Legislator Case Law & Legislation
350/2020 AI generated

350/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 350/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2659/2013 μη οριστική και 1599/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2018 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

350/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
promotion of home ownership action for exclusion from co-ownership property management acquisition of real property access to property liquidation of real estate
AI generated
1003/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
1889/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.
1963/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
98/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/3/2017 αίτησή της.
1429/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 350 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 350/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Άννας Πλεύρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2659/2013 μη οριστική και 1599/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2018 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2018 αίτησή της και τους από 26/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 488/2018 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την από 25-6-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά των υπ' αριθ. 2659/2013 και 1599/2015 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (μη οριστικής και οριστικής αντιστοίχως), δέχθηκε την από 16-7-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1599/2015 ως άνω οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δικάζοντας δε επί της από 10-9-2011 αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση περί τεκμαρτής συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την τελευταία να του καταβάλλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 3.176.833,70€, στο οποίο αποτιμήθηκε η συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, και επί γάμων, που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων, που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, " Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί, αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας του υποχρέου και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής του αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων, που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, όταν η αξίωση απόδοσης της συμβολής στηρίζεται στη λύση ή ακύρωση του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση, δηλαδή, της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής. Στην περίπτωση δε, που η αξίωση στηρίζεται στη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, αν ο γάμος εξακολουθεί να υφίσταται και μετά το πέρας των τριών ετών, οπότε και η άνω αγωγή δύναται να ασκηθεί μετά την τριετία, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας είναι ο χρόνος άσκησης της από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής, καθώς δεν αποκλείεται η αύξηση της περιουσίας να συνεχίζεται έως και του απώτατου κατά το νόμο χρονικού σημείου, δηλαδή τη λύση ή ακύρωση του γάμου, ενόψει και ότι για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1956/2013, ΑΠ 1420/2011, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 411/2004, ΑΠ 1653/2003, ΑΠ 406/2003, ΑΠ 94/2001).

Συνακόλουθα, στην τελευταία περίπτωση, της τριετούς διάστασης, ο χρόνος άσκησης της από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής, η οποία πρέπει να ασκείται μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση και υπό την προϋπόθεση, ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, είναι κρίσιμος για την αναγωγή της αξίας της αρχικής περιουσίας, για τον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και για τον υπολογισμό της αξίας της τελικής περιουσίας.

Περαιτέρω, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, πρέπει να έχει γίνει κατά τη διάρκεια του γάμου και μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα. Ειδικότερα, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία, όταν αυτή ερείδεται επί της τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, ενώ αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής ( ΑΠ 2120/2018, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1059/2014).

Όταν, δηλαδή, ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου, την οποία αυτός ( ενάγων) οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της περιουσιακής επαύξησης, η οποία προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή (του τεκμαρτού υπολογισμού) ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτής, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1029/2013, ΑΠ 76/1997). Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται, ότι η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Η αδυναμία συμβολής μπορεί να είναι αντικειμενική, όπως εξαιτίας της διάστασης μεταξύ των συζύγων ή και υποκειμενική, όπως πλήρης αδιαφορία αυτού για τις οικογενειακές ανάγκες. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το ένα τρίτο ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 546/09, ΑΠ 1223/2007).

Ομοίως η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, όπως η ύπαρξη χρεών ή δανείων ανεξόφλητων κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, που διαφοροποιούν απομειωτικά την καθαρή αξία αυτής, αποτελεί βάση καταλυτικής ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο ( ΑΠ 193/2010).

Τέλος, στην περίπτωση που ο ένας σύζυγος έχει συμβάλλει στην απόκτηση από τον άλλο σύζυγο της ιδιότητας του εταίρου ή μετόχου εταιρείας με νομική προσωπικότητα, ήτοι προσωπικής, ανώνυμης ή περιορισμένης ευθύνης, ενόψει ότι επί εταιρειών, που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων, απόκτημα κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ συνιστούν όχι καθ' εαυτά τα στοιχεία, που αποτελούν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική περιουσία του εταίρου ή μετόχου, από την οικονομική συμμετοχή του σ' αυτή και ειδικότερα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του.

Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί ανάλογο ποσοστό επί της αξίας τους (ΑΠ 1926/2013, ΑΠ 486/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επιπλέον, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 1951/2013).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ( ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι σε ηλικία 35 και 21 ετών αντίστοιχα, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην Αθήνα, στις 21-4-1974, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν στις 15- 3-1975, 11-2-1977 και 5-5-1984 αντίστοιχα, τρία (3) ήδη ενήλικα τέκνα και συγκεκριμένα, τον Π., Π.

και Ν. Μ.. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την 565/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 27-12-2010... Ο ενάγων, πριν το γάμο του εργαζόταν στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, επί της οδού ... στην Αθήνα, το οποίο ανήκε σε ομόρρυθμη εταιρεία, στην οποία συμμετείχε πέραν του ιδίου, ο πατέρας και ο αδελφός του Ν., ενώ η εναγομένη, η οποία κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων δεν είχε περιουσία, εργαζόταν ως πωλήτρια βιβλίων (πλασιέ) στην επιχείρηση του (μετέπειτα κουμπάρου και συνεταίρου των διαδίκων) Α.

Σ., ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα ναυτιλιακών σε ιδιωτική σχολή. Μετά το γάμο τους, ο ενάγων, άρχισε, παράλληλα με την πρωινή εργασία του στο συνεργείο αυτοκινήτων, να εργάζεται και ο ίδιος ως πλασιέ βιβλίων τα απογεύματα, μαζί με τη σύζυγο του, εν τέλει δε εγκατέλειψε την αρχική του εργασία, προκειμένου να απασχοληθεί αποκλειστικά με την πώληση βιβλίων, καθώς η εν λόγω απασχόληση ήταν ιδιαίτερα επικερδής, δεδομένου ότι η αμοιβή τους υπολογιζόταν σε ποσοστά επί των πωλήσεων.

Οι διάδικοι αρχικά εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα επί της οδού ... στην περιοχή της ..., μέχρι το έτος 1976, οπότε μετακόμισαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, επιφανείας 75,50 τ.μ., που βρισκόταν στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης επί της οδού ... στη ... το οποίο απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-11-1976 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα και πώλησαν στη συνέχεια, στις 31-3-1989 με το νομίμως μεταγραφέν .../31-3-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Π. Π.. Επειδή τα κέρδη των διαδίκων από την άνω δραστηριότητά τους ήσαν μεγάλα, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, ακολούθησε στις 14-12-1976 αγορά στο όνομα της εναγομένης, δυνάμει του .../14-12-1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Σ.

Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Ωρωπού, όμορων αγροτεμαχίων, συνολικής επιφανείας 641,40 τ.μ. στον ..., επί των οποίων αναγέρθηκε διώροφη οικία συνολικής επιφανείας 100 τ.μ.. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάσθηκε από την εναγομένη στον υιό των διαδίκων Π. Μ., στις 20-4-2010 με το .../20-4-2010 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Ν.

Αττικής Ε. Ε. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, με συνέπεια τούτο να μην περιλαμβάνεται στην τελική περιουσία της, κατά το χρόνο που η 565/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, κατέστη αμετάκλητη... Ακολούθησε αλματώδης και διαρκώς επεκτεινόμενη κοινή κερδοφόρα επιχειρηματική πορεία των διαδίκων, καταδεικνυόμενη τόσο από την κατωτέρω, συνεχή, κατά σειρά, αγορά ακινήτων μέσα σε λίγα χρόνια από χρηματικά ποσά, που από κοινού εσόδευαν από την εργασία τους, όσο και από τη δημιουργία νέων κερδοφόρων επιχειρήσεων.

Έτσι, αφού προηγουμένως αγοράσθηκε στο όνομα της εναγομένης με το νομίμως μεταγραφέν .../20-5-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών το υπό στοιχ. Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, κειμένης επί της οδού ... στη Ν. Φιλαδέλφεια Ν. Αττικής, επιφανείας 80 τ.μ, το οποίο πωλήθηκε αργότερα, στις 26-4-1994, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../26-4-1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Μ.

Κ., οι διάδικοι απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος στις 18-6-1991, με το υπ' αριθμ. ...1981 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με χρήματα και των δύο που είχαν αποταμιεύσει από την έως τότε εργασία τους, την υπό στοιχ. Υ-2 αποθήκη, επιφανείας 70 τ.μ. η οποία βρίσκεται στο υπόγειο της ως άνω πολυκατοικίας, στην οποία λειτούργησαν βιβλιοπωλείο, παράλληλα με τις πωλήσεις βιβλίων ως πλασιέ, έχοντας εν τω μεταξύ διευρύνει το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους και με τις πωλήσεις ειδών οικιακής χρήσεως, μέσω και των επιδείξεων αυτών, με πρωτοβουλία της ενάγουσας, σε συγκεκριμένους υψηλής αγοραστικής δυνάμεως κύκλους.

Το έτος 1984 ίδρυσαν την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." με αντικείμενο την εμπορία ειδών οικιακής χρήσεως, μαζί με τον ανωτέρω Α. Σ., στις κερδοζημίες της οποίας ο ενάγων συμμετείχε με ποσοστό 30%, η εναγομένη με ποσοστό 20%, ο Α. Σ. με ποσοστό 35% και ο αδελφός του τελευταίου Κ.

Σ. με ποσοστό 15%, από την οποία όμως αποχώρησαν το έτος 1986, συνταχθέντος προς τούτο του από 12-6-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της άνω εταιρείας, δημιουργώντας δική τους ατομική επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο και επί πλέον με την εμπορία ειδών δώρων σε μισθωμένο κατάστημα στο Χαλάνδρι, την οποία το έτος 1989 μετέφεραν σε μισθωμένο κατάστημα στην Ν.

Ερυθραία Αττικής, επί της οδού ..., όπου έκτοτε και εξακολουθεί να λειτουργεί με την επωνυμία ..., μέχρι σήμερα. Έως τότε, δηλαδή, η επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων εξαντλείτο στην εμπορία των άνω ειδών, ήτοι στις πωλήσεις αυτών μέσω επιδείξεων ή του άνω καταστήματος, στις εισπράξεις των αντιστοίχων τιμημάτων και τις παραδόσεις των πωληθέντων πραγμάτων, που εκτελούντο από κοινού και από τους δύο τότε συζύγους, εφόσον δεν αποδείχθηκε η πρόσληψη προσωπικού.

Σημειώνεται, ότι το ίδιο έτος και ειδικότερα στις 30-1-1986 οι διάδικοι δυνάμει του .../20-1-1986 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Έ. Δ.-Θ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας τις υπό στοιχ. Υ-5 και Υ-6 αποθήκες του υπογείου ορόφου, επιφανείας εκάστης 8,40 τ.μ και το υπό στοιχ. Β-2 διαμέρισμα, επιφανείας 119,22 τ.μ.

του δευτέρου ορόφου, πολυκατοικίας, κειμένης επί της ... στη θέση ... του δήμου Αμαρουσίου Ν. Αττικής, τη συγκυριότητα των οποίων οι διάδικοι εξακολουθούσαν να έχουν και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου τους, χωρίς όμως ο ενάγων να αξιώνει επ' αυτών συμβολή στο αντίστοιχο ποσοστό κυριότητας της εναγομένης.

Το έτος 1987, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-6-1987 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γ. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι διάδικοι απέκτησαν με αγορά, από κοινού με τον ανωτέρω Α. Σ. και με χρήματα, που είχαν αποταμιεύσει από την ως άνω κοινή επαγγελματική τους δραστηριότητα, τη συγκυριότητα, κατά 45% η εναγομένη, κατά 20% ο ενάγων και κατά 35% ο Α.

Σ., ενός οικοπέδου εκτάσεως 4.740 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου Κέρκυρας, σε απόσταση 450 περίπου μέτρων από τη θάλασσα και 300 μέτρων από το κέντρο της ομώνυμης περιοχής, αξίας τουλάχιστον 9.480.000 δραχμών, σύμφωνα με τη σχετική εκτίμηση της αρμόδιας φορολογικής αρχής. Εν συνεχεία, το έτος 1988 με χρήματα από την ίδια πηγή (ήτοι με χρήματα που είχαν αποκτήσει από την κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα) η εναγομένη αγόρασε από τον Α.

Σ. το ως άνω ποσοστό του στο εν λόγω οικόπεδο με το υπ' αριθμ. ...-5-1988 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Δ., που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 80% η εναγομένη και 20% ο ενάγων. Το έτος 1989, κατά το οποίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι διάδικοι μετέφεραν την επιχείρηση τους στο κατάστημα της Ν.

Ερυθραίας Ν. Αττικής, αποφάσισαν να ανεγείρουν, με τη νομική μορφή της κοινωνίας ξενοδοχειακή μονάδα στο άνω οικόπεδο. Έτσι επί του ως άνω οικοπέδου, το οποίο κατέτμησαν σε τέσσερα οικόπεδα επιφανείας 1.048,15, 1.479,49, 1.123,778 και 1.033,972 τ.μ. αντίστοιχα, ανήγειραν σταδιακά από το ίδιο έτος έως το έτος 1991, κατόπιν εκδόσεως των 72, 806/1989, 60, 275, 755/1990 και 1094/1991 οικοδομικών αδειών της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής τέσσερα διώροφα κτίρια με υπόγειο (ένα σε κάθε οικόπεδο), ένα ισόγειο κτίριο επιφανείας 100,00 τ.μ., που χρησιμοποιείται ως αίθουσα καθήμενων πελατών, παρασκευαστήριο (κουζίνα) και μπαρ και μία πισίνα, τα οποία άρχισαν να λειτουργούν από 16-1-1991, ως ξενοδοχειακή μονάδα, δυναμικότητας 68 κλινών, με την επίβλεψη της λειτουργίας και ουσιαστική διοίκηση του ενάγοντος.

Ειδικότερα, από το έτος 1989 ο τελευταίος, αφού εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα αρχικά επιμελήθηκε των διαφόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών για την έκδοση των άνω οικοδομικών αδειών και ακολούθως επέβλεψε την ανέγερση των άνω κτιρίων την τεχνική εταιρία, στην οποία ανατέθηκε το σχετικό έργο, εποπτεύοντας τα συνεργεία των υπεργολάβων, που εργάζονταν για τον εν λόγω σκοπό, αλλά και τη διαμόρφωση του συνόλου του ακάλυπτου χώρου, ο οποίος σύμφωνα με την 94/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καλύπτεται στο σύνολο του από δένδρα, γκαζόν, πέτρινους αναλημματικούς τοίχους, πλακοστρώσεις και επιφάνειες από γαρμπίλι στην περιοχή του πάρκινγκ.

Ο ενάγων, ο οποίος παρέμενε κατά τη διάρκεια όλης της σεζόν λειτουργίας του ξενοδοχείου (Μάρτιος - Οκτώβριος) στην Κέρκυρα και επέστρεφε στην Αθήνα μόνο για τους χειμερινούς μήνες, που αυτό δεν λειτουργούσε, απασχολήθηκε συνεχώς με τη λειτουργία του τελευταίου, έχοντας αναλάβει ουσιαστικά τη διεύθυνση του - χωρίς τούτο να αναιρείται από την κατά καιρούς πρόσληψη άλλου προσώπου στη θέση του διευθυντή, αφού αυτή απαιτούσε και τυπικά προσόντα, που δεν είχε ο ενάγων - την κατάρτιση συμφωνιών με τουριστικούς πράκτορες για την εκμίσθωση δωματίων του ξενοδοχείου,...με την τακτοποίηση κάθε φύσεως ζητημάτων, που αφορούσαν τις σχέσεις του άνω ξενοδοχείου με τράπεζες, υπηρεσίες, προμηθευτές και προσωπικό, και γενικά με την επίβλεψη και εποπτεία της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας του μέχρι το έτος 2002, οπότε τη διεύθυνση του εν λόγω ξενοδοχείου ανέλαβε από την, κατά τα κατωτέρω, ιδρυθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Ξενοδοχειακή και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία" ο μεγαλύτερος υιός των διαδίκων Π.. Το έτος 1993 η ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-11- 1993 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Μ. - Κ. απέκτησε ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας της υπό στοιχεία Α1-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας-καταστήματος ισογείου ορόφου του κτιρίου Α που βρίσκεται στην ...

και επί της συμβολής των οδών ... επιφάνειας 38 τ.μ., στο οποίο εν συνεχεία κατασκεύασε πατάρι μεταλλικό 32 τμ και της υπό στοιχεία ΑΥΑ-1 αποθήκης του υπογείου επιφάνειας 42 τ.μ., η οποία διαθέτει W.C. και επικοινωνεί με εσωτερική κλίμακα με το εν λόγω κατάστημα του ισογείου, αντί αναγραφομένου στο άνω συμβόλαιο τιμήματος, ύψους 35.421.824 δραχμών.

Το έτερο ποσοστό 10% αγοράστηκε στο όνομα του τότε ανήλικου υιού των διαδίκων Ν. Μ.. Η αγορά αυτή όμως δεν αποδείχθηκε ότι έγινε αποκλειστικά με χρήματα της εναγομένης, αλλά με κοινά χρήματα των διαδίκων, που είχαν αποκτηθεί από την επικερδή λειτουργία του άνω ξενοδοχείου επί τρεις σεζόν και χρήματα, που είχαν αποταμιευθεί από τους ίδιους από την κοινή εμπορική τους δραστηριότητα, κατά τα προηγούμενα έτη.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η εν λόγω αγορά έγινε αποκλειστικά με χρήματα που απέφερε η λειτουργία της επιχειρήσεως "..., που λειτούργησε μετά το έτος 1989...Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα οι διάδικοι προέβησαν, δυνάμει του .../22-11-1993 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Ε.

Κ. στην αγορά| διώροφης μονοκατοικίας με υπόγειο, συνολικής επιφάνειας 318 τ.μ. επί της συμβολής των οδών ..., στη περιοχή της ..., με ισόποσα ποσοστά συγκυριότητας (45% - 45%) - η οποία πωλήθηκε στη συνέχεια κατά το έτος 2004 - όπως άλλωστε έκαναν και με τα περισσότερα έως τότε αγορασθέντα από αυτούς ακίνητα, με συνέπεια, παρά την εμφαινομένη αγορά του άνω καταστήματος στο όνομα της εναγομένης να μην δικαιολογείται και εξ αυτού του λόγου η αιφνίδια αλλαγή της μέχρι τότε ακολουθούμενης πρακτικής και η απόκτηση του άνω καταστήματος με χρήματα αποκλειστικά της εναγομένης.

Τα ανωτέρω δε ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία δεν επικαλείται ούτε άλλωστε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να αποδεικνύεται εκταμίευση από αυτήν του ποσού, που καταβλήθηκε για το τίμημα από κάποια ατομική πηγή (ατομικό τραπεζικό λογαριασμό κ.λ.π.) σε κοντινό με την άνω αγοραπωλησία χρονικό σημείο, αρκούμενη στον αόριστο και σε κάθε περίπτωση μη αποδεικνυόμενο ισχυρισμό, ότι τμήμα του ανωτέρω τιμήματος κατέβαλε από την εκποίηση αντί 6.000.000 δραχμών το έτος 1989, ήτοι προ τετραετίας από την ένδικη αγορά, του προαναφερθέντος διαμερίσματος στη Ν.

Φιλαδέλφεια. Το εν λόγω ακίνητο, του οποίου η αντικειμενική αξία κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, αλλά και κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής ανερχόταν σε 328.209,84 Ευρώ, βρίσκεται σε έναν από τους πλέον εμπορικούς και πολυσύχναστους δρόμους της ..., εντός του εμπορικού κέντρου της άνω πόλης, είναι δε μισθωμένο στην εταιρεία "...

ΑΕ" αντί 6.800,00 Ευρώ μηνιαίως. Λαμβανομένων υπόψη της θέσεως του εν λόγω ακινήτου, της παλαιότητάς του, της επιφανείας του, των επικρατουσών στην άνω περιοχή συνθηκών προσφοράς και ζήτησης για την αγορά παρόμοιων ακινήτων, σε συνδυασμό με την περιορισμένη πτώση της τιμής των ακινήτων, που παρατηρείται στην κτηματαγορά για ακίνητα, που βρίσκονται στα βόρεια προάστια της Αθήνας, όπως το επίδικο, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής, μετά από συνεκτίμηση της 94/2014 διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης αλλά και των σχετικών παρατηρήσεων των ιδιωτικών εκτιμήσεων που προσκομίζονται εκατέρωθεν από τους διαδίκους, η εμπορική (αγοραία) αξία του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων ανέρχονταν στο ποσόν των 800.000,00 Ευρώ, χωρίς να υπάρχει διαφοροποίησή της, ενόψει της μικρής χρονικής αποστάσεως, έως το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, με συνέπεια η αξία του αντίστοιχου ποσοστού συγκυριότητάς της επ' αυτού να προσδιορίζεται στο ποσόν των 720.000,00 Ευρώ (800.000 Χ 90%).

Το έτος 1989, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η επιχείρηση εμπορίας ειδών οικιακής χρήσεως και ειδών δώρων των διαδίκων μετεγκαταστάθηκε στο προαναφερθέν κατάστημα επί της οδού ... στη ..., σε μισθωμένο από την εναγομένη ισόγειο κατάστημα. Η επιχείρηση αυτή αποτελούσε συνέχεια της ίδιας επιχειρήσεως, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν δημιουργήσει από κοινού, ήτοι με κοινά χρήματα και εργασία, οι διάδικοι, με τελευταία έδρα της, έως την εν λόγω μετεγκατάσταση, το ....

Συνεπώς, η εγκατάσταση της ίδιας επιχειρήσεως, ήτοι η αρχική μίσθωση του άνω καταστήματος, το στήσιμο της στο νέο κατάστημα, και η προμήθεια τουλάχιστον των πρώτων εμπορευμάτων της - όσων δεν μεταφέρθηκαν από την προηγούμενη έδρα της - έγιναν με χρήματα που είχαν αποκτηθεί από την προγενέστερη κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων.

Η εναγομένη δεν απέδειξε ότι κατά το αρχικό τουλάχιστον στάδιο της νέας εγκαταστάσεως και λειτουργίας στη νέα έδρα της, η εν λόγω επιχείρηση χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από την ίδια, χωρίς ουδεμία συμμετοχή του ενάγοντος, μέσω των προγενέστερων κοινών εισοδημάτων τους από την έως τότε κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τους χρόνους παραμονής του στην Αθήνα, μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου κάθε έτους από το 1989 έως το 2003, οπότε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων ουσιαστικά διασπάσθηκε, απέφευγε να παρέχει τις υπηρεσίες του, έστω και περιστασιακά, στο πιο πάνω κατάστημα, στο οποίο σημειωτέον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απασχόλησε ποτέ προσωπικό - ούτε άλλωστε η τελευταία επικαλέσθηκε κάτι τέτοιο.

Η επιχείρηση αυτή, τη διεύθυνση της οποίας ανέλαβε εξ αρχής η εναγομένη, βρίσκεται στο κέντρο της Νέας Ερυθραίας με πρόσοψη επί της κεντρικής λεωφόρου της περιοχής (...) έχει από εικοσαετίας περίπου, αξιόλογο πελατολόγιο από άτομα μεσαίου και υψηλού εισοδήματος, καθόσον τα εμπορεύματά της (είδη πολυτελείας και διακοσμήσεως, κρύσταλλα σερβίτσια, πορσελάνες, πίνακες κ.λ.π.) είναι ακριβά και επώνυμων σχεδιαστών.

Παρά την εμφανιζόμενη συσσώρευση ζημιών στις οικονομικές χρήσεις των ετών 2006 έως 2012, που παρατηρείται από τον άνω πραγματογνώμονα, ο οποίος σημειώνει την ύπαρξη μικρών αποθεμάτων στο κατάστημα της εναγομένης, με συνέπεια να καταλήγει στο πόρισμα, ότι η εν λόγω επιχείρηση έχει μηδενική αξία, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, του γεγονότος ότι η εναγομένη, έμπειρη και δραστήρια επιχειρηματίας δεν θα διατηρούσε μία επιχείρηση, η οποία παρουσιάζει ζημιές από το έτος μάλιστα 2003 - όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ίδια εκκαθαριστικά της αρμόδιας φορολογικής αρχής των οικονομικών ετών 2004 έως και 2008, ήτοι σε χρόνους που η γνωστή οικονομική κρίση δεν είχε πλήξει ακόμη τα εμπορικά καταστήματα, καταβάλλοντας μάλιστα μίσθωμα που κατά το τελευταίο εκ των άνω οικονομικών ετών υπερέβαινε μηνιαίως το ποσόν των 3.500,00 Ευρώ...και ανεξαρτήτως του ότι και η ίδια επικαλείται τη συμβολή των εσόδων εκ της εν λόγω επιχειρήσεώς της για να δικαιολογήσει την απόκτηση των περιουσιακών της στοιχείων επί των οποίων αξιώνει συμβολή ο ενάγων, το Δικαστήριο οδηγείται, μετά από συνεκτίμηση της καταθέσεως κυρίως της μάρτυρος της αποδείξεως, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην κρίση ότι η αγοραία αξία της επιχειρήσεως της εναγομένης, αποτελούμενη όχι μόνον από την αξία των εμπορευμάτων της, αλλά και από την άυλη αξία αυτής (τη φήμη της από την εικοσαετή λειτουργία της κ.λ.π), κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως της αγωγής, αλλά και της ασκήσεως της ένδικης αγωγής δεν ήταν κατώτερη των 500.000,00 Ευρώ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τα πρώτα έτη λειτουργίας της άνω ατομικής επιχειρήσεως της εναγομένης, η τελευταία, η οποία είχε πλέον αναλάβει τη διαχείριση των κοινών οικονομικών εσόδων των διαδίκων από την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, έχοντας κυριαρχικό ρόλο στον τομέα του σχεδιασμού, της λήψεως αποφάσεων και χαράξεως επενδυτικής στρατηγικής έναντι του ενάγοντος, ο οποίος ασχολείτο κυρίως με την εκτέλεση των επενδυτικών σχεδίων, επέλεξε να επεκτείνει τις ατομικές επενδύσεις της από τα κέρδη της άνω επιχειρήσεως, η οποία είχε πλέον σταδιακά αυτονομηθεί σε ατομική της επιχείρηση, συνεπεία της αποκλειστικής λειτουργίας της από την εναγομένη έναντι του ενάγοντος και της μη συμμετοχής του ενάγοντος σ' αυτήν, τουλάχιστον επί οκτώ μήνες το χρόνο -λόγω της αποκλειστικής απασχολήσεώς του στην τουριστική επιχείρησή τους στην Κέρκυρα κατά το άνω χρονικό διάστημα - στον τομέα της εμπορίας των ειδών οικιακής χρήσεως και της επενδύσεως σε ακίνητα που βρίσκονταν στον τόπο της καταγωγής της.

Έτσι, αφού προηγουμένως αγόρασε στις 25-6-1995 ένα διαμέρισμα επί της οδού ... στην Άρτα και ένα με κλειστό χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων στην ίδια οικοδομή, τα οποία πώλησε το έτος 2004 - χωρίς επ' αυτών να αξιώνεται συμβολή του ενάγοντος - στις 3-7-2000, απέκτησε δυνάμει του .../3-7-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Άρτας Α.

Π. την κυριότητα ενός λιθόκτιστου καταστήματος παλαιάς κατασκευής, επιφανείας 75 τ.μ. με πατάρι που βρίσκεται στην πόλη της Άρτας επί της οδού ..., αντί αναγραφομένου στο άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος, ύψους 19.949.516 δραχμών, στο οποίο ίδρυσε υποκατάστημα της άνω επιχειρήσεώς της με το αυτό αντικείμενο εμπορίας με την ονομασία "...".

Το πιο πάνω ακίνητο καθώς και η επιχείρηση, που συνεστήθη εντός αυτού και λειτουργεί ως υποκατάστημα της επιχειρήσεως, που εδρεύει στη Ν. Ερυθραία, αποδείχθηκε, ότι υπήρξαν αποτέλεσμα επενδυτικής επιλογής της εναγομένης στην πόλη της καταγωγής της, με την οποία ουδεμία αντίστοιχη σύνδεση είχε ο ενάγων και χρηματοδοτήθηκαν αποκλειστικά από την τελευταία με τα κέρδη μέχρι το έτος 2001 της ως άνω επιχειρήσεώς της στην Ν.

Ερυθραία, χωρίς τη συμβολή του ενάγοντος (ο οποίος το ίδιο χρονικό διάστημα απασχολείτο στο ξενοδοχείο ... της Κέρκυρας) είτε μέσω κεφαλαίων του, είτε μέσω προσωπικών υπηρεσιών του, λαμβανομένων υπόψη, ότι η εναγομένη απασχολεί από την έναρξη της λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος υπάλληλο, και η αορίστως επικαλούμενη από τον ενάγοντα μεταφορά εμπορεύματος από την Αθήνα στην Άρτα για τις ανάγκες της λειτουργίας του εν λόγω υποκαταστήματος, λόγω της μεμονωμένης προσφοράς της εν λόγω υπηρεσίας, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως σημαντική προσωπική υπηρεσία στην ίδρυση και λειτουργία του τελευταίου.

Επίσης, μετά από πληροφόρηση φιλικών της προσώπων η εναγομένη απέκτησε με την .../5-4-2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της συμβολαιογράφου Άρτας Ε. Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Άρτας, ένα οικόπεδο εκτάσεως 706 τ.μ. μετά της επ' αυτού ερειπωμένης παλαιάς οικίας, που βρίσκεται στη θέση "...

του Δήμου Αρταίων, αντί του ποσού των 12.000.000 δραχμών, το οποίο επίσης αποδείχθηκε, ότι καταβλήθηκε αποκλειστικά από αποταμιεύσεις της εναγομένης από τα κέρδη, που παρουσίαζε από τη λειτουργία της έως το έτος 2001 η ως άνω ατομική της επιχείρηση, κρίση που ενισχύεται, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν περί της σχετικής αποφάσεώς της να επενδύσει χρήματα και στον τόπο καταγωγής της, από το γεγονός ότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν ασχολήθηκε με τον εν λόγω πλειστηριασμό και το εν λόγω ακίνητο αποκτήθηκε ατομικά από την εναγομένη και όχι μέσω της ανώνυμης εταιρίας "...

Ξενοδοχειακή και Τουριστική Ανώνυμος Εταιρεία", που εν τω μεταξύ, όπως κατωτέρω εκτίθεται, είχε ήδη δημιουργηθεί.

Συνεπώς, τα εν λόγω ακίνητα και η εντός του πρώτου εξ αυτών επιχείρηση - υποκατάστημα δεν θα συνυπολογισθούν στην τελική περιουσία της εναγομένης, που αποκτήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος, και υπήρχε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων,...Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι και ο υιός τους Π.

Μ. με το υπ' αριθμ. .../19-1-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Μ. - Κ. συνέστησαν Ανώνυμη Εταιρεία, κατά μετατροπή της κοινωνίας με την οποία λειτουργούσαν μέχρι τότε το ξενοδοχειακό συγκρότημα "..." στη θέση "..." της Κέρκυρας, με την επωνυμία "... Ξενοδοχειακή και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...

Α.Ε.", στην οποία εισέφεραν αρχικά την προαναφερθείσα ομώνυμη ξενοδοχειακή μονάδα. Με το ίδιο συμβόλαιο ορίσθηκε, ότι διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας θα είναι η εναγομένη, ότι οι άνω μέτοχοι της θα συμμετέχουν στο ύψους 454.000.000 δραχμών μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, που διαιρέθηκε σε 45.440 μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 10.000 δραχμών, με 8.925 μετοχές ο ενάγων, 36.230 μετοχές η εναγομένη και 155 μετοχές ο υιός τους Π., που αντιστοιχούσαν σε ποσοστά 19,66%, 80% και 0,34% του μετοχικού κεφαλαίου.

Οι ίδιοι μέτοχοι υπήρξαν και σύμβουλοι του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της άνω εταιρείας. Ο καθορισμός των άνω ποσοστών, που βασίσθηκε στα αντίστοιχα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων επί του ακινήτου, που εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία, υπήρξε αντικείμενο παραπόνων του ενάγοντος, όπως πειστικά κατέθεσε ως προς το σημείο αυτό η κόρη των διαδίκων Παρασκευή, η οποία είχε άμεση γνώση των σχέσεών τους, χωρίς η κατάθεση της, ως προς το σημείο αυτό, να αναιρείται από αντίθετα αποδεικτικά μέσα, στα οποία όμως δεν υπήρξε έμπρακτη συνέχεια από την πλευρά του, στάση που δικαιολογείται από το ότι η εναγομένη, νεώτερη κατά δέκα τρία έτη του 61ετούς τότε ενάγοντος, ήταν εκείνη από τους διαδίκους, που διαθέτοντας ιδιαίτερα δραστήριο επιχειρηματικό πνεύμα είχε αναλάβει τη διαχείριση των οικονομικών τους, αλλά και τον επενδυτικό σχεδιασμό των επιχειρηματικών τους επιλογών και κινήσεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όπως και οι δύο διάδικοι υποστηρίζουν με το σύνολο των ισχυρισμών τους, όποια περιουσιακά στοιχεία αποκτούσαν εκ της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους θα κατέληγαν ούτως ή άλλως στα τέκνα τους, για τη βελτίωση της ζωής των οποίων και εργάζονταν, με συνέπεια να μην συντρέχει λόγος δημιουργίας ερίδων σχετικά με το άνω ζήτημα.

Με την υπ' αριθμ. .../27-6-2001 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω εταιρεία απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου επιφανείας 1.738 τ.μ. μετά της επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής που λειτουργούσε ως ξενοδοχείο με το όνομα "..." και του υπάρχοντος εξοπλισμού του τελευταίου, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του οικισμού "Κανόνι" της πόλεως της Κέρκυρας, αντί ποσού, ύψους 192.000.500 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε μετρητοίς, χωρίς τραπεζικό δανεισμό, από τα μέχρι τότε συσσωρευθέντα κέρδη των διαδίκων κυρίως από τη λειτουργία του ξενοδοχείου ...

στη θέση ... της ν. Κέρκυρας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το μέρος του άνω ποσού καταβλήθηκε από την ίδια και ειδικότερα από ρευστοποίηση μετοχών της τράπεζας Eurobank αξίας 79.936.445 δραχμών, δεν κρίνεται πειστικός, εφόσον η τελευταία έλαβε χώρα το έτος 1999 (στις 25 και 26 Μαΐου 1999) ήτοι δύο και πλέον έτη πριν από τον άνω πλειστηριασμό, με συνέπεια, λόγω της χρονικής αποστάσεως των άνω δύο γεγονότων να μην αποδεικνύεται, ότι το προϊόν της εν λόγω ρευστοποιήσεως καταβλήθηκε για την απόκτηση του άνω ξενοδοχείου.

Τούτο δε ανεξαρτήτως και του ότι η εναγομένη είχε ήδη αναλάβει την οικονομική διαχείριση του συνόλου των κοινών εσόδων των διαδίκων από την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται εάν η προέλευση του άνω ποσού προερχόταν από την ατομική της περιουσία ή την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων.

Το ξενοδοχείο αυτό ανακαινίσθηκε πλήρως και μετονομάσθηκε σε "...". Η ανακαίνιση ανατέθηκε με το από 29-8- 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό από την εταιρεία "... Ξενοδοχειακή και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία", εκπροσωπούμενη από την εναγομένη, διευθύνουσα σύμβουλο της - ο ενάγων είχε εκλεγεί ως αντιπρόεδρος στην άνω οικογενειακή κατ' ουσίαν εταιρεία - στην εταιρεία "...

Α.Τ.Ε." του πολιτικού μηχανικού Π. Τ.. Οι εγκρίσεις των σχετικών μελετών και η επιλογή των διαφόρων υλικών, που χρησιμοποιήθηκαν εγκρίθηκαν από την εναγομένη με την άνω ιδιότητά της, με την οποία γίνονταν και οι σχετικές συνεννοήσεις και συναλλαγές, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του άνω διευθύνοντος συμβούλου της εργολήπτριας εταιρείας.

Όμως και ο ενάγων, που, όπως προαναφέρθηκε, διέμενε στην Κέρκυρα, σε αντίθεση με την εναγομένη, που εξακολουθούσε να κατοικεί στην Αθήνα, παρέσχε τις υπηρεσίες του, κατά την εν λόγω ανακαίνιση με την επί τόπου επίβλεψη για λογαριασμό της "... Α.Ε." των σχετικών εργασιών... Τις υπηρεσίες του ο ενάγων παρέσχε και κατά το χρόνο της εκμεταλλεύσεως του εν λόγω ξενοδοχείου από την "...

Α.Ε.". Ειδικότερα, το ξενοδοχείο άρχισε να λειτουργεί το Πάσχα του έτους 2002, με την άμεση επίβλεψη του τελευταίου, ο οποίος ουσιαστικά από κοινού με την άνω θυγατέρα των διαδίκων - η οποία προσκλήθηκε γι' αυτό το λόγο από την μητέρα της από το εξωτερικό - διεύθυναν τη λειτουργία του έως το Σεπτέμβριο του έτους 2003, οπότε το εν λόγω ξενοδοχείο εκμισθώθηκε από την "...

Α.Ε" στην "... & Σια Ο.Ε.". Η επικαλούμενη από την εναγομένη τοποθέτηση ως διευθυντή του ξενοδοχείου τρίτου προσώπου δεν αναιρεί τα ανωτέρω και για το λόγο ότι η θέση αυτή απαιτούσε και τυπικά προσόντα που δεν είχαν ο ενάγων και η θυγατέρα του. Στη συνέχεια η εταιρεία "... Α.Ε", κατόπιν αποφάσεως της εναγομένης, η οποία είχε αναλάβει τη διοίκηση της ως διευθύνουσα σύμβουλος και κύρια μέτοχος, ανήγειρε και τρίτο ξενοδοχείο με την ονομασία "..." επί ακινήτου εκτάσεως 18.713,13 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος του δήμου ... του ν. Άρτας. Το έργο της ανεγέρσεως ανατέθηκε στην κοινοπραξία εργοληπτικών επιχειρήσεων "...", χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από κεφάλαια, που είχαν προέλθει από τις επικερδείς έως τότε επιχειρηματικές δραστηριότητες των διαδίκων, κυρίως μέσω της εκμεταλλεύσεως της άνω κοινωνίας και στη συνέχεια της "...

Α.Ε.", αλλά και της επιχειρήσεως "... στην ..., από τραπεζικό δανεισμό ύψους 1.500.000 δραχμών και από επιδότηση, που λήφθηκε, λόγω υπαγωγής στον επενδυτικό νόμο 3299/2004, με διαδικασίες, που έγιναν με τη φροντίδα της εναγομένης ως διευθύνουσας συμβούλου της άνω εταιρείας. Σημειώνεται πάντως, ότι η επικαλούμενη από την εναγομένη χρηματοδότηση της ανεγέρσεως από τη ρευστοποίηση στις 23-12-2002 άυλων τίτλων της ύψους 1.465.370,96 Ευρώ και ανάληψη κατά την ίδια ημεροχρονολογία από τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, ποσού 1.563.301,25 Ευρώ, δεν αποδεικνύεται εκ των προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως αντιστοίχων δύο εγγράφων (επιστολών της Εμπορικής Τράπεζας), καθόσον από αυτά δεν προκύπτουν οι επικαλούμενες αντιστοίχως ρευστοποίηση και ανάληψη, παρά μόνον, ότι η εναγομένη διατηρούσε στις 23-12-2002 και 20-12-2002 αντίστοιχα λογαριασμό άυλων τίτλων στην άνω τράπεζα ύψους 1.465.370,96 Ευρώ και προνομιακό λογαριασμό ύψους 1.563.301,25 Ευρώ.

Η ανέγερση του εν λόγω ξενοδοχείου άρχισε περί τις αρχές του έτους 2003 και ολοκληρώθηκε από την άνω εταιρεία το έτος 2004, οπότε και άρχισε να λειτουργεί. Το έτος 2003, όπως και ο ενάγων δεν αμφισβητεί, επήλθε διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς του με την εναγομένη. Παρά ταύτα, ο ενάγων στα πλαίσια των κοινών συμφερόντων και επιχειρηματικής πορείας των διαδίκων, προσέφερε τις προσωπικές υπηρεσίες του και κατά τη λειτουργία του εν λόγω ξενοδοχείου.

Ειδικότερα, αφού αναχώρησε από τη ν. Κέρκυρα περί τα τέλη του έτους 2003, (δεδομένου ότι το ξενοδοχείο ... διευθύνονταν πλέον από το μεγαλύτερο υιό των διαδίκων Π. και το ξενοδοχείο "..." είχε πλέον εκμισθωθεί), μετέβη και εγκαταστάθηκε στην πόλη της Άρτας και μετά την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου "..." εντός αυτού μέχρι το έτος 2007, οπότε αιφνιδίως εγκατέλειψε τούτο από λόγους, που κατά τους ισχυρισμούς του αφορούσαν τις προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, επιβλέποντας για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εταιρείας τη λειτουργία της, ενόψει και της εμπειρίας, που είχε πλέον αποκτήσει στη λειτουργία ξενοδοχειακών μονάδων από το έτος 1989 και συμμετέχοντας ουσιαστικά στη διαχείριση και επίλυση των καθημερινών ζητημάτων που αφορούσαν την εν λόγω ξενοδοχειακή μονάδα, πόρισμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο, παρά τους αντίθετους και απορριπτέους ισχυρισμούς της εναγομένης περί ουδεμίας συμβολής του έως το έτος 2007 στη λειτουργία και διεύθυνση της τελευταίας, από τη σαφή ως προς το σημείο αυτό κατάθεση της κόρης των διαδίκων, που δεν αναιρέθηκε από την κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια της εναγομένης ούτε από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Τ. και Κ. Ο., φιλικών προσώπων της τελευταίας (και μέλους του Δ.Σ. της άνω ανώνυμης εταιρείας από το έτος 2008 της δεύτερης εξ αυτών), αλλά και από την ίδια τη συνεχή παραμονή του επί τετραετία περίπου στο άνω ξενοδοχείο της Άρτας, στο οποίο δεν είχε κάποιο λόγο να διαμένει, ως μόνιμος κάτοικος ..., την ίδια μάλιστα στιγμή, που οι προσωπικές του σχέσεις με την εναγομένη είχαν διαρραγεί από το έτος 2003, εάν δεν απασχολείτο με την καθημερινή λειτουργία του...

Περαιτέρω, αναφορικά με την αγοραία (εμπορική) αξία της άνω ανώνυμης εταιρείας κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, της οποίας δεν υπήρξε διαφοροποίηση και τον αντίστοιχο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ενόψει της μικρής χρονικής αποστάσεως των δύο χρονικών σημείων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Κατόπιν αλλεπαλλήλων αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο ανήλθε κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους σε 7.513.952,2 Ευρώ, διαιρούμενο σε 256.012 μετοχές, ονομαστικής αξίας 29,35 Ευρώ. Εξ αυτών η εναγομένη διαθέτει 206.390 μετοχές αυτής (ποσοστό 80,6% του μετοχικού κεφαλαίου), ο ενάγων 48.381 μετοχές (ποσοστό 18,9% του μετοχικού κεφαλαίου) και ο υιός των διαδίκων Π.

Μ. 1241 μετοχές (ποσοστό 0,5% του μετοχικού κεφαλαίου). Στην εν λόγω ανώνυμη εταιρεία, όπως ήδη προεκτέθηκε, ανήκουν τα τρία ως άνω ξενοδοχεία, που δημιουργήθηκαν από την κοινή επιχειρηματική πορεία των διαδίκων. Ειδικότερα, το ξενοδοχείο ... στη θέση "..." Κέρκυρας κτίστηκε τα έτη 1989 - 1990 και αποτελείται από τέσσερα κτίρια, συνολικής επιφάνειας 1.897,44 τ.μ., που έχουν καθένα ανεγερθεί σε αντίστοιχα οικόπεδα που προέκυψαν, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την κατάτμηση του αρχικού μεγαλυτέρου οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 4.685,39 τ.μ., στα οποία (κτίρια) έχουν δημιουργηθεί 15 διαμερίσματα και 35 studios, περιλαμβάνει ακόμη ένα ισόγειο κτίριο επιφανείας 100,00 τ.μ., που χρησιμοποιείται ως αίθουσα καθήμενων πελατών, παρασκευαστήριο (κουζίνα) και μπαρ, και έχει διαμορφωμένο, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, περιβάλλοντα χώρο.

Η αντικειμενική αξία για το οικόπεδο και καθένα από τα άνω κτίρια ανέρχεται αντίστοιχα, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου του έτους φορολογίας 2011, σε α) 151.367,53 + 287.815,83 = 439.183,36 Ευρώ, β) 213.659,07 + 357.749,34 = 571.408,41 Ευρώ, γ) 162.288,12 + 333.598,51 = 495.886,63 Ευρώ και δ) 149.319,74 + 337.377,00 = 486.696,74 Ευρώ και συνολικά σε 1.993.175,00 Ευρώ, ενώ η αγοραία αξία του κατά τους άνω χρόνους, με βάση τη θέση που βρίσκεται, σε απόσταση 450 μέτρων από την παραλία και 300 μέτρων από το κέντρο της περιοχής "...", στην οποία παρατηρείται ιδιαίτερη τουριστική ανάπτυξη, την κατασκευή, τις υποδομές και την παλαιότητα του, ανέρχεται σε 3.000.000,00 Ευρώ.

Το ξενοδοχείο "...", που βρίσκεται στον οικισμό Κανόνι της πόλεως της Κέρκυρας είναι κατηγορίας τριών αστέρων, κατασκευής του έτους 1970 περίπου, ανακαινισθέν ριζικά, κατά τα ήδη προεκτεθέντα. Είναι κτισμένο σε οικόπεδο εκτάσεως 1.738 τ.μ. και αποτελείται από πενταόροφο κτίριο, συνολικής επιφάνειας 2.898,40τ.μ., διαθέτει 90 δωμάτια και τέσσερις σουίτες, πισίνα, μπαρ και διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο.

Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 1.186.348,37 + 748.946,18 = 1.935.294,55 Ευρώ, και είναι μισθωμένο στην εταιρία "... & Σια Ο.Ε." από το 2003, με ετήσιο μίσθωμα 205.429,20 Ευρώ. Η αγοραία αξία του, μετά τη ριζική ανακαίνιση του, με βάση τη θέση του στην περιοχή Κανόνι, που έχει ιδιαίτερη τουριστική ανάπτυξη, την παλαιότητά του, την κατασκευή και τις υποδομές του, ανέρχεται στο ποσό των 2.850.000,00 Ευρώ.

Τέλος, το ξενοδοχείο "...", κατηγορίας τεσσάρων αστέρων, πολυτελείας, είναι κτισμένο σε οικόπεδο εκτάσεως 18.713,13 τ.μ. στη θέση ... Αρτας, που απέχει 5 χιλιόμετρα από την πόλη της Άρτας, αποτελείται από υπόγειο, επιφάνειας 2.996,30τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 2.374,31 τ.μ. και Α' όροφο επιφάνειας 1.432,67 τ.μ., περιλαμβάνει τρεις πισίνες εκ των οποίων η μία θερμαινόμενη, χώρο spa, αίθουσα εκδηλώσεων, 85 δωμάτια, τρεις σουίτες και διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο με γκαζόν και καλλωπιστικά φυτά.

Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 195.646,70 + 5.003.497,80 = 5.199.144,5 Ευρώ, ενώ η αντίστοιχη αγοραία (εμπορική), με βάση τη θέση του, την παλαιότητά του και τις υποδομές του, ανέρχεται σε 8.000.000 Ευρώ. Αποδεικνύεται συνεπώς, ότι κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους (της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων αλλά και της ασκήσεως της ένδικης αγωγής) τα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας "...

Ξενοδοχειακή και Τουριστική Α.Ε" ανέρχονταν στο ποσό των 3.000.000 + 2.850.000 + 8.000.000 = 13.850.000 Ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι τα διαθέσιμα της εταιρίας ανέρχονταν κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους σε 40.490,00 Ευρώ και οι υποχρεώσεις της σε 118.302,81 Ευρώ. Επομένως, η αγοραία αξία της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχονταν σε 13.772.188 Ευρώ και η αγοραία αξία της μετοχής της σε 13.772.188,00 : 256.012 = 53,79 Ευρώ...

Συνεπώς, η εναγομένη, κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου της, με τον ενάγοντα κατείχε μετοχές της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, αξίας, κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους, 206.390 Χ 53,79 = 11.101.720,00 Ευρώ. Επ' αυτών ο ενάγων αξιώνει βάσιμα συμβολή στην απόκτηση των 154.499 μετοχών Χ 53,79 = αξίας 8.310.501,20 Ευρώ. Στο πόρισμα αυτό καταλήγει το Δικαστήριο με βάση την 94/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ("εκτίμησης της αξίας ακινήτων και αποτιμήσεως επιχειρήσεων") του οικονομολόγου Σ.

Κ., η οποία, λόγω της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου της άνω ανώνυμης εταιρείας (παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών) έγινε με τη μέθοδο της αξίας ρευστοποιήσεως (συνισταμένη στη διαφορά της αγοραίας αξίας των παγίων πλέον των διαθεσίμων από τις υποχρεώσεις της εταιρείας), αξιολογείται ως πιο πειστική από τις συνεκτιμηθείσες εκτιμητικές εκθέσεις αγοραίας αξίας ακινήτων α) των Α.

Β. που προσκομίζεται από τον ενάγοντα, β) "...", που προσκομίζεται από την εναγομένη, με συνέπεια να μην συντρέχει λόγος για τη διεξαγωγή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος της εναγομένης, και αφού ελήφθησαν υπόψη και οι προσκομιζόμενες επίσης από τους διαδίκους από 26-8-2014 "αξιολόγηση πραγματογνωμοσύνης" της ίδιας ως άνω εταιρείας και το χωρίς ημεροχρονολογία υπόμνημα επισκοπήσεως πραγματογνωμοσύνης του Ε.

Α. για την εταιρεία "... - Ορκωτοί Ελεγκτές". Επομένως, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, αλλά και της ασκήσεως της αγωγής, η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε, με την απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων, κατά το συνολικό ποσό των 720.000 + 500.000 + 8.310.501,20 = 9.530.501,20 Ευρώ, που αποτελεί την επαύξηση της περιουσίας της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα.

Συνακόλουθα, εφόσον επί των άνω περιουσιακών στοιχείων, που απέκτησε η εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους, δεν αποδείχθηκε στο σύνολο της η ένσταση μηδενικής, άλλως μικρότερης συμβολής του εκ του νόμου τεκμαιρομένου ποσοστού συμβολής του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης (1/3), το ποσό στο οποίο αποτιμάται, κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, το μέρος της αυξήσεως της περιουσίας της εναγομένης, που προέρχεται από τη συμβολή του ενάγοντος, ανέρχεται σε (9.530.501,20 Χ 1/3) = 3.176.833,70 Ευρώ... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου, που είχε επιδικάσει σ' αυτόν για την παραπάνω αιτία το ποσό των 3.287.433,70 ευρώ και δέχτηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τον πρώτο λόγο της και κατά το σκέλος του, που αναφέρεται στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας της κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και στο ύψος της αξίας της σε σχέση με την αγοραία αξία της μετοχής της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", απορρίπτοντάς την κατά τα λοιπά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, δίκασε επί της από 10-9-2011 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και, αφού δέχτηκε, ότι από την τέλεση του γάμου τους και μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του (27-12-2010) η περιουσία της αναιρεσείουσας αυξήθηκε, με την απόκτηση των παρακάτω αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων και συγκεκριμένα α) με τη δημιουργία της εμπορικής επιχείρησης εμπορίας οικιακών ειδών με την επωνυμία "..., εμπορικής αξίας, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, αλλά και της άσκησης της αγωγής, 500.000,00 ευρώ, β) με την αγορά καταστήματος, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ...

στην ..., κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου, από την αναιρεσείουσα, αγοραίας αξίας, κατά τους ίδιους παραπάνω χρόνους, ολοκλήρου 800.000,00 ευρώ και του άνω ποσοστού 720.000,00 ευρώ και γ) με την απόκτηση 206.390 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", επί των οποίων ο αναιρεσίβλητος αξιώνει συμμετοχή επί των 154.499 μετοχών, αγοραίας αξίας αυτών, κατά τους ίδιους χρόνους, 8.310.501,20 ευρώ και συνολικής αξίας όλων των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων 9.530.501,20 ευρώ και ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε στην αύξηση αυτή, κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του ενός τρίτου, που ανερχόταν στο ποσό των 3.176.833,70 ευρώ, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας περί μηδενικής ή μικρότερης συμβολής του στην απόκτηση των αμέσως παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, (δεχόμενο αυτή για άλλα περιουσιακά στοιχεία, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης), έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της του τεκμαρτού υπολογισμού και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το άνω ποσό των 3.176.833,70 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχτηκε το εφετείο και έτσι που έκρινε ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, ορθώς για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής της αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων, που την αποτελούν, έλαβε υπόψη την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο και περαιτέρω για την αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση, δηλαδή, της αξίας τους σε χρήμα, το χρόνο της έγερσης της ένδικης από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής, λαμβανομένου υπόψη, ότι αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της και δέχτηκε και το εφετείο, είχε ως ιστορική βάση την αξίωση απόδοσης της συμβολής του αναιρεσίβλητου στην περιουσιακή αύξηση της αναιρεσείουσας, την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων με δικαστική απόφαση, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου προς απόδοση των αποκτημάτων συζύγου, έστω και αν είχε μεσολαβήσει διάσταση των συζύγων, δυναμένου του υποχρέου συζύγου στην περίπτωση αυτή να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι από τότε που εξελίχθηκε ανώμαλα η έγγαμη συμβίωση ο δικαιούχος σύζυγος δεν συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του και ειδικότερα στα αποκτήματα, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της διάστασης.

Σημειώνεται δε, ότι η αναφορά της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων το έτος 2003, στη μεν αγωγή έγινε διηγηματικά, χωρίς την εξάρτηση, δηλαδή, από αυτή εννόμων συνεπειών, στη δε προσβαλλόμενη απόφαση, για την εξέταση της σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, την οποία επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του εφετείου, περί μηδενικής συμβολής ή μικρότερης της τεκμαιρόμενης συμβολής του αναιρεσίβλητου στην επαύξηση της περιουσίας της, που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και συνεπώς και κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους, την οποία, όπως έχει προαναφερθεί, δέχτηκε κατά ένα μέρος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1400 παρ. 1 και 2 ΑΚ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι, εφόσον το εφετείο δέχεται, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη το έτος 2003, έπρεπε να λάβει ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν την τελική περιουσία της αναιρεσείουσας και ιδίως τον αριθμό των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που είχε στην κυριότητά της, το έτος 2006, κατά το οποίο συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, που εφάρμοσε και περαιτέρω έχει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφενός σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο και μέχρι την αμετάκλητη λύση του, με την απόκτηση των προαναφερομένων περιουσιακών στοιχείων και αφετέρου σε σχέση με τη συμβολή του αναιρεσίβλητου στην άνω περιουσιακή αύξηση της αναιρεσείουσας, κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του ενός τρίτου, δεχόμενο ειδικότερα, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε (ως προς τα άνω τα περιουσιακά στοιχεία), όπως όφειλε, προκειμένου να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ότι αυτός δεν είχε καμία συμβολή (ή μικρότερη συμβολή από το ένα τρίτο) και ότι η απόκτηση των άνω οφείλεται μόνο σ' αυτή.

Ειδικότερα, για να απορρίψει τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμβολή στην επαύξηση αυτή και ότι (η συμβολή αυτή) έγινε με την προσφορά των προσωπικών υπηρεσιών του α) στην κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα, που είχε ως αντικείμενο αρχικά την πώληση βιβλίων, είτε ως πλασιέ, είτε μέσω καταστήματος βιβλιοπωλείου, που διατηρούσαν στη ...

και στη συνέχεια, (πέραν από την πώληση βιβλίων), και την πώληση ειδών οικιακής χρήσης και μέσω επιδείξεων σε συγκεκριμένους υψηλής αγοραστικής δύναμης κύκλους, β) στην ατομική τους επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία ειδών οικιακής χρήσης και δώρων, την οποία δημιούργησαν σε μισθωμένο κατάστημα στο ...

το έτος 1986 και μετέφεραν το έτος 1989 στη Ν. Ερυθραία Αττικής, όπου λειτουργεί έκτοτε με την επωνυμία "..., γ) στην τελευταία αυτή επιχείρηση, που, μετά τα πρώτα χρόνια της μεταφοράς της στη Ν. Ερυθραία, κατέληξε σε ατομική επιχείρηση της αναιρεσείουσας, κατά τους μήνες από Νοέμβριο μέχρι και Φεβρουάριο, από το έτος 1989 μέχρι και το έτος 2003, οπότε διεκόπη η έγγαμη συμβίωση τους και δ) στη λειτουργούσα αρχικά υπό μορφή κοινωνίας μεταξύ τους ξενοδοχειακή επιχείρηση στην Κέρκυρα, με την ονομασία "...", κατά τους μήνες από Μάρτιο μέχρι και Οκτώβριο, από το έτος 1989 μέχρι και το έτος 2000 και στη συνέχεια στη συσταθείσα το έτος 2000, με εισφορά της ήδη, κατά τα άνω, λειτουργούσας ξενοδοχειακής επιχείρησης στην Κέρκυρα με την επωνυμία "...", οικογενειακή ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...

ΑΕ", μέχρι και το έτος 2007, που κατέτειναν, (οι προσωπικές υπηρεσίες του στην τελευταία υπό (δ) περίπτωση), στην ίδρυση, λειτουργία και ανάπτυξη των ξενοδοχειακών μονάδων, που ανήκαν σ' αυτή και τις εκμεταλλευόταν (..., ..., ...) και στη συνέχεια, όπως από τις συνδυασμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, ότι η άνω συμβολή του αναιρεσίβλητου, λόγω του ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητές τους ήταν επικερδείς, είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση ακινήτων και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, κατά τα παραπάνω, αλλά και την άμεση αύξηση της περιουσίας της άνω οικογενειακής ανώνυμης εταιρείας, με την αγορά του Ξενοδοχείου "...", το τίμημα της οποίας καταβλήθηκε "...από τα μέχρι τότε συσωρευθέντα κέρδη των διαδίκων κυρίως από τη λειτουργία του ξενοδοχείου ......", καθώς και την ανέγερση και λειτουργία της νέας ξενοδοχειακής μονάδας "...", που χρηματοδοτήθηκε "...εν μέρει από κεφάλαια, που είχαν προέλθει από τις επικερδείς έως τότε επιχειρηματικές δραστηριότητες των διαδίκων, κυρίως μέσω της εκμεταλλεύσεως της άνω κοινωνίας και στη συνέχεια της "...

ΑΕ", αλλά και της επιχειρήσεως "......από τραπεζικό δανεισμό...και από επιδότηση...", εμμέσως δε στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, κυρίου μετόχου αυτής και την απόκτηση εκ μέρους της, μετά ταύτα, συνολικά 206.390 μετοχών της (36.230 κατά το έτος 2000, που ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία και τις υπόλοιπες μετά από αλλεπάλληλες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της) επί των οποίων αξιώνει συμβολή ο αναιρεσίβλητος επί 154.499 μετοχών, την αγοραία αξία των οποίων προσδιόρισε, κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου και την άσκηση της αγωγής, στο ποσό των 8.310.501,20 (154.499Χ 53,79) ευρώ.

Δεν ήταν αναγκαίο δε για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά των χρόνων, που έγιναν οι αλλεπάλληλες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας, ο τρόπος κάλυψης αυτού, καθώς και ο αριθμός των μετοχών, που απέκτησε η αναιρεσείουσα σε κάθε αύξηση, αλλά αρκούσε η αναφορά του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας, του συνόλου των μετοχών αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, του αριθμού των μετοχών, που κατείχε η αναιρεσείουσα, κατά τον ίδιο χρόνο και αυτών επί των οποίων αξίωνε συμβολή ο αναιρεσίβλητος, καθώς και της αγοραίας αξίας αυτών κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου και την άσκηση της αγωγής, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη, ότι ούτε και η αναιρεσείουσα προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας, στο πλαίσιο της ένστασής της για την ανατροπή του τεκμαιρόμενου ποσοστού συμβολής του αναιρεσίβλητου στην απόκτησή τους, αν απέκτησε μετοχές και πόσες μετά το έτος 2006, που συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση ή μετά το έτος 2007, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διεκόπη και η επαγγελματική συνεργασία των διαδίκων και ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να παρέχει τις άνω υπηρεσίες του.

Περαιτέρω, το εφετείο, όπως από τις συνδυασμένες παραδοχές του σαφώς προκύπτει, δεν δέχτηκε, ότι απόκτημα της αναιρεσείουσας αποτελούν καθ' αυτά τα περιουσιακά στοιχεία της ανώνυμης εταιρείας, που αποτελούν το ενεργητικό της, αλλά δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος με τη συμβολή του συνετέλεσε αμέσως στην αύξηση της περιουσίας της άνω οικογενειακής ανώνυμης εταιρείας, και εμμέσως στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, κυρίου μετόχου αυτής, και την απόκτηση εκ μέρους της συνολικά 206.390 μετοχών της, μετά από αλλεπάλληλες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της, επί των οποίων ο αναιρεσίβλητος αξιώνει συμβολή επί των 154.499 μετοχών.

Επιπλέον, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του με επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την επικαλούμενη προς αντίκρουση της τεκμαιρόμενης συμβολής του αναιρεσίβλητου κατά το ένα τρίτο, μηδενική ( ή μικρότερη της τεκμαιρόμενης) συμβολή του στην απόκτηση εκ μέρους της των μετοχών της άνω ανώνυμης εταιρείας και ότι η απόκτηση τους οφείλεται μόνο σ' αυτή, δεχόμενο, για τη στήριξη του άνω αποδεικτικού πορίσματός του, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες αιτιολογίες του, ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε στην απόκτηση των άνω μετοχών εκ μέρους της αναιρεσείουσας και ότι η συμβολή του αυτή συνίστατο στην παροχή προσωπικών υπηρεσιών, τις οποίες προσέφερε από το έτος 1989, αλλά και μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους το έτος 2003 μέχρι και το έτος 2007, αρχικά στη λειτουργούσα υπό μορφή κοινωνίας μεταξύ τους ξενοδοχειακή επιχείρηση στην Κέρκυρα, με την ονομασία "..." και στη συνέχεια στη συσταθείσα το έτος 2000, με εισφορά της άνω λειτουργούσας ξενοδοχειακής επιχείρησης στην Κέρκυρα, οικογενειακή ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...

ΑΕ", που κατέτειναν στην ίδρυση, λειτουργία και ανάπτυξη των ξενοδοχειακών μονάδων, που ανήκαν σ' αυτή και τις εκμεταλλευόταν (..., ..., ...), αναφέροντας ειδικότερα σε σχέση α) με την ξενοδοχειακή επιχείρηση "..." στην Κέρκυρα : "...από το έτος 1989 ο τελευταίος, αφού εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα αρχικά επιμελήθηκε των διαφόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών για την έκδοση των άνω οικοδομικών αδειών και ακολούθως επέβλεψε την ανέγερση των άνω κτιρίων την τεχνική εταιρία, στην οποία ανατέθηκε το σχετικό έργο, εποπτεύοντας τα συνεργεία των υπεργολάβων, που εργάζονταν για τον εν λόγω σκοπό, αλλά και τη διαμόρφωση του συνόλου του ακάλυπτου χώρου...Ο ενάγων, ο οποίος παρέμενε κατά τη διάρκεια όλης της σεζόν λειτουργίας του ξενοδοχείου (Μάρτιος - Οκτώβριος) στην Κέρκυρα και επέστρεφε στην Αθήνα μόνο για τους χειμερινούς μήνες, που αυτό δεν λειτουργούσε, απασχολήθηκε συνεχώς με τη λειτουργία του τελευταίου, έχοντας αναλάβει ουσιαστικά τη διεύθυνση του...

την κατάρτιση συμφωνιών με τουριστικούς πράκτορες για την εκμίσθωση δωματίων του ξενοδοχείου,...με την τακτοποίηση κάθε φύσεως ζητημάτων, που αφορούσαν τις σχέσεις του άνω ξενοδοχείου με τράπεζες, υπηρεσίες, προμηθευτές και προσωπικό, και γενικά με την επίβλεψη και εποπτεία της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας του μέχρι το έτος 2002, οπότε τη διεύθυνση του εν λόγω ξενοδοχείου ανέλαβε από την, κατά τα κατωτέρω, ιδρυθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Ξενοδοχειακή και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία" ο μεγαλύτερος υιός των διαδίκων Π....", β) με το ξενοδοχείο "...": "... Όμως και ο ενάγων, που, όπως προαναφέρθηκε, διέμενε στην Κέρκυρα,...παρέσχε τις υπηρεσίες του, κατά την εν λόγω ανακαίνιση με την επί τόπου επίβλεψη για λογαριασμό της "... Α.Ε." των σχετικών εργασιών...

Τις υπηρεσίες του ο ενάγων παρέσχε και κατά το χρόνο της εκμεταλλεύσεως του εν λόγω ξενοδοχείου από την "... Α.Ε.". Ειδικότερα, το ξενοδοχείο άρχισε να λειτουργεί το Πάσχα του έτους 2002, με την άμεση επίβλεψη του τελευταίου, ο οποίος ουσιαστικά από κοινού με την άνω θυγατέρα των διαδίκων - η οποία προσκλήθηκε γι' αυτό το λόγο από την μητέρα της από το εξωτερικό - διεύθυναν τη λειτουργία του έως το Σεπτέμβριο του έτους 2003, οπότε το εν λόγω ξενοδοχείο εκμισθώθηκε ..." και γ) με το ξενοδοχείο " ...": "...Η ανέγερση του εν λόγω ξενοδοχείου άρχισε περί τις αρχές του έτους 2003 και ολοκληρώθηκε...

το έτος 2004, οπότε και άρχισε να λειτουργεί. Το έτος 2003, όπως και ο ενάγων δεν αμφισβητεί, επήλθε διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς του με την εναγομένη. Παρά ταύτα, ο ενάγων στα πλαίσια των κοινών συμφερόντων και επιχειρηματικής πορείας των διαδίκων, προσέφερε τις προσωπικές υπηρεσίες του και κατά τη λειτουργία του εν λόγω ξενοδοχείου.

Ειδικότερα, αφού αναχώρησε από τη ν. Κέρκυρα περί τα τέλη του έτους 2003... μετέβη και εγκαταστάθηκε στην πόλη της Άρτας και μετά την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου "..." εντός αυτού μέχρι το έτος 2007... επιβλέποντας για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εταιρείας τη λειτουργία της, ενόψει και της εμπειρίας, που είχε πλέον αποκτήσει στη λειτουργία ξενοδοχειακών μονάδων από το έτος 1989 και συμμετέχοντας ουσιαστικά στη διαχείριση και επίλυση των καθημερινών ζητημάτων, που αφορούσαν την εν λόγω ξενοδοχειακή μονάδα".

Περαιτέρω, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του με επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες κατέληξε και στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την επικαλούμενη, προς αντίκρουση της τεκμαιρόμενης συμβολής του αναιρεσίβλητου κατά το ένα τρίτο, μηδενική (ή μικρότερη της τεκμαιρόμενης) συμβολή του στην απόκτηση της επιχείρησης "...

και ότι η απόκτηση της οφείλεται μόνο σ' αυτή, δεχόμενο, για τη στήριξη του άνω αποδεικτικού πορίσματός του, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες αιτιολογίες του, ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε στην απόκτηση του άνω αποκτήματος και ότι η συμβολή του αυτή συνίστατο στις προσωπικές υπηρεσίες αυτού, αναφέροντας ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1986 μέχρι και το έτος 1989 ότι "...η επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων εξαντλείτο στην εμπορία των άνω ειδών, ήτοι στις πωλήσεις αυτών...στις εισπράξεις των αντίστοιχων τιμημάτων και τις παραδόσεις των πωληθέντων πραγμάτων, που εκτελούντο από κοινού από τους δύο συζύγους, εφόσον δεν αποδείχθηκε η πρόσληψη προσωπικού..." και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1989 μέχρι και το έτος 2003 "...ούτε άλλωστε αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατά τους χρόνους παραμονής του στην Αθήνα, μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου κάθε έτους από το 1989 έως και το 2003, οπότε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων ουσιαστικά διασπάσθηκε, απέφευγε να παρέχει τις υπηρεσίες του, έστω και περιστασιακά, στο πιο πάνω κατάστημα, στο οποίο, σημειωτέον, δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγόμενη απασχόλησε ποτέ προσωπικό- ούτε, άλλωστε, η τελευταία επικαλέστηκε κάτι τέτοιο", αλλά και στο ότι " η εγκατάσταση της επιχείρησης στο νέο κατάστημα και η προμήθεια τουλάχιστον των πρώτων εμπορευμάτων της- όσων δεν μεταφέρθηκαν από την προηγούμενη έδρα της..." έγιναν με χρήματα, που είχαν αποκτηθεί από την προγενέστερη κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση σχετικά με το αν η άνω επιχείρηση " ... ήταν κοινή των διαδίκων ή ατομική της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι το εφετείο με σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες αναφέρει, ότι η άνω επιχείρηση, την οποία από κοινού είχαν δημιουργήσει οι διάδικοι το έτος 1986, μετά τη μεταφορά της το έτος 1989 σε κατάστημα στη Ν.

Ερυθραία Αττικής λειτούργησε ως ατομική επιχείρηση της αναιρεσείουσας, στην οποία όμως είχε, κατά τα παραπάνω, συμβολή και ο αναιρεσίβλητος. Ούτε προκύπτει αντίφαση από την τελευταία παραδοχή, σε σχέση με την παραδοχή, ότι στην αγορά από την αναιρεσείουσα του ισόγειου καταστήματος στην Άρτα τον Ιούλιο 2000 και την εγκατάσταση επιχείρησης εμπορίας οικιακών ειδών με το διακριτικό τίτλο "...", δεν είχε συμβολή ο αναιρεσίβλητος, αν και δέχτηκε, ότι η επιχείρηση αυτή στην Άρτα λειτούργησε ως υποκατάστημα της άνω ατομικής της επιχείρησης, καθόσον η τελευταία παραδοχή αναφέρεται σε διάφορο απόκτημα του προηγούμενου για το οποίο δεν δέχτηκε συμβολή του αναιρεσίβλητου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται, διότι το εφετείο, α) πέραν των αρχικών 36.230 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που αποκτήθηκαν από αυτή το έτος 2000 με την ίδρυσή της, δεν αναφέρει για τις λοιπές 170.160 μετοχές, που ομοίως αποκτήθηκαν από την ίδια στη συνέχεια και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου της, το χρόνο και τον τρόπο απόκτησής τους εκ μέρους της, β) δεν αναφέρει τον τρόπο συμβολής του αναιρεσίβλητου στην απόκτηση των άνω 170.160 μετοχών, καθώς και τον τρόπο συμβολής του στην απόκτηση της ατομικής επιχείρησης "...

και επιπλέον ως προς αυτή περιέχει και αντιφατικές αιτιολογίες και γ) δεν διαλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το αμφισβητηθέν από αυτή τεκμήριο συμβολής του αναιρεσίβλητου στα άνω αποκτήματα, είναι αβάσιμος για τους παραπάνω λόγους, σε σχέση δε με την αιτίαση περί μη αναφοράς του τρόπου συμβολής του αναιρεσίβλητου στην απόκτηση των μετοχών και της επιχείρησης " ..., αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι το εφετείο δεν υποχρεούτο να περιλάβει παραδοχές σχετικές με τον τρόπο της συμβολής του αναιρεσίβλητου σ' αυτήν την επαύξηση, όσες δε περιέχονται έχουν τεθεί, όπως προαναφέρθηκε, για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί μηδενικής (ή μικρότερης της τεκμαιρόμενης) συμβολής του στην άνω επαύξηση, που υποβλήθηκε προς ανατροπή της τεκμαιρόμενης συμβολής του αναιρεσίβλητου κατά το ένα τρίτο.

Περαιτέρω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο, κατά τα σχετικά του μέρη, η αναιρεσείουσα παραπονείται, διότι το εφετείο, α) σε σχέση με τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας εκάστης των άνω μετοχών στο ποσό των 53,79 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη μία επιστημονικώς ενδεδειγμένη μέθοδο υπολογισμού τους, αλλά χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της αξίας ρευστοποίησης των παγίων της εταιρείας και εκτιμώντας επιπλέον την αξία τους 25%-30% πάνω από τις ισχύουσες αντικειμενικές αξίες, με κρίσιμο χρόνο την αμετάκλητη λύση του γάμου και με την αυθαίρετη παραδοχή, ότι οι αξίες αυτές είναι ίδιες και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά το ότι αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας, ότι μετά την οικονομική κρίση τα ακίνητα και ειδικότερα τα ξενοδοχεία εκποιούνται σε αξίες πολύ χαμηλότερες από τις αντικειμενικές και ότι η πτωτική πορεία των αγοραίων αξιών των ακινήτων επιδεινώθηκαν το έτος 2011 σε σχέση με το έτος 2010, προέβη σε αυθαίρετους υπολογισμούς ως προς την αγοραία αξία της στο άνω ποσό, β) σε σχέση με τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, της επιχείρησης "..., στο ποσό των 500.000,00 ευρώ, παρόλον ότι ο ορισθείς πραγματογνώμονας διαπίστωσε, ότι η αξία της άνω επιχείρησης ήταν μηδενική και τα αποθέματά της σε εμπορεύματα ελάχιστα, προσδιόρισε την αξία της στο άνω εξωπραγματικό ποσό, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, παρόμοιες επιχειρήσεις δουλεύουν κυρίως με δείγματα ή εμπορεύματα με παρακαταθήκη και αγοράζουν εμπορεύματα για να τα μεταπωλήσουν, όταν έχουν αντίστοιχες παραγγελίες και παραλείποντας να αναφερθεί στον ετήσιο κύκλο των συναλλαγών της ή την κερδοφορία της, με αποτέλεσμα να στερείται η απόφαση της απαιτούμενης αιτιολογίας και γ) σε σχέση με τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του καταστήματος στην ..., κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 800.000,00 ευρώ (και το ανήκον στην αναιρεσείουσα ποσοστό στο ποσό των 720.000,00 ευρώ), παρόλον ότι η αντικειμενική αξία του καταστήματος αυτού ανερχόταν στο ποσό των 328.209,84 ευρώ και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μετά την οικονομική κρίση του 2009, οι τιμές των ακινήτων έχουν καταποντισθεί και βρίσκονται κάτω από τις αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες και παρόλον ότι αναφέρει ότι προσδιόρισε την αξία του ακινήτου στο παραπάνω ποσό, λαμβάνοντας υπόψη τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη και τις προσαχθείσες από τους διαδίκους ιδιωτικές εκτιμήσεις, δεν διευκρινίζει τα ποσά στα οποία αυτές καταλήγουν.

Ο λόγος αυτός, κατά τα παραπάνω μέρη του, είναι απαράδεκτος, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί επί των αιτιάσεων αυτών λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αφορά στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του ίδιου άρθρου αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα ώστε η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 862/2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθ. 3 και 269 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015, και του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού κατά της επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και στο εφετείο (ΑΠ 636/2015, 1281/2014).

Η κατ' εξαίρεση προβολή της ένστασης αυτής σε κάθε στάση της δίκης, αλλά και για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, που γίνεται από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης, για την παραδεκτή πρότασή της απαιτείται η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη της ανταπαίτησης, υπό την έννοια ότι πρέπει η παραχρήμα απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλόμενων ουσιωδών περιστατικών του αντίστοιχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης επιπλέον ουσιαστικής έρευνας (ΑΠ. 1337/2014).

Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη (ΟλΑΠ 10/1993, ΑΠ 16/1995, ΑΠ 1856/2005).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Δεν αποτελεί δε απόδειξη κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 188/2017, ΑΠ 596/2001, ΑΠ 692/1988, ΑΠ 304/1984 ). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε, σε σχέση με την ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε η αναιρεσείουσα μετά την αρχική συζήτηση της αγωγής και επανέφερε στο εφετείο με λόγο έφεσης, τα ακόλουθα: "...

η εναγομένη πρότεινε με τις από 28-8-2014 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη μεταγενέστερη της πρώτης συζήτηση της ένδικης υποθέσεως, (ήτοι μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης), ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεώς της, προερχομένης από τη συμβολή της στα αποκτήματα του ενάγοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση του.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση του άνω δικογράφου της, ότι, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων απέκτησε από την κοινή επιχειρηματική τους δράση με την εναγομένη 1) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας της υπό στοιχ. Υ-2 αποθήκης του ημιυπόγειου επιφανείας 70 τ.μ., η οποία βρίσκεται σε πολυκατοικία, που βρίσκεται επί της οδού ..., στη Ν.

Φιλαδέλφεια Ν. Αττικής, του οποίου η αγοραία αξία, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων ανέρχονταν κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς στο ποσόν των 15.000,00 Ευρώ, 2) ποσοστά 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας των υπό στοιχ. Υ-5 και Υ-6 αποθηκών επιφανείας εκάστης 8,40 τ.μ και του υπό στοιχ. Β-2 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, επιφανείας 119,22 τ.μ.

που βρίσκονται σε πολυκατοικία, κείμενη επί της οδού ... στη θέση ... του Δήμου Αμαρουσίου Ν. Αττικής, των οποίων (ποσοστών εξ αδιαιρέτου), η αγοραία αξία των οποίων, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων ανέρχονταν, κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου του ενάγοντος, στο ποσόν των 5.000,00 Ευρώ για κάθε μία από τις άνω αποθήκες και στο ποσόν των 120.000,00 Ευρώ για το προαναφερθέν διαμέρισμα και 3) 55.891 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "...

Α.Ε", συνολικής αξίας 4.255.062 Ευρώ, ήτοι απέκτησε περιουσιακά στοιχεία, συνολικού ύψους, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, 4.390.062 Ευρώ και ότι στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων συνέβαλε και η ίδια κατά το τεκμαιρόμενο εκ του νόμου ποσοστό του 1/3 με συνέπεια να της οφείλει εκ της αιτίας αυτής το ποσόν των 1.463.354 Ευρώ, το οποίο προτείνει σε συμψηφισμό με την ένδικη αξίωση του ενάγοντος.

Η εναγομένη επικαλείται για το παραδεκτό της άνω ενστάσεως, εφόσον δεν προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι αυτή αποδεικνύεται αμέσως, κατ' άρθρο 442 Α.Κ, διότι ο ενάγων... στην ένδικη αγωγή του ομολογεί τις ανωτέρω κτήσεις των περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και μετοχών) καθώς και τις αγοραίες (εμπορικές) αξίες αυτών, πλην όμως εξ όσων αναφέρονται στην ένδικη αγωγή...δεν συνάγεται ομολογία των ανωτέρω, και ειδικότερα τόσο της κτήσεως των άνω περιουσιακών στοιχείων όσο και της εμπορικής αξίας εκάστου εκ των άνω ακινήτων και της πραγματικής αξίας των μετοχών της άνω ανώνυμης εταιρείας, εφόσον...

οι ως άνω αγωγικές αναφορές του ενάγοντος κατέτειναν στην αποδοχή της δικής του ένδικης αξιώσεως από τη συμβολή του στα αποκτήματα της εναγομένης και δεν εμπεριέχουν παραδοχή των άνω επιζήμιων γι' αυτόν γεγονότων, που επικαλείται με την ένστασή της η εναγομένη (ήτοι της αποκτήσεως των άνω περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και της αξίας τούτων), ούτε έγιναν με σκοπό την αποδοχή των άνω αμφισβητούμενων γεγονότων..., ώστε να συναχθεί εξ αυτών ομολογία του, σε κάθε δε περίπτωση αφορούσαν το αντικείμενο της αχθείσας προς δικαστική διάγνωση αγωγής του (ήτοι την αξίωση του στα αποκτήματα της εναγομένης) και όχι αυτό της ως άνω ενστάσεως (που αφορούσε αξίωση της τελευταίας στα δικά του αποκτήματα).

Συνεπώς, εφόσον η ένδικη ανταπαίτηση της εναγομένης δεν αποδεικνύεται παραχρήμα (άμεσα) δια της επικαλούμενης ομολογίας του ενάγοντος, αυτή προβλήθηκε απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ομοίως δε προβάλλεται και από τη δικονομική θέση της εκκαλούσας υπό τα ίδια περιστατικά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, ακολούθως, απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά το πέμπτο σκέλος του, με τον οποίο παραπονιόταν για την απόρριψη της προβληθείσας εκ μέρους της ως άνω ένστασης συμψηφισμού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συμπληρώνοντας την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την παραπάνω, κατ' άρθ. 534 ΚΠολΔ.

Έτσι, που έκρινε το εφετείο όχι παρά το νόμο και ειδικά κατά παραβίαση των πιο πάνω δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 περ. γ' και 527 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε η άνω ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας, τόσο πρωτοβαθμίως, όσο και ενώπιόν του, γιατί δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα με την επικαλούμενη δικαστική ομολογία.

Και τούτο διότι πράγματι η αναφορά στην αγωγή του αναιρεσίβλητου των άνω ακινήτων και μετοχών, καθώς και η αξία αυτών δεν συνιστούν ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, των περιστατικών της ένστασης συμψηφισμού, καθόσον όταν εκτέθηκαν στην αγωγή του αναιρεσίβλητου τα περιστατικά αυτά δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας των επιβλαβών γι' αυτόν περιστατικών της άνω ένστασης, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για τη στήριξη της αγωγής του και ιδίως της κύριας βάσης αυτής, που ερείδετο επί της πραγματικής συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 50%, επί των λοιπών περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και μετοχών), αναφέροντας ειδικότερα, ότι και τα ακίνητα αυτά αποκτήθηκαν κατά ποσοστό 50% από τον καθένα και γι' αυτό δεν αξιώνει συμβολή, από δε τις μετοχές, που αποκτήθηκαν από την αναιρεσείουσα, αφαίρεσε ίσο αριθμό με αυτές που αποκτήθηκαν από τον ίδιο κατά τη διάρκεια του γάμου και ζήτησε τη συμβολή του στις υπόλοιπες 154.499.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του και όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται η αντίθετη απόδειξη, αν δεν ορίζεται διαφορετικά.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ καθιερώνεται νόμιμο τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται, ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Ουσιαστικά με τη διάταξη αυτή γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο. Στην περίπτωση, δηλαδή, που ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού, ο ενάγων σύζυγος, εκτός από την επίκληση και απόδειξη της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, αλλά ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται, ότι η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Η ισχύς του άνω τεκμηρίου δεν παύει, αλλά καλύπτει τη συμβολή του δικαιούχου στην περιουσιακή αύξηση του υποχρέου, καθώς και το ποσοστό της και στην περίπτωση, που έχει μεσολαβήσει διάσταση των συζύγων και ασκείται αγωγή του τεκμαιρόμενου ποσοστού για συμμετοχή στα αποκτήματα, που στηρίζεται στην αμετάκλητη λύση του γάμου με διαζύγιο, καθόσον όσο υπάρχει γάμος ισχύει το τεκμήριο συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός τρίτου του δικαιούχου.

Επομένως, και στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος σύζυγος έχει τη βοήθεια του τεκμηρίου και δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της πραγματικής συμβολής του στην περιουσιακή επαύξηση του υποχρέου συζύγου ούτε του ποσοστού της. Αντίθετα ο τελευταίος μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι από τότε που επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ο δικαιούχος σύζυγος δεν συνέβαλε στα αποκτήματα και ότι η επαύξηση οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος, υποστηρίζει, ότι, κατά τελολογική συστολή της διάταξης του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ β ΑΚ, επιβάλλεται, στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, να μην ισχύει το καθιερούμενο τεκμήριο συμβολής του δικαιούχου συζύγου στα αποκτήματα, που αποκτά ο υπόχρεος, αλλά οφείλει αυτός (ο δικαιούχος σύζυγος) να επικαλεστεί και να αποδείξει, (εκτός από την επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου), ότι συνέβαλε πραγματικά στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων, που αποκτήθηκαν από τον υπόχρεο σύζυγο μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους, καθώς και το ποσοστό της πραγματικής συμβολής του σ' αυτά και επομένως το εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι αυτή δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν συνέβαλε στην απόκτηση των αναφερομένων σ' αυτή περιουσιακών στοιχείων και ειδικότερα 101.655 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους το έτος 2003 μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου τους και τελικά δέχτηκε ότι αυτός συνέβαλε κατά το ποσοστό του ενός τρίτου, μεταξύ άλλων, στην απόκτηση και των άνω 101.655 μετοχών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι θεώρησε, ότι αυτή είχε το βάρος απόδειξης, ενώ, κατά τα παραπάνω, το βάρος αυτό το έφερε ο αναιρεσίβλητος.

Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει ότι η από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ ρύθμιση και το τεκμήριο συμβολής του δικαιούχου συζύγου στα αποκτήματα του υποχρέου ισχύει, όσο υπάρχει γάμος και δεν παύει μετά την έναρξη της διάστασης των συζύγων, ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν υποχρεωμένος, ως δικαιούχος σύζυγος, που με την αγωγή του ζητούσε την επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη πραγματικής συμβολής του στην απόκτηση των παραπάνω μετοχών, καθώς και το ποσοστό της, αλλά εναπόκειτο στην αναιρεσείουσα να επικαλεσθεί και να αποδείξει, για την ανατροπή του ισχύοντος και κατά τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τεκμηρίου, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν συνέβαλε, κατά τη διάρκεια της, στην απόκτηση των άνω μετοχών, την οποία όμως μη συμβολή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν απέδειξε.

Επομένως, ο άνω πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος, αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι με την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε κατά ποσοστό ένα τρίτο στην εκ μέρους της απόκτηση και των 101.655 μετοχών της εταιρείας "...

ΑΕ", αν και αυτές αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11β του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, προεχόντως διότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ποιές ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 488/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 26-2-2019 προσθέτους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ