Supreme Court dismisses appeal on seafarer's Saturday work bonus claim, ruling the bonus requires actual work, not just crew status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for a Saturday work bonus. The appellant argued that his status as a crew member entitled him to the bonus even while the vessel was docked for repairs, whereas the court held the bonus is contingent upon actual work performed on Saturdays. The court determined that mere crew status without actual Saturday labor does not satisfy the statutory conditions for the bonus payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of the Collective Agreements of 2009 and 2010; The special Saturday work bonus is payable only if the seafarer actually performs work on Saturdays, and entitlement does not arise solely from maintaining crew status during periods of vessel inactivity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 350/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι. , κατοίκου ... Ερμιόνης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΙΓΟΥΕΪΣ "HELLENIC SEAWAYS CARGO Ν.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Σιούφα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 262/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 164/2018 μη οριστική και 4681/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-09-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 10-09-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 604/11-9-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 4681/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 08-07-2015 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος κατά της υπ' αριθμ. 262/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο αξιώσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση ναυτικής εργασίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ’ αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 3276/1944, ο οποίος εκδόθηκε στη Μέση Ανατολή και αναδημοσιεύθηκε, κατά το άρθρο 8 της υπό τον αριθμό 21/1945 Συντακτικής Πράξεως, στο υπό τον αριθμό 172/6-7-1943 φύλλο του τεύχους Α' της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι:
«Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινόμενων ελευθέρως υπό του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών, καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολεμικά επιδόματα, την αποταμίευσιν, ως και τας πάσης φύσεως προσθέτους εκ της συμβάσεως ναυτολογίας αμοιβάς, ων ο εργάτης θαλάσσης θα δικαιούται αναλόγως προς τον βαθμόν, την ειδικότητα και την κατηγορίαν εις την οποίαν το πλοίον ανήκει».
Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου Α.Ν. ορίζεται ότι: "Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφ' όσον ήθελον κυρωθή δι' αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν υφιστάμενας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις, ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων».
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι:
1) ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας εξουσιοδοτήθηκε, όπως με απόφασή του, η οποία έχει χαρακτήρα κανονιστικής διοικητικής πράξεως και χρήζει, για το λόγο αυτό, δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επεκτείνει την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, και σε μέλη οργανώσεων, οι οποίες δεν έχουν συμβληθεί ή και σε άλλα πρόσωπα, δηλαδή σε τρίτους,
2) η ισχύς της συλλογικής συμβάσεως, που κυρώθηκε, για να δεσμεύονται οι τρίτοι, αρχίζει γι' αυτούς από της κυρώσεως, έστω και αν η επικυρούμενη συλλογική σύμβαση καθορίζει χρόνο ενάρξεως της ισχύος της προγενέστερο, γιατί η κανονιστική διοικητική πράξη ορίζει για το μέλλον, εκτός αν υπάρχει νομοθετική για το λόγο αυτό εξουσιοδότηση.
Από την προπαρατεθείσα όμως διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, που ορίζει ότι οι κυρούμενες συλλογικές συμβάσεις δεσμεύουν τους τρίτους «κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν», δεν συνάγεται ότι παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων, αλλά προσδιορίζεται, με αυτή, η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι λήξεως της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως• και
3) οι επεκτεινόμενες συλλογικές συμβάσεις καταλαμβάνουν και αποτελούν περιεχόμενο εκείνων των ατομικών συμβάσεων, που υφίσταντο και δεν είχαν λυθεί κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους (ΑΠ 1905/1987, ΑΠ 1267/1987).
Επιπλέον, με τη διάταξη του άρθρου 2 (Επιδόματα) εδαφ. Β', αριθμ. 1 (Ειδικά Επιδόματα-) Επίδομα του Α' μηχανικού), των από 04-11-2009 και 08-11-2010 Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4.500 TDW και άνω, που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο των ως άνω άρθρων 1 παρ.1 και 5 του Α.Ν. 3276/1944 "Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη ναυτική εργασία" (ΦΕΚ Α' 24) και κυρώθηκαν αντίστοιχα με τις υπ' αριθμό 3525.2/01/2009 (ΦΕΚ Β'2395/01-12-2009) και 3525.1.7/01/2011 (ΦΕΚ Β'1187/9.6.2011) αποφάσεις του τότε Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, η ισχύς των οποίων όπως ρητά ορίστηκε με τις ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις, άρχισε, από 1-1-2009 και 1-1-2010 αντίστοιχα και έληξε στις 31-12-2009 και 31-12-2010 αντίστοιχα, ορίζεται ότι στον Α' Μηχανικό καταβάλλεται ως επίδομα:
α) πρόσθετη αμοιβή 4,33 ημερομισθίων το μήνα για την πρόσθετη εργασία του κατά τα Σάββατα και β) αμοιβή κάθε μήνα ίση με ένα ημερομίσθιο για τις αργίες τόσο κατά τη διάρκεια που το πλοίο ταξιδεύει, όσο και κατά τη διάρκεια παραμονής στο λιμάνι, του ημερομίσθιου οριζόμενου εν προκειμένω στο 1/25 του βασικού μισθού.
Επίσης, με τη διάταξη του ίδιου άρθρου εδαφ. Α' (Γενικά Επιδόματα στα μέλη του πληρώματος), ορίζεται ότι στα μέλη του πληρώματος που οι όροι αμοιβής τους ρυθμίζονται από τη σύμβαση αυτή, καταβάλλεται επίδομα για όλες τις Κυριακές που το πλοίο ταξιδεύει ή παραμένει σε λιμάνι, ανερχόμενο σε ποσοστό 22% επί των βασικών μισθών.
Το επίδομα αυτό χορηγείται σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του πληρώματος, ανεξάρτητα από το αν προσφέρεται εκ μέρους τους ή όχι κάποια υπηρεσία. Από τη γραμματική ερμηνεία της πρώτης ως άνω διάταξης, που αφορά την καταβολή πρόσθετης αμοιβής στον Α' Μηχανικό, και την αντιπαραβολή της με τη δεύτερη ως άνω διάταξη του ίδιου άρθρου (Γενικά Επιδόματα στα μέλη του πληρώματος), συνάγεται ότι το ανωτέρω ειδικό επίδομα Α' μηχανικού καταβάλλεται μόνον εφόσον ο τελευταίος πράγματι εργάζεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες στο πλοίο, είτε αυτό ταξιδεύει, είτε παραμένει στο λιμάνι.
Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Α' Μηχανικός, ως προϊστάμενος του μηχανοστασίου του πλοίου, είναι υπεύθυνος για όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τη λειτουργία της μηχανής και θεωρείται ισόβαθμος του πλοιάρχου, καθόσον ακριβώς λόγω της θέσης αυξημένης ευθύνης που κατέχει και του εξ' αυτής μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος ημερήσιας απασχόλησης δικαιολογούνται οι καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές του.
[2] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της από 08-07-2015 εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος κατά της υπ' αριθμ. 262/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-12-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο αξιώσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση ναυτικής εργασίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:
Ότι δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον Πειραιά, στις 14-04-2009, ο ενάγων, έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, ναυτολογήθηκε αυθημερόν από τον πλοίαρχο, σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54 ΚΙΝΔ, με την ειδικότητα του μηχανικού Α', στο υπό ελληνική σημαία φορτηγό οχηματαγωγό πλοίο "... ", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ... , κ.ο.χ. ... , πλοιοκτησίας της εναγομένης, αντί των προβλεπομένων από την οικεία και εκάστοτε ισχύουσα, κατά το χρόνο της υπηρεσίας του, Σ.Σ.Ν.Ε. και απασχολήθηκε, με την ως άνω ειδικότητα, έως και την 01-06-2010, οπότε απολύθηκε λόγω αντικαταστάσεως ναυτολογίου.
Ότι εν τω μεταξύ και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του έτους 2010 το πλοίο μετονομάστηκε σε "... " και την 01-05-2010 μεταβλήθηκε σε επιβατηγό οχηματαγωγό.
Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 14-04-2009 έως 01-06-2010, εφαρμόζονται, για μεν το χρονικό διάστημα 01-01-2010 έως και 30-04-2010, που το πλοίο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ήταν φορτηγό, η από 8-11-2010 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4.500 TDW και άνω έτους 2010, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3525-1-2/01/2011(ΦΕΚ Β'123/9-2-2011) απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, για δε το χρονικό διάστημα μετά τη μετατροπή του πλοίου σε επιβατηγό, η από 31-3-2011 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2010, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3525-1-5-1/01/2011 (ΦΕΚ Β' 760/6-5-2011) απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας.
Ότι οι ρυθμίσεις των ως άνω ΣΣΝΕ, ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής, καταλαμβάνουν και τους διαδίκους και μάλιστα και οι περί αναδρομικής ισχύος όροι, καθόσον οι διάδικοι ήταν μέλη των οργανώσεων που είχαν συμβληθεί, για τη σύναψη των πιο πάνω ΣΣΝΕ, όπως προκύπτει από τις κρατήσεις υπέρ ΠΝΟ, που γίνονταν από το μισθό του ενάγοντος και επομένως, δεσμεύονται από αυτές και προ της ενάρξεως ισχύος των ως άνω υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες επεκτάθηκε η ισχύς τους.
Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος με την έφεσή του ότι είχε συμφωνηθεί ειδικά η εφαρμογή της ΣΣΝΕ που ίσχυε για τα Πληρώματα Φορτηγών Πλοίων χωρητικότητας από 4-500 τόνους DW και πάνω και για το χρονικό διάστημα Μαΐου -Ιουνίου 2010, δεν αποδείχθηκε, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι η αμοιβή του καθορίσθηκε μέχρι και τον Απρίλιο 2010 βάσει της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ που αφορούσε στα Πληρώματα Φορτηγών Πλοίων της ανωτέρω χωρητικότητας, από τον Μάιο δε μέχρι και την 01-06-2010 βάσει της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2010.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων δικαιούταν με βάση τις προαναφερόμενες ΣΣΝΕ, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, για διαφορές μισθών, αποδοχές αδείας και πρόσθετη εργασία κατά τα Σάββατα, ενώ όσον αφορά το αιτούμενο ειδικό επίδομα πρόσθετης αμοιβής Α' Μηχανικού κατά τα Σάββατα, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 12-08-2009 έως και 01-06-2010, που το πλοίο βρισκόταν στον Νέο Μώλο Δραπετσώνας για επισκευές, έκρινε ότι ο ενάγων, ουδέποτε εργάστηκε κατά το διάστημα αυτό κατά τα Σάββατα και τις αργίες και ότι στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε και από το ημερολόγιο Γέφυρας του πλοίου, που η εναγομένη προσκόμισε μετ' επικλήσεως, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αποδεικτικά μέσα που δεν αντικρούονται από κανένα αποδεικτικό μέσο του ενάγοντος.
Ότι, επειδή το ειδικό επίδομα πρόσθετης αμοιβής Α' μηχανικού κατά τα Σάββατα και τις αργίες δεν έχει τον χαρακτήρα πάγιας αμοιβής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων και ότι ο τελευταίος δεν απέδειξε ότι παρείχε πρόσθετη εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες του χρονικού διαστήματος από 12-08-2009 έως και 01-06-2010, μη αρκούντος για την καταβολή του εν λόγω ειδικού επιδόματος του γεγονότος ότι εξακολουθούσε να είναι ναυτολογημένος, ο ενάγων δεν δικαιούται το επίδομα αυτό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου το άρθρο 2 (Επιδόματα) των ως άνω από 04-11-2009 και 08-11-2010 Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4.500 TDW και άνω, που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο των ως άνω άρθρων 1 παρ.1 και 5 του Α.Ν. 3276/1944 "Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη ναυτική εργασία" (ΦΕΚ Α' 24) και κυρώθηκαν αντίστοιχα με τις ως άνω αποφάσεις του τότε Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, οι ρυθμίσεις των οποίων, ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής, καταλαμβάνουν και τους διαδίκους και μάλιστα και οι περί αναδρομικής ισχύος όροι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, καθόσον οι διάδικοι ήταν μέλη των οργανώσεων που είχαν συμβληθεί για τη σύναψή τους και οι οποίες ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο ο ενάγων -αναιρεσείων αιτείται το προαναφερόμενο επίδομα πρόσθετης εργασίας κατά τα Σάββατα (12-08-2009 έως 01-06-2010 και ειδικότερα, η πρώτη από αυτές από 12-08-2009 μέχρι 31-12-2009 και η δεύτερη από 01-01-2020 μέχρι 30-04-2010), καθόσον όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το ανωτέρω ειδικό επίδομα δεν έχει το χαρακτήρα της πάγιας αμοιβής, αλλά καταβάλλεται μόνον εφόσον ο Α' μηχανικός πράγματι παρέχει εργασία κατά τα Σάββατα στο πλοίο, είτε αυτό ταξιδεύει, είτε παραμένει στο λιμάνι.
Το γεγονός ότι ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να είναι ναυτολογημένος για όλο το χρονικό διάστημα που το πλοίο παρέμενε στο Μώλο Δραπετσώνας προς επισκευή, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την καταβολή σ' αυτόν του εν λόγω ειδικού επιδόματος, αφού απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα.
Κατόπιν αυτών ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Β1 των εφαρμοζομένων ΣΣΕ των ετών 2009 και 2010 για τα πληρώματα των ποντοπόρων φορτηγών πλοίων χωρητικότητας πάνω από 4.500 τόνους DW, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-09-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4681/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ