Supreme Court annuls water utility's partial dismissal of collective dismissal compensation exceeding statutory caps.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment that partially dismissed a collective dismissal claim against a municipal water utility. The court found the lower court erred by allowing compensation amounts exceeding the statutory cap of 15,000 euros for employees with over 20 years of service. Consequently, the case was remitted to the same court for further examination with a new judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 and Art. 3 para. 1 of Law 173/1967; Compensation benefits granted to employees with over 20 years of service in public utility enterprises constitute additional independent severance pay subject to the statutory maximum limit of 15,000 euros.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 350/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ), που έχει έδρα στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 30/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/4/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.04.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 30/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας ( με τη οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή), που έχει καταστεί τελεσίδικη (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 105/2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας, από το οποίο προκύπτει η μη άσκηση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ενδίκου μέσου πλην της ένδικης αναιρέσεως και σημείωση επί της αποφάσεως περί επίδοσης αυτής την 20.02.2017) Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ"(ΦΕΚ Α` 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α` 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. "Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...
προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...
επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α` 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 1493/2018, ΑΠ 998/2017, ΑΠ 227/2016, 1621/2011).
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α` 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ`ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β` 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :"1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.
Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος.
Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ.
Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες ( ΑΠ Ολ 348/1985, ΑΠ 1263/2005). `Ετσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής-επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. `Ετσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1263/2005).
Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοι υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσά των 15.000 και 2.250 ευρώ, αντίστοιχα ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 1493/2018, ΑΠ 591/2015).
Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 1493/2018, ΑΠ 591/2015, AΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α` ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές.
Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 08.07.2016 αγωγή, κατ' ορθή εκτίμηση αυτής, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, κατά την 01.09.1982 και απασχολήθηκε ως τακτικό προσωπικό αυτής, ως τεχνίτης υδραυλικός μέχρι την 24.05.2016, , οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης μετά και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ότι δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 αποζημίωση ανερχόμενη στο ποσό των 15000€, την προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ.1 του Ο.Ε.Υ.
αποζημίωση και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 49 §1 του Ο.Ε.Υ. κίνητρα εθελουσίας εξόδου και ότι δεν του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ) της εναγόμενης αποζημιώσεις, δηλαδή η εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού ποσού 14.675 ευρώ και η πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο λόγω εθελούσιας εξόδου ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του ποσού 5.145 ευρώ αντιστοίχως, που αποτελούν αποζημιώσεις οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.820 ευρώ, εφόσον ο ενάγων διάνυσε στην υπηρεσία της εναγόμενης χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε κατά την κύρια βάση τα αγωγής, επικαλούμενος τον παραπάνω Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ), άλλως επικουρικά (επικαλούμενος) την επιχειρησιακή συνήθεια και την αρχή της ίσης μεταχείρισης να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 30/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.526 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το Ειρηνοδικείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα " Η εναγόμενη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), είναι επιχείρηση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ειδικού σκοπού και αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, που έχει συσταθεί με το Π.
Δ. 161/1974, αρχικά, ως Δ.Ε.Υ.Λ. και στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του νόμου 1069/1980 "Περί κινήτρων διά την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως", (Φ.Ε.Κ. Α.Υ191/1980), μετατράπηκε με το Π.Δ.374/1981 σε Δ.Ε.Υ.Α.Λ. με τη μορφή του Ν.Π.Ι.Δ. κοινωφελούς χαρακτήρα και υπήχθη στις διατάξεις του νόμου αυτού (R 1069/1980).
Ο κοινωφελής χαρακτήρας της επιχείρησης μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 1 του ανώτεροι νόμου και στο συστατικό προεδρικό διάταγμα, αλλά σαφώς επιβεβαιώνεται και από το αντικείμενο της δραστηριότητας της, που συνίσταται στην εκμετάλλευση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Μετά τη συνένωση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) που έλαβε χώρα με το Ν. 2539/1997, ακολούθησε νέα συστατική πράξη της εναγόμενης επιχείρησης, η οποία εγκρίθηκε με την με αριθμό 19582/2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας (Φ.Ε.Κ. 5744/19-1-2005) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την με αριθμό 1263/2005 απόφασή του (Φ.Ε.Κ.
Ε 712336/1-9-2005). Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 56/5/24-1-2011 ν' απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Λάρισας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 837, τεύχος Β' της 12-5-2011, αποφασίσθηκε η συγχώνευση των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Λαρισαίων, δηλαδή της ΔΕΥΑ …, της ΔΕΥΑ ….. και της ΔΕΥΑ …. σε μια επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ" και συντετμημένα "Δ.Ε.Υ.Α.Λ.".
Η εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στη Λάρισα στις 01.09.1982 και απασχολήθηκε ως τεχνίτης υδραυλικός μέχρι τις 24.05.2016, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του και πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, λόγω συνταξιοδότησης, πληρώντας τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξη γήρατος, ως κρίθηκε..
όπως αυτό προκύπτει από τη με αριθ. 602/2016/122 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Λάρισας, με την οποία του χορηγήθηκε προσωρινή σύνταξη. Περαιτέρω, όμως, δεν καταβλήθηκαν σε αυτόν οι προβλεπόμενες από τις παρ. 1 του άρθρου 48 και της παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ της εναγόμενης ΔΕΥΑ Λάρισας εφάπαξ αποζημίωση τακτικού προσωπικού, αφού εξάλλου η εναγόμενη δεν απέδειξε την καταβολή της, ούτε και η ως κίνητρο καταβαλλόμενη πρόσθετη αποζημίωση, όπως εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερα από την εναγόμενη.
Ως προς την πρώτη παροχή, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε αφού συμπλήρωσε το 58° έτος της ηλικίας του και αφού συμπλήρωσε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας μεγαλύτερο των 20 ετών στην υπηρεσία της εναγόμενης και επομένως, βάσει των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, δικαιούται την εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48 παρ.1 περ.
γ' εδ. β'του Κανονισμού υπηρεσίας, όπως επίσης δικαιούται και την εκ της παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, η οποία εγκρίθηκε από την εναγόμενη (βλ. τη με αριθ. 92/15-4-2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης), ενώ, συντρέχουν επιπλέον για τον ενάγοντα οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης.
Τις ανωτέρω παροχές ο ενάγων δικαιούται χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, διότι, τόσο η πρόσθετη αποζημίωση όσο και το κίνητρο της εθελούσιας εξόδου δεν υπόκεινται στον περιορισμό της καταβολής αυτών μέχρι του ύψους των 2.250 ευρώ η κάθε μια, διότι, δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, ούτε καταβάλλονται συνεπεία της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και ως εκ τούτου δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/1920, ώστε να δύναται να θεωρηθούν πρόσθετη παροχή σε σχέση με την αποζημίωση που καταβάλλεται λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967...
Σημειώνεται ότι το εν λόγω κίνητρο αποχώρησης η εναγόμενη το χορηγεί σε όλους τους συνταξιούχους της που αποχώρησαν οικειοθελώς από την πρώτη στιγμή που προβλέφθηκε με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 18311/1986 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 311/1986, τ.Β', και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, για την εξισορρόπηση των σε βάρος των εργαζομένων αδικιών και ουσιαστικά ως αντιστάθμισμα της παρεχόμενης υπηρεσία τους μέχρι την απόλυσή τους, αλλά και για την αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού των ΔΕΥΑ και την επίτευξη της οικονομικής εξυγίανσης και ανακούφισης των εν λόγω επιχειρήσεων ή προς αποφυγή πρόσθετης επιβάρυνσης από υψηλόμισθους, λόγω μεγάλης προϋπηρεσίας υπαλλήλων τους.
Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων, ο οποίος συμπλήρωσε 33 χρόνια και 8 μήνες πραγματικής υπηρεσίας στην εναγόμενη ΔΕΥΑΛ, δικαιούται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης (βλ. την υπ5 αριθ. 217/29-9-2000 απόφαση του Δ.Σ. της Δ.Ε.Υ.ΑΛ η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια του άρθρου 46 του ΟΕΥ της ΔΕΥΑΛ, το ποσό των 14.675 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω κινήτρου εθελούσιας εξόδου, δηλαδή 2.935 ευρώ (ή 1.000.000 δρχ) X 5 χρόνια (διότι υπολείπονται τουλάχιστο πέντε (5) χρόνια μέχρι το 65° έτος της ηλικίας του" αφού αποχώρησε σε ηλικία 58 ετών) = 14.675 ευρώ και το ποσό των 4.851 ευρώ λόγω εθελούσιας εξόδου, που υπολογίζεται με 147 ευρώ (για όλους τους εργαζόμενους χωρίς διάκριση) X 33 χρόνια (τα χρόνια πραγματικής υπηρεσίας του ενάγοντος και όχι 35 χρόνια όπως εσφαλμένα αιτείται με την αγωγή του) και συνολικά δικαιούται 19.526 ευρώ.
Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.526 ευρώ" με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε δήλη ημέρα καταβολής του. ...." Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ενόψει της φύσης της αναιρεσείουσας, ως κοινωφελούς, η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ και η άλλη "πρόσθετη αποζημίωση" το ποσό των 2.250 ευρώ.
Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Α. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (βλ.
άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού). Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006), παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λαρισαίων και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με τη αυτή περιορισμό ως προς το ύψος τους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Και τούτο διότι, οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας ( ΑΠ 1493/2018, Ελ.Συν. I Τμ. Πράξη 94/2012, Ελ.Συν IV Τμ. Πράξη 0179/2013). Επομένως αφού οι παροχές αυτές συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ X 15%=2.250 ευρώ) για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δεν είναι νόμιμα (ΑΠ 1493/2018).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη των άρθρων 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία και δη ασάφεια γιατί δεν διευκρινίζεται αν ο αναιρεσίβλητος έλαβε από την αναιρεσείουσα το ποσό των 2.250 ευρώ, που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ.1 του ΝΔ 173/1973 και γι' αυτό ο λόγος από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, εξεταζόμενος αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος Επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων από το άρθρο 560 αρ 1 και 6 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1493/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 30/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ