Supreme Court dismisses appeal in construction contract dispute, upholding lower court's finding of contractor's fault for delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a construction contract dispute. The appellant argued that the contractor was not at fault for the project's delivery delay, citing external factors and lack of control over other trades. The court rejected these claims, ruling that the contractor failed to prove the delay was not their fault and that the lower court's reasoning regarding liability was sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681, 682, 694, 404, 405, 407, 330, 341, 342 of the Civil Code: A contractor suing for payment or liquidated damages must prove the contract's essential elements and the debtor's fault for delay; the debtor bears the burden of proving they fulfilled their obligation or were not at fault for the delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 350/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσαμάνδουρα. Της αναιρεσιβλήτου: κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Γούμενο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 984/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και, αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας, ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν (ΑΠ 886/2018, 1949/2013, 508/2008).
Από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπληρώσεως της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει λόγω περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 330, 341 και 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής του συμφωνηθείσας ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή αλλ' αντιθέτως η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αξιώσεως αυτής, την οποία ένσταση οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει (ΑΠ 352/2011, 1442/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Η αντίφαση δε είναι αναγκαίο να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 1353/2001). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).
Τέλος, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 736/2019, 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 2.2.2006 ιδιωτικού έγγραφου συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος διατηρεί εργοστάσιο κατασκευής ξυλουργικών προϊόντων, και της εναγομένης κοινοπραξίας (ήδη αναιρεσίβλητης), η οποία είχε αναλάβει από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας την κατασκευή του δημοσίου έργου "ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ", ο πρώτος ανέλαβε ως υπεργολάβος να κατασκευάσει και να τοποθετήσει τα εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα που ήταν αναγκαία για την κατασκευή του κτιρίου σύμφωνα με την κατασκευαστική μελέτη, προϋπολογιζόμενης αξίας 70.000 ευρώ (άρθρο 1 του προαναφερθέντος συμφωνητικού), πλέον ΦΠΑ, υπολογιζομένης επί τη βάσει του Τιμολογίου Εφαρμογής που επισυνάφθηκε σε αυτό και αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης και αναλύεται ως εξής: 1.
Παράθυρα 96 τεμάχια Χ 579,58 ευρώ=55.640 ευρώ, 2. Πόρτες εξωτερικές 6 τεμάχια Χ 1.500 ευρώ=9.000 ευρώ, 3. Φεγγίτες μεγάλοι 2 τεμάχια Χ 150 ευρώ=300 ευρώ, 4. Φεγγίτες μικροί 2 τεμάχια Χ 150 ευρώ=300 ευρώ, 5. Πόρτες εσωτερικές βάσει σχεδίων 34 τεμάχια Χ 140 ευρώ=4.760 ευρώ και 6. Τοποθετήσεις 4.100 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του τιμολογίου εφαρμογής οι τιμές αναφέρονται σε μονάδες πλήρως περαιωμένης εργασίας (...).
Κατά δε το άρθρο 11 του ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε (...) και ότι το αντικείμενο της παρούσας εργολαβίας είναι δυνατόν να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και κατά την απόλυτη κρίση του εργοδότη. Αναφορικά με την αμοιβή του υπεργολάβου, συμφωνήθηκε ότι οι πληρωμές θα γίνονται με μηνιαίες πιστοποιήσεις και θα εξοφλείται ο ΦΠΑ [...].
Ο υπεργολάβος θα κόβει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ή τιμολόγιο πώλησης (θεωρημένο)...Περαιτέρω, οι συμβληθέντες συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ότι ο χρόνος έναρξης των εργασιών θα ήταν η 9η.2.2006 και ο χρόνος περαίωσης και παράδοσης του έργου η 15η.3.2006, ενώ για την περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, συμφωνήθηκε ο υπεργολάβος να καταβάλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 300 ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστέρησης (άρθρο 5 του ιδιωτικού συμφωνητικού).
Ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως, ο ενάγων μετέβη στο Λεωνίδιο προκειμένου να λάβει τα μέτρα των ανοιγμάτων για την κατασκευή των κουφωμάτων, τα οποία εν συνεχεία, αφού κατασκεύασε απέστειλε σταδιακά στο εργοτάξιο της εναγομένης στο Λεωνίδιο με τον μεταφορέα Γ. Γ.. Ειδικότερα, στις 31.3.2007 απέστειλε στην εναγομένη 96 τεμάχια παράθυρα και 4 φεγγίτες ξύλινους από καστανιά [...], στις 3.4.2006 απέστειλε 33 τεμάχια πόρτες [...], στις 8.5.2006 απέστειλε 9 ξύλινες πόρτες μασίφ [...] και στις 24.5.2006 απέστειλε 35 τεμάχια πόρτες [...].
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα δελτία αποστολής και φορτωτικές, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατασκεύασε και απέστειλε στην εναγομένη 3 επιπλέον ξύλινες πόρτες μασίφ και 34 επιπλέον πόρτες από τις συμφωνηθείσες, όπως καθορίστηκαν από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τοποθέτησε τα συμφωνηθέντα κουφώματα [...], καθώς μετέβη στο Λεωνίδιο μια φορά στις αρχές Απριλίου του 2006, τοποθετώντας τα αποσταλέντα 96 παράθυρα, τους 4 ξύλινους από καστανιά φεγγίτες και τις 33 πόρτες, και τουλάχιστον μια φορά μετά την αποστολή των τελευταίων θυρών που έλαβε χώρα στις 24.5.2006, οπότε τοποθέτησε τις συμφωνηθείσες 6 πόρτες από μασίφ και τη μία (1) θύρα, ολοκληρώνοντας το συμφωνηθέν έργο και παραδίδοντας αυτό στην εναγομένη στις 24.5.2006, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη αποστολή 5 ξύλινων κασών και 10 πορτών από τον ενάγοντα που έλαβε χώρα στις 6.7.2006 [...], δεν αφορά την παράδοση του έργου, αλλά την επιδιόρθωση μέρους των ελαττωματικών προϊόντων (πορτών) που επεστράφησαν από την εναγομένη στις 14.6.2006, χωρίς όμως να αποδεικνύεται αν τα προϊόντα αυτά αφορούσαν και τις συμφωνηθείσες, με βάση το προαναφερθέν συμφωνητικό, ή πρόσθετες πόρτες που κατασκευάστηκαν [...].
Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε το συμφωνηθέν έργο [...] για το οποίο του οφείλεται αμοιβή ως συμφωνήθηκε ανωτέρω και ειδικότερα [...]: για την κατασκευή 96 τεμαχίων παραθύρων Χ 579,58 ευρώ=55.640 ευρώ, [...], 4 τεμαχίων φεγγιτών Χ 150 ευρώ=600 ευρώ, 34 τεμαχίων πορτών Χ 140 ευρώ=4.760 ευρώ και 6 ξύλινων πορτών μασίφ Χ 1.500=9.000 ευρώ, ήτοι η αμοιβή που δικαιούται ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (55.640 + 600 + 4.760 + 9.000=) 70.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% εκ 13.300 ευρώ, ήτοι 83.300 ευρώ, εκ της οποίας αιτήθηκε με την αγωγή το ποσό των (54.950,40 + 600 + 4.760 + 9.000=) 69.310,40 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% ύψους 13.168,98 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 82.479,38 ευρώ.
Προκειμένου να λάβει ο ενάγων την αμοιβή του για τις παρασχεθείσες από αυτόν εργασίες εξέδωσε το υπ' αριθμ. …/9.4.2006 τιμολόγιο [...] συνολικής αξίας 68.115,60 ευρώ και το υπ' αριθμ. .../15.12.2006 τιμολόγιο [...] συνολικής αξίας 27.560,40 ευρώ, στα οποία τιμολόγια περιλαμβάνονται και οι συμφωνηθείσες αλλά και πρόσθετες εργασίες.
Ως προς τις τελευταίες όμως, για τις οποίες ο ενάγων διεκδικεί με την αγωγή ποσό αμοιβής εξ 9.260 ευρώ (ήτοι για επιπλέον 3 μασίφ ξύλινες πόρτες διεκδικεί 1.500 ευρώ και συνολικά 4.500 ευρώ και για επιπλέον 34 πόρτες διεκδικεί 140 ευρώ και συνολικά 4.760 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%), καταρχήν αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω και στην αγωγή [...], ο δε ενάγων δεν επικαλείται, ούτε αποδείχθηκε άλλη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ούτε ζητεί το ποσό αυτό με άλλη βάση (όπως με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού).
Αν δε θεωρηθεί ότι η αξίωση του ενάγοντος θεμελιώνεται στην ένδικη σύμβαση με βάση το ανωτέρω άρθρο 11 αυτής, που προβλέπει υπό προϋποθέσεις την αμοιβή του ενάγοντος για πρόσθετες εργασίες που αυτές τυχόν θα του ανετίθεντο με εντολή της εναγομένης, τότε και πάλι πρέπει το κονδύλιο αυτό να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 11 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πράγματι συμφωνήθηκε ότι το αντικείμενο της παρούσας εργολαβίας είναι δυνατόν να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και κατά την απόλυτη κρίση του εργοδότη. Δεν επικαλέστηκε όμως με την αγωγή του ο ενάγων και δεν αποδείχθηκε σαφώς πότε δόθηκε η εντολή της εναγομένης για την πραγματοποίηση των ανωτέρω πρόσθετων -εκτός αρχικού αντικειμένου της σύμβασης- εργασιών και κυρίως δεν αποδείχθηκε η τελική πραγματοποίησή τους και η ανεπιφύλακτη παραλαβή τους από την τελευταία, την οποία αυτή αμφισβητεί, δεδομένου ότι στην ίδια την αγωγή αναγράφεται ότι ο ενάγων αφαίρεσε (και δεν ζητεί με αυτήν) από τη συνολική αμοιβή του το ποσό των 7.854 ευρώ που αφορά την επιστροφή ξυλουργικών, που επεστράφησαν από την εναγομένη.
Συγκεκριμένα, με το με αριθμό …/13.12.2006 πιστωτικό τιμολόγιο του ενάγοντος, που ο ίδιος προσκόμισε σε φωτοαντίγραφο, επεστράφη το ανωτέρω ποσό στην εναγομένη, που αφορά την επιστροφή λόγω ακαταλληλότητας 40 τεμαχίων πορτών και 5 ξύλινων κασών και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδειχθεί αν η επιστροφή αυτή αφορά τις παραπάνω επιπλέον εργασίες (αν γίνει δεκτό ότι προηγουμένως εκτέλεσε αυτές ο ενάγων στα πλαίσια του άρθρου 11 της ως άνω σύμβασης) και, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται μετά βεβαιότητας η πραγματοποίηση και η τελική παραλαβή από την εναγομένη των ανωτέρω εργασιών.
Περαιτέρω (ως προς τα διαλαμβανόμενα στον δεύτερο λόγο έφεσης), αποδείχθηκε ότι από το εργολαβικό αντάλλαγμα ύψους 82.479,38 ευρώ ο ενάγων έλαβε μέρος της αμοιβής του ύψους 52.000 ευρώ με αποτέλεσμα να του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό ύψους (82.479,38 - 52.000=) 30.479,38 ευρώ, από το οποίο, ωστόσο, ο ίδιος αφαίρεσε το ποσό των 7.854 ευρώ, που -κατά τα ανωτέρω- αντιστοιχεί σε ξυλουργικά που επεστράφησαν από την εναγομένη.
Ως εκ τούτου, το ποσό που τελικώς του οφείλεται -με βάση όσα αναγράφονται στην αγωγή και αποδείχθηκαν ανωτέρω- ανέρχεται σε (30.479,38 - 7.854=) 22.625,38 ευρώ. Όμως, αποδείχθηκε ότι το έργο, από υπαιτιότητα του ενάγοντος δεν εκτελέστηκε κατά τη συμβατικά καθορισμένη ημερομηνία, ήτοι στις 15.3.2006, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού που προβάλλει ο ενάγων περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του λόγω ανάγκης εκτελέσεως άλλων εργασιών στο έργο που προηγούνταν της δικής του, ως αβασίμου, καθώς δεν εξειδικεύει ποιες εργασίες ήταν αυτές, πότε έλαβαν χώρα και σε ποια ειδικότερα τμήματα του έργου, αλλά καθυστέρησε και παραδόθηκε ολοκληρωμένο στις 24.5.2006, οπότε απεστάλη η τελευταία θύρα, ήτοι 70 ημέρες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία.
Κατ' ακολουθίαν ο ενάγων, από αποκλειστική του υπαιτιότητα, παραβίασε τους ουσιώδεις, κατά τη θέληση των διαδίκων, όρους της από 2.2.2006 σύμβασης, που αναφέρονται στην έγκαιρη εκ μέρους του εκπλήρωση της παροχής, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη ως προς τη συμβατικά συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, και, συνακόλουθα, συνέτρεξαν οι όροι κατάπτωσης σε βάρος του της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκ μέρους του εκπλήρωσης της παροχής.
Με δεδομένο δε, ότι το ύψος της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε στο ποσό των 300 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, η οφειλόμενη στην εναγομένη ποινική ρήτρα από την προεκτεθείσα αιτία ανέρχεται, για το από 16.3.2006 έως και 24.5.2006 χρονικό διάστημα, στο συνολικό ποσό των 21.000 ευρώ. Η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω ένδικη απαίτηση του ενάγοντος έχει αποσβεστεί με την από 12.1.2007 εξώδικη δήλωσή της περί συμψηφισμού της παραπάνω αξίωσής της προς την προαναφερθείσα αξίωση του ενάγοντος, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 29.1.2007 με την υπ' αριθμ. 6566/29.1.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Λ.. Όπως πράγματι συνάγεται από το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης δήλωσης, η εναγομένη συμψήφισε την ανταπαίτησή της από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας (ύψους κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου 21.000 ευρώ) με την ανταπαίτηση του ενάγοντος από την εκτέλεση του έργου (ύψους κατά την κρίση του Δικαστηρίου 22.625,38 ευρώ) και ως εκ τούτου επήλθε μερική απόσβεση (ισόποση) της αμοιβής του τελευταίου από το χρόνο που συνυπήρξαν ήταν δε ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, ούσης εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ενστάσεως απόσβεσης με τον παραπάνω τρόπο και κατά το πιο πάνω ποσό.
Κατά συνέπεια, το υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των (22.625,38 - 21.000=) 1.625,38 ευρώ, όπως βάσιμα δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση και συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως αόριστο το κονδύλιο των πρόσθετων εργασιών, και στη συνέχεια, αφού απέρριψε αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, επικύρωσε κατά τα λοιπά την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση εξώδικου συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης του αναιρεσείοντος, ποσού 22.625,38 ευρώ, με δική της ανταπαίτηση, ύψους 21.000 ευρώ από την κατάπτωση συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας λόγω υπερημερίας του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτού και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, νομιμοτόκως, το ποσό των 1.625,38 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθό μέρος απέρριψε την αγωγή ως προς το επί μέρους κονδύλιο των πρόσθετων εργασιών, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία και θεμελιώνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά την αιτούμενη μερικότερη αμοιβή του, ποσού 9.260 ευρώ, για πρόσθετες εργασίες, με τις υποστηρίζουσες την ως άνω κρίση παραδοχές, ότι οι εργασίες αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία των διαδίκων ούτε και αποδείχθηκε άλλη σύμβαση μεταξύ τους, με την οποία να συμφωνήθηκαν αυτές εκ των υστέρων, διαλαμβάνοντας και την επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω χρηματική αξίωση του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στον όρο 11 της αρχικής σύμβασης έργου, που προέβλεπε αμοιβή αυτού σε περίπτωση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης, ότι δεν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση από τον αναιρεσείοντα των ένδικων πρόσθετων εργασιών και η παραλαβή αυτών από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν του άνω αγωγικού κονδυλίου, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος ο αναιρεσείων επικαλείται προς θεμελίωσή του, ότι οι πιο πάνω αναφερθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, έρχονται σε ευθεία αντίφαση με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη κατά το συγκεκριμένο κονδύλιο, είναι απαράδεκτος, διότι η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υφίσταται μεταξύ πραγματικών παραδοχών κρίσιμων για τη συγκρότηση του αποδεικτικού πορίσματος, που βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική ή νομική ανακολουθία και, συνεπώς, η κρίση περί του ορισμένου ή της αοριστίας αγωγής δεν συνιστά τέτοια πραγματική παραδοχή.
Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου ούτε τις διατάξεις των άρθρων 330, 341 παρ. 1, 342 και 343 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για την καθυστέρηση παράδοσης του έργου και, συνακόλουθα, της οφειλής εκ μέρους του της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, οι οποίες δικαιολογούσαν την κρίση του δικαστηρίου περί της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης συμψηφισμού, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση παράδοσης του έργου οφειλόταν στην καθυστέρηση εκτέλεσης άλλων εργασιών, οι οποίες προηγούνταν της εκτελέσεως των εργασιών του αναιρεσείοντος, πέραν δε τούτων, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για τη θεμελίωση του αποδεικτικού αυτού πορίσματος.
Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή: 1) Ότι ο χρόνος και η πορεία παράδοσης των ήδη κατασκευασμένων από τον ίδιο ξυλουργικών ειδών εξαρτιόταν από τις εντολές των επιβλεπόντων το έργο για λογαριασμό της ήδη αναιρεσίβλητης και την πορεία των εργασιών άλλων τεχνιτών (κτίστη, μαρμαρά), 2) ότι λόγω και της απόστασης από τον τόπο εκτέλεσης της σύμβασης, ήταν αδύνατον αυτός να ελέγχει την ακριβή πορεία των εργασιών και να αναφέρει με ακριβείς ημερομηνίες ποιο συνεργείο τελείωσε και ποιες εργασίες ακριβώς, 3) ότι μόλις έλαβε εντολή από την αντίδικό του ολοκλήρωσε τις δικές του εργασίες, 4) ότι δεν είχε κανένα λόγο να καθυστερήσει την κατασκευή-τοποθέτηση των ξυλουργικών ειδών και 5) ότι η αντίδικός του ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για υπαίτια εκ μέρους του καθυστέρηση ούτε του έστειλε σχετικό εξώδικο, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας, διότι οι ως άνω αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος συναπτόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ήταν αναγκαίες για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για το άνω κρίσιμο ζήτημα.
Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας στην καθυστέρηση παράδοσης του έργου, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2019 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 984/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ