υγείας τους και τις λοιπές βιοτικές τους συνθήκες, αφού ληφθούν υπόψη και οι επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας, ανέρχονται, κατά το ποσοστό συνεισφοράς της ιδίας (αιτούσας) στην ανατροφή των τέκνων, στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, στα οποία ποσά περιλαμβάνονται έξοδα για διατροφή, θέρμανση, λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφέλειας, μετακινήσεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση - υπόδηση και εκπαιδευτικές δαπάνες, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αιτούσα ως οφειλέτης οφείλει να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες.

Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών του εκάστοτε οφειλέτη και εν προκειμένω της αιτούσας, αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής του συγκεκριμένου αιτούντος ως οφειλέτη, αφετέρου δε, λαμβάνεται υπόψη ότι διά της παρούσας διαδικασίας σκοπείται και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη (άρθρο 281 ΑΚ, αλλά και 25 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορικά με τη θυσία, που υφίστανται και οι πιστωτές, καθώς και το κοινωνικά αποδεκτό μέτρο της θυσίας αυτής) λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων.

Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης και δη: α) το έτος 2008 είχε χορηγηθεί στην αιτούσα και τον σύζυγο της από την Εθνική Τράπεζα ένα δάνειο για την αγορά οικοπέδου, το οποίο εξασφαλίζεται με Α' προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της εκ του οποίου όφειλε έως την κατάθεση της αίτησης το ποσό των 41.252,21 ευρώ και β) το έτος 2009 της χορηγήθηκε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ένα στεγαστικό δάνειο από το οποίο όφειλε έως την κατάθεση της αίτησης το ποσό των 124.306,61 ευρώ και εξασφαλίζεται με υποθήκη στην κύρια κατοικία τους, καθώς ο σύζυγος της στην ανωτέρω σύμβαση δανείου εμφανίζεται ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος.

Η αιτούσα οφείλει το συνολικό ποσό των 165.558,82 ευρώ. Τα παραπάνω εισοδήματα της αιτούσας συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων, που είχε ως συνέπεια τη μείωση και καθήλωση των μισθών και στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία της αιτούσας πληρωμής του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες. Η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματά της επί πέντε χρόνια, που θα αρχίζουν αμέσως από το πρώτο πενθήμερο του επόμενου της δημοσίευσης της παρούσας απόφασης μήνα (άρθ. 8 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 16 παρ. 2 ν. 4161/2013).

Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένων υπόψη, των βασικών βιοτικών αναγκών της, με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία της, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, αυτά για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς δεν υποβάλλεται σε δαπάνη ενοικίου, το προς διάθεση στις πιστώτριές της ποσό θα πρέπει να ορισθεί σε 500 ευρώ τον μήνα, καθόσον για μεγάλο διάστημα, ήτοι από τον Ιανουάριο του 2014 καταβάλλει δυνάμει προσωρινής διαταγής, μικρό χρηματικό ποσό ύψους 42 ευρώ στην 1η πιστώτρια και 124 ευρώ στη 2η πιστώτρια, ενώ πριν την κατάθεση της αίτησης (Σεπτέμβριο του 2013) είχε παύσει να καταβάλει τις δόσεις, που όφειλε και ως εκ τούτου έχει αποταμιεύσει ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό.

Εξάλλου, δεν υποβάλλεται σε δαπάνη ενοικίου, ενώ δύναται να ενισχυθεί και από τους οικείους της, αλλά και τον σύζυγό της με τον οποίο εικονικώς έχει χωρίσει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος το έτος 2012 είχε δηλώσει ακαθάριστα έσοδα από την άσκηση της δραστηριότητος του ύψους 271.000 ευρώ περίπου, κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, τα καθαρά κέρδη δεν μπορεί να είναι μικρότερα του 10% των ακαθαρίστων, οπότε διαμορφώνονται σε ύψος 27.000 ευρώ για το έτος αυτό, ανεξαρτήτως του ύψους των δηλουμένων καθαρών κερδών ύψους 13.600 ευρώ περίπου, δήλωση η οποία δεν δεσμεύει το δικαστήριο καθώς δεν έχει ελεγχθεί από τη Δ.Ο.Υ.

Στην από Δεκεμβρίου 2013 απόφαση προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων περιλήφθηκε διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε η αιτούσα σε προσωρινές καταβολές προς τις μετέχουσες από Ιανουάριου 2014. Η αιτούσα συμμορφώθηκε στην προσωρινή αυτή διαταγή καθώς κατέβαλε επί διάστημα 24 μηνών (...). Εκ του ανωτέρω ποσού των 500 ευρώ τον μήνα αντιστοιχεί:

α) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 124,58 ευρώ (500 Χ : 41.252,21/165.558,82) και β) στο ΤΠΔ το ποσό των 375,42 ευρώ (500 Χ : 124.306,61/165.558,82). Περαιτέρω, δεδομένου ότι έχει λάβει χώρα νομοθετική αναθεώρηση του τρόπου συνυπολογισμού και επιμέτρησης των καταβολών από την κατάθεση της αίτησης, μέχρι και την έκδοση απόφασης και δη μεταβολή του τρόπου συνυπολογισμού από χρονικό και ποσοτικό σε αποκλειστικά ποσοτικό και αφαίρεση της τιμωρητικής διάταξης για την έντοκη καταβολή της διαφοράς μεταξύ προσωρινών και οριστικών καταβολών μέσα σε διάστημα ενός (1) έτους, με τον ν. 4549/2018, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αιτήσεις, το εφετείο δε τόσο για την κρίση περί της ορθότητας της εκκαλούμενης απόφασης στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (...), όσο και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο, που ισχύει κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της απόφασής του, πρέπει να γίνει συνυπολογισμός των καταβολών της αιτούσας στο πλαίσιο της προσωρινής διαταγής στην ένδικη ρύθμιση των χρεών της.

Ειδικότερα, η αιτούσα έχει καταβάλει στο πλαίσιο της προσωρινής διαταγής επί 24 μήνες στην Εθνική Τράπεζα και το ΤΠΔ το συνολικό ποσό των 3.984 ευρώ (166 Χ 24 μήνες) και δη μηνιαίως 42 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα και 124 ευρώ στο ΤΠΔ, το οποίο πρέπει να συνυπολογιστεί στην ένδικη ρύθμιση, ως εξής: α) ορισθείσα μηνιαία δόση στην Εθνική Τράπεζα ύψους 124,58 ευρώ - μηνιαίος επιμερισμός ήδη διενεργηθεισών καταβολών (1.008 ευρώ/36 μήνες = 28).

Επομένως η μηνιαία δόση αποπληρωμής του άρθρου 8 ανέρχεται σε 96,58 ευρώ (124,58 - 28) και θα έχει διάρκεια τριάντα έξι (36) μήνες, β) ορισθείσα μηνιαία δόση στο ΤΠΔ ύψους 375,42 ευρώ - μηνιαίος επιμερισμός ήδη διενεργηθεισών καταβολών (2.976 ευρώ/36 μήνες = 82,66). Επομένως η μηνιαία δόση αποπληρωμής του άρθρου 8 ανέρχεται σε 292,76 ευρώ (375,42 - 82,66) και θα έχει διάρκεια τριάντα έξι (36) μήνες.

Ως εκ τούτου, δεν υπέχει υποχρέωση η αιτούσα περί καταβολής οποιουδήποτε ποσού στις πιστώτριες της εντός έτους μετά τη λήξη των 36 μηνών, στο πλαίσιο της ένδικης ρύθμισης του άρθρου 8 του ν. 3869/2010. Η δε η ικανοποίηση των υπόλοιπων απαιτήσεων των πιστωτριών θα γίνει με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας της αιτούσας, που σύμφωνα με τον νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της.

Ειδικότερα θα πρέπει να καταβάλει το ποσό των 36.177 ευρώ (45.220,93Χ80%) και η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης αυτού να οριστεί σε 10 έτη (120 μήνες) με μηνιαίες καταβολές ποσού 301,47 ευρώ (36.177 : 120), αφού ληφθούν υπόψη η ηλικία της, η συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, το σύνολο των χρεών της, η τωρινή οικονομική της κατάσταση και η προοπτική άμεσης βελτίωσης αυτής, οι δε μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου του επόμενου αμέσως μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου των 36 μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης μήνα, καθόσον κρίνεται ότι στην αιτούσα πρέπει να παρασχεθεί και περίοδος χάριτος......... ''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν, ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως κατ' ουσία εν μέρει βάσιμη την, από 20-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2016), έφεση της αιτούσας κατά της με αριθ. ../2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν τη ρύθμιση των χρεών της με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριές της κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και την επιβολή πρόσθετου χρέους προς διάσωση της κύριας κατοικίας της κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (ως προς τα οποία και μόνο είχε ασκηθεί έφεση), την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση ως προς τα παραπάνω, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη, από 23-9-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...), αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμη, ρυθμίζοντας τα χρέη της αιτούσας και εξαιρώντας από την εκποίηση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί της μονοκατοικίας της. Το αναιρεσείον (ΤΠΔ) με τους αναιρετικούς λόγους (πρώτο και δεύτερο), αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τους αριθ. 1α'και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενη ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της αιτούσας στο ν. 3869/2010, καθόσον αυτή περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες καθών η από 23-9-2013 αίτησή της, διαλαμβάνοντας ελλιπή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, διότι, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε τη μόνιμη αδυναμία σε οικογενειακή βάση ως προς τη συνεισφορά κάθε συζύγου (αφού δέχθηκε ότι δεν διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση της αιτούσας με το σύζυγό της, όπως αναληθώς κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ανέφερε στην αίτησή της), ούτε αναφέρει το κατά μήνα εισόδημα του συζύγου, ούτε αναφέρει σε ποια στοιχεία στήριξε τη κρίση της ότι τα καθαρά έσοδα του συζύγου ανέρχονται στο ποσό των 2.500 ευρώ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι λόγοι αυτοί, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, όφειλε να ερευνήσει, όπως και ορθώς ερεύνησε, μόνο τους λόγους της από 20-5-2016 έφεσης της εκκαλούσας-αιτούσας καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθώς ή όχι επί τη βάσει των περιεχόμενων στο εφετήριο λόγων έφεσης, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στη πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης και επομένως σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους έφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ` αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.

Με την ως άνω έφεση, κατά τα προαναφερόμενα, προσβλήθηκε η (εκκαλούμενη) απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από την αιτούσα μόνο ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούσαν τη ρύθμιση των χρεών της με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και την επιβολή πρόσθετου χρέους για διάσωση της κύριας κατοικίας της κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν όφειλε να ερευνήσει, όπως και δεν ερεύνησε, ισχυρισμούς που δεν είχαν προταθεί ενώπιον του.

Δεν είχε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τη δυνατότητα να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, ούτε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αρνητικούς ή καταλυτικούς του σχετικού δικαιώματός της, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης, ενόψει του ότι, το κεφάλαιο αυτό της εκκληθείσας απόφασης, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, το δε αναιρεσείον δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο προς τούτο συμφέρον, έφεση, προκειμένου να προσβάλει την παραδοχή της απόφασης για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί και το κεφάλαιο αυτό αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης.

Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης για ένταξή της στη προστασία του ν. 3869/2010, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος που αφορούν ισχυρισμούς οι οποίοι προτείνονται με το αναιρετήριο, σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στη προστασία του ν. 3869/2010, και αν ακόμη υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το εφεσίβλητο (το οποίο δεν έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), είναι απαράδεκτοι, ως μη συναπτόμενοι με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, το δε αναιρεσείον δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Επιπρόσθετα δε κρίνονται απορριπτέοι και κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είχαν προταθεί παραδεκτά από αυτό (ΤΠΔ) ως δεύτερο εφεσίβλητο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις από 20-11-2018 προτάσεις του ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς είχε προτείνει, ως εφεσίβλητο, με νόμιμο και ορισμένο τρόπο στο Εφετείο, δηλαδή με τις ως άνω προτάσεις του, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ` αυτό προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως όφειλε, τυχόν δε έρευνα τέτοιων νέων ισχυρισμών από το δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 624/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 4-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. ... τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ