350/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated350/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 350/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΜΕΔΕ) ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων" (ΕΤΑΑ) κατά την Διεύθυνση Δ' Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του τομέα ΤΣΜΕΔΕ, ως με την σειρά του καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), το οποίο (ΤΜΕΔΕ) εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 4552/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-3-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4552/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 9.9.2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε α) η από 22-4-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση οφειλών και β) η από 22-4-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση για τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις.
Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969, "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το Ν.Δ. 496/74, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α')..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β).., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1)..... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ.496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ, 305/1985 (ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 663/2011).
Με τον ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), του οποίου ήδη αποτελεί καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν.3655/2008, το αναιρεσείον Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/ 1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π.Δ.Δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.
Κατά το άρθρο 249 του Κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ. 5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του ΑΚ.
Με τo άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζονται, πλήν άλλων, τα εξής: Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεση τους, εκδίδονται απεριόριστα και από τo Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.
Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη. Με το άρθρο δε 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κ.λπ έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά το Ν 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.
Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους, με το άρθρο 7 δε του ίδιου νόμου ορίστηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη.
Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα, αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (FISCUS), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια, Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ.
Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, κατά το μέρος που ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων δια της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών και οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ.5 του αρθρ.250 ΑΚ (ΑΠ 741/2017, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1601/2014, 1645/2010).
Ήδη με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν.4075/2012, στο τέλος της παραγράφου 1 του Α Τμήματος του άρθρου 137 του ν. 3655/2008, προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν.3655/2008 (Α' 58), παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες".
Με βάση δε τα ανωτέρω, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προεκτεθέν προγενέστερο νομικό καθεστώς, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής, που λαμβάνει χώρα μετά τη συντελεσθείσα παραγραφή, και η βάσει αυτής κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης κατά τον ΚΕΔΕ, είναι ακυρωτέες, εφόσον βέβαια ο οφειλέτης υποβάλλει με ανακοπή σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ , και δεν χωρεί εφαρμογή του άρθρου 137 παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του ν.3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4075/2012, που εφαρμόζεται για τις μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές (ΑΠ 741/2017).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση επί του μοναδικού λόγου της ένδικης ανακοπής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων, πολιτικός μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων, ανέλαβε την εκτέλεση δημοσίων έργων και για τον λόγο αυτό έλαβε από το ΤΣΜΕΔΕ, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το καθού, εγγυητικές επιστολές για την εγγύηση της καλής εκτέλεσης αυτών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει στο καθού την ανάλογη προμήθεια.
Συγκεκριμένα έλαβε, μεταξύ άλλων, την υπ' αριθ. .../9.10.1997 εγγυητική επιστολή για το έργο "…", την υπ' αριθ. .../30.7.1998 εγγυητική επιστολή για το έργο "…", την υπ' αριθ. .../24.6.1999 εγγυητική επιστολή για το έργο "…", την υπ' αριθ. .../23.7.1999 εγγυητική επιστολή, την υπ' αριθ. .../23.10.1999 εγγυητική επιστολή για το έργο "Ολοκλήρωση εργασιών τεσσάρων συγκροτημάτων ...", την υπ' αριθ. .../16.8.1999 εγγυητική επιστολή για το έργο "…" και την υπ' αριθ. .../10.1.2000 εγγυητική επιστολή για το έργο "…".
Για τις ως άνω, μεταξύ άλλων, εγγυητικές επιστολές, το καθού στις 22.6.2015 κοινοποίησε στον ανακόπτοντα τις προσβαλλόμενες με την υπό κρίση ανακοπή πράξεις, καθορίζοντας το συνολικό ποσό των προμηθειών που ισχυρίζεται ότι του οφείλει ο ανακόπτων από αυτές μετά των τόκων, βεβαιώνοντας αυτές και καλώντας τον ανακόπτοντα να καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά....
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις του καθ' ου από τις ως άνω εγγυητικές επιστολές, για την προμήθεια εκ των οποίων εκδόθηκαν από το καθ' ου οι προσβαλλόμενες πράξεις, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του αρ. 250 παρ. 5 Α.Κ., διότι έχουν όλες, πλην ορισμένων, επιστραφεί προ της 1.1.2010, συνεπώς εσφαλμένα το καθ' ου εξακολούθησε να χρεώνει προμήθειες μετά την επιστροφή τους, ισχυρισμός ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν.
Όσον αφορά την υπ' αριθ. .../9.10.1997 εγγυητική επιστολή, την την υπ' αριθ. .../30.7.1998 εγγυητική επιστολή και την υπ' αριθ. .../23.10.1999 εγγυητική επιστολή, το έργο που εκτέλεσε ο ανακόπτων παραδόθηκε και παραλήφθηκε από τον εργοδότη στις 11.2.2009, όπως προκύπτει από το Πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το αντίγραφο γνωμοδότησης προς το Τεχνικό Συμβούλιο ΑΠΘ για την έγκριση της οριστικής παραλαβής σε σχέση με τις παραπάνω εγγυητικές επιστολές, που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, επομένως εσφαλμένα χρεώθηκαν προμήθειες σε βάρος του από τις ως άνω εγγυητικές επιστολές για το μετά τον ανωτέρω χρόνο χρονικό διάστημα εφόσον εξέλιπαν οι λόγοι χορήγησής τους, όσον αφορά την υπ' αριθ. .../24.6.1999 εγγυητική επιστολή, το έργο που εκτέλεσε ο ανακόπτων παραδόθηκε και παραλήφθηκε στις 30.6.2001, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της επιστολής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προς τη ...
ΑΤΕ και το από 31.7.2001 αντίγραφο βεβαίωσης περαίωσης αυτού, που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, επομένως εσφαλμένα χρεώθηκαν προμήθειες σε βάρος του από την ως άνω εγγυητική επιστολή για το μετά τον ανωτέρω χρόνο χρονικό διάστημα εφόσον εξέλιπαν οι λόγοι χορήγησής της, όσον αφορά την .../23.7.1999 εγγυητική επιστολή δεν προκύπτει ο λόγος, το έργο και ο εργοδότης για τον οποίο εκδόθηκε, συνεπώς εσφαλμένα χρεώθηκαν προμήθειες σε βάρος του ανακόπτοντα από την ως άνω εγγυητική επιστολή, όσον αφορά την υπ' αριθ. .../23.10.1999 εγγυητική επιστολή το έργο που εκτέλεσε ο ανακόπτων παραδόθηκε και παραλήφθηκε από τον εργοδότη στις 22.7.2009, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της επιστολής του εργοδότη ότι εξέλειψε ο λόγος για τον οποίο αυτή εκδόθηκε λόγω παράδοσης και παραλαβής του έργου με αριθμό πρωτοκόλλου .../22.7.2009 που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, επομένως εσφαλμένα χρεώθηκαν προμήθειες σε βάρος του από την ως άνω εγγυητική επιστολή για το μετά τον ανωτέρω χρόνο χρονικό διάστημα εφόσον εξέλιπαν οι λόγοι χορήγησής της, όσον αφορά την υπ' αριθ. .../16.8.1999 εγγυητική επιστολή, το έργο που εκτέλεσε ο ανακόπτων εγκρίθηκε και παραδόθηκε από αυτόν στις 28.3.2001, παρά το γεγονός ότι το Πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής συντάχθηκε πολλά χρόνια αργότερα κατά παράβαση του νόμου και όσον αφορά την υπ' αριθ. .../10.1.2000 εγγυητική επιστολή, το έργο που εκτέλεσε ο ανακόπτων εγκρίθηκε και παραδόθηκε από αυτόν στη 1.10.2008, όπως προκύπτει από το αντίγραφο κοινοποίησης πρωτοκόλλου προσωρινής και οριστικής παραλαβής και το αντίγραφο αποσπάσματος πρακτικών συνεδρίασης του Πρυτανικού Συμβουλίου του ΑΠΘ, που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, επομένως εσφαλμένα χρεώθηκαν προμήθειες σε βάρος του από την ως άνω εγγυητική επιστολή για το μετά τον ανωτέρω χρόνο χρονικό διάστημα εφόσον εξέλιπαν οι λόγοι χορήγησής της.
Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι, οι απαιτήσεις του καθ' ου κατά του ανακόπτοντα, για την καταβολή προμηθειών από τις ως άνω εγγυητικές επιστολές αναφορικά με το χρονικό διάστημα πριν τη 1.1.2010, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του αρ. 250 του Α.Κ., εφόσον οι προσβαλλόμενες πράξεις επιδόθηκαν στον ανακόπτοντα στις 22.6.2015. 0 ισχυρισμός του καθού, ότι η παραπάνω παραγραφή διεκόπη κατ' αρ. 260 Α.Κ.
διότι ο ανακόπτων ζήτησε στις 10.8.2009 τη ρύθμιση του χρέους του προς το καθ' ου και, συνεπώς, αναγνώρισε την οφειλή του, δεν ευσταθεί εν προκειμένω, διότι ο ανακόπτων δεν ισχυρίζεται ότι ουδέν οφείλει στο καθ' ου, αλλά ότι το ποσό που οφείλει είναι μικρότερο από το βεβαιωθέν με τις προσβαλλόμενες πράξεις, από δε τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει το καθ' ου δεν προκύπτει ότι η αίτηση ρύθμισης οφειλών του ανακόπτοντα αφορούσε και στις επίδικες εγγυητικές επιστολές και στις απαιτήσεις του καθ' ου από αυτές που κρίθηκαν παραγεγραμμένες ως άνω".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχτηκε ως βάσιμη την ένταση παραγραφής που είχε προτείνει ο ανακόπτων με την ανακοπή του και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτελέσεως. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου για προμήθειες και τόκους αυτών από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ που ήδη είχε συμπληρωθεί πριν από την 11.4.2012, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, που ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, αλλά ούτε τη διάταξη του άρθρου 137 Α' Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον η παραγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η δε βεβαίωση τούτων από το αναιρεσείον Ταμείο έγινε στις 22-4-2015.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησής του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4552/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ