350/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2004/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 625/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated350/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Full text
Απόφαση 350 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 350/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σακελλάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Η., 2) Θ. το γένος Δ. Κ., σύζυγος Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαρίτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2004/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 625/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.625/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν η από 7-10-2013 έφεση με τη σωρευόμενη σε αυτή, κατά την έννοια των άρθρων 152 επ., ΚΠολΔ, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και οι από 1-2-2014 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας ερήμην του υπ’ αριθμ.2004/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους λόγους της. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1, εδ.β’ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 πα.1β του ν.2207/1994, που άρχισε να ισχύει από 25-4-1994 (άρθρο 14 αυτού), κατά των αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί ερήμην, έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 1036/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Η προθεσμία αυτή της πιο πάνω διάταξης είναι καταχρηστική και η έναρξη της, σε αντίθεση με τη γνήσια προθεσμία της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, ενώ συμπληρώνεται με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης (οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ.1 (ΑΠ 106/2006).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ 1, 151, 152 παρ.1, 153, 155, 156, 158 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η παρέλευση άπρακτης της γνήσιας προθεσμίας ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, η οποία είναι τριάντα ημέρες, από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα και εξήντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, η οποία τυχόν ασκουμένη, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Ωστόσο, ο διάδικος, ο οποίος δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της προσδόσεως με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, της έννομης ενέργειας, που θα είχε σε περίπτωση εμπρόθεσμης άσκησης του.
Η αίτηση επαναφοράς, που αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, απευθυνόμενη στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, ασκείται είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο, στο υποχρεωτικό δε περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής ανήκει η αναφορά των λόγων, για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η ως άνω προθεσμία, του χρόνου άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων για την εξακρίβωση της αληθείας τους, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο, χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως αποφάσεως, να σχηματίσει σχετική δικανική πεποίθηση (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 980/2008, ΑΠ 462/2002).
Ανταποκρίνεται, έτσι, η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.
Συνεπώς, ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς, που αναιρούν τελικά την ;δια την ουσία του (ΑΠ 264/2013).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ’ αποτέλεσμα ενέργειά τους, να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής.
Ειδικότερα, με το λόγο αυτό ελέγχεται, μεταξύ άλλων, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία) υπάρχει, αν δεν αναφέρονται στο αντίστοιχο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της, τέτοια δε, παρά το νόμο, κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο, παρά την επαρκή έκθεση των ως άνω στοιχείων, απέρριψε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως αόριστη (ΑΠ 14/2007, ΑΠ 1966/2008, ΑΠ 480/2010, ΑΠ 1294/2010, ΑΠ 443/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγο της υπό κρίση αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη (απαράδεκτη), τη σωρευόμενη επικουρικά στην από 7-10-2013 έφεσή του, κατά της 2004/25-4-2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω απώλειας της γνήσιας προθεσμίας των εξήντα ημερών για την άσκηση της ένδικης έφεσής του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, επειδή δεν ανέφερε σε αυτή συγκεκριμένη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης μέσα στην καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών από τη δημοσίευσή της, (έναρξη της προθεσμίας των 60 ημερών της παρ.1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ), αν και τούτο δεν απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠολΔ για το φερόμενο ως αγνώστου διαμονής διάδικο, ενώ αναφέρονται με πληρότητα σε αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημά του περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Από την κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων στο από 7-10-2013 δικόγραφο της έφεσής του κατά της 2004/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην αυτού ως εναγομένου, δέχτηκε εν μέρει την από 19-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος του, πέραν των προβαλλόμενων λόγων έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της σωρευόμενης επικουρικά, στο ίδιο δικόγραφο αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ότι γνώση της εκκαλούμενης απόφασης έλαβε το πρώτον στις 30-9-2013, όταν του επιδόθηκε για δεύτερη φορά, καθώς, όπως ενημερώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αντιδίκων του, μετά τη δημοσίευση αυτής είχε προηγηθεί και άλλη επίδοση, την οποία όμως ο ίδιος, χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του, αγνοούσε, αφού οι ήδη αναιρεσίβλητοι αντίδικοι του, αν και γνώριζαν, ότι μετά το 2000 η κατοικία του βρισκόταν επί της οδού ..., ενεργώντας δολίως, εμφάνισαν και επέδωσαν, τόσο την ένδικη αγωγή τους, όσο και την εκκαλούμενη απόφαση, ως πρώην κάτοικο ...
και ήδη άγνωστης διαμονής, με συνέπεια, μέχρι την 30-9-2013, να μην έχει λάβει γνώση της ένδικης αγωγής και της εκδοθείσας επί αυτής εκκαλούμενης απόφασης, ενώ εξαιτίας της δόλιας αυτής τακτικής των αντιδίκων του, απώλεσε τη δικονομική προθεσμία προσβολής με έφεση της βαλλόμενης 2004/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την ημέρα της πρώτης επίδοσης της, καθώς του επιδόθηκε το πρώτο, μετά τη δημοσίευση της το 2002, ως πρώην κάτοικο ...
και ήδη αγνώστου διαμονής (ομοίως όπως και η αγωγή). Ζήτησε δε, κατόπιν τούτων, σύμφωνα με το άρθρο 152 ΚΠολΔ, να αναγνωριστεί ότι ασκείται εμπρόθεσμα ή σωρευτικά ασκούμενη στο ίδιο δικόγραφο εκπρόθεσμη έφεσή του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την υποβληθείσα, με το δικόγραφο της έφεσης, ως άνω αίτηση του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, την προηγούμενη της παρελεύσεως της 60ήμερης προθεσμίας ασκήσεως εκ μέρους του εφέσεως εναντίον της υπ’ αριθμ.2004/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως αόριστη, λόγω της μη αναφοράς της απωλεσθείσας γνήσιας προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης και, ακολούθως, απέρριψε την από 7-10-2013 κατά των αναιρεσιβλήτων απευθυνόμενη έφεση του αναιρεσείοντος εναντίον της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ.
λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της, δεχόμενο ειδικότερα κατά λέξη, τα εξής: ".... όσον αφορά την επαναφορά, που διώκεται (επικουρικά), λόγω απώλειας της γνήσιας προθεσμίας άσκησης της έφεσης ο εκκαλών, τόσο με την έφεσή του, όσο και με τις προτάσεις του, δεν επικαλείται συγκεκριμένη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης εντός της άνω τριετίας, για την έναρξη της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, των εξήντα ημερών, αφού αυτός φερόταν ως άγνωστης διαμονής, αναφέροντας μόνο ότι επιδόθηκε σ’ αυτόν η απόφαση μετά τη δημοσίευσή της, ως άγνωστης διαμονής.
Έτσι, όμως, η αίτηση επαναφοράς κατά το παραπάνω μέρος της, είναι αόριστη, λόγω της μη αναφοράς της απολεσθείσας γνήσιας προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, η ανάκτηση της οποίας διώκεται δια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση". Ενόψει όμως του ως άνω περιεχομένου της σωρευόμενης επικουρικά στο δικόγραφο της από 7-10-2013 έφεσης του αναιρεσείοντος αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, στην οποία διαλαμβάνονται με πληρότητα όλα τα αναγκαία από το νόμο (άρθρο 155 ΚΠολΔ), πραγματικά περιστατικά και στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματός της, χωρίς να απαιτείται προς τούτο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και η επίκληση του συγκεκριμένου χρόνου επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευσή της, αφού αυτός (ως αφετήριο σημείο της γνήσιας προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ) ευρισκόμενος πάντοτε εντός της οριζόμενης στην παρ.2 του ίδιου άρθρου 3ετίας, όπως και στην προκείμενη υπόθεση, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των ισχυρισμών του, υποστηρίζει ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της προαναφερομένης έφεσης - αίτησής του, μπορούσε ευχερώς να προκύψει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, το εφετείο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω αίτηση ως αόριστη, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα τούτων η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο με αυτή κεφάλαιο της, που αφορά την απόρριψη ως αόριστης της σωρευόμενης επικουρικά στο δικόγραφο της από 7-10-2013 έφεσης του αναιρεσείοντος αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με τα παράβολα του Δημοσίου και του Τ.Α.Χ.ΔΙΚ., όμως αυτά αναφέρονται στην από 20-4-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.625/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ