350/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated350/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", οι γενικοί όροι των συναλλαγών, ήτοι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι ο ασφαλιζόμενος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 350/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Σφουντούρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 13-11-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3537/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1371/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", οι γενικοί όροι των συναλλαγών, ήτοι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι ο ασφαλιζόμενος.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας των γενικών αυτών όρων κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Πρέπει δηλαδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2251/1994, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ` αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.
Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία κατά την άποψη του ασφαλισμένου διαταράσσουν την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και καθιστούν τον όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να προβάλλονται με σαφήνεια ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για να έχει αυτό τη δυνατότητα να κρίνει, στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, για την ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικού του σχετικού όρου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην τελευταία ως ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου το ποσό του 1.152.786 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επόμενη ημέρα της επίδοσης αυτής (αγωγής).
Αναφορικά με τη διάταξή της για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, επί λέξει: "Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία επικαλούμενη τους με αριθμό 7.12 όρο της ασφαλιστήριας σύμβασης, ζητεί την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος επιδίκασης τόκων υπερημερίας, υποστηρίζοντας ότι με βάση αυτόν (7.12 όρο), καθίσταται υπερήμερη όχι προγενεστέρως από την προς αυτήν επίδοση της τελεσίδικης απόφασης και συνακόλουθα, με τόκους βαρύνεται από την επομένη της ως άνω επίδοσης και όχι από την όχληση.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της μεταξύ των διαδίκων ως άνω αναφερόμενης ασφαλιστήριας σύμβασης, με τον ως άνω όρο αυτής (7.12) ορίζεται ότι "Το δικαίωμα του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης, σε περίπτωση δικαστικής επίλυσης της διαφοράς δεν γεννάται πριν την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου στον Ασφαλιστή".
Μια τέτοια συμφωνία, κατ’ αρχήν είναι έγκυρη ως συναπτόμενη στο πλαίσιο ατομικής διαπραγμάτευσης για έναρξη της οφειλής τόκων υπερημερίας από χρονικό σημείο μεταγενέστερο της όχλησης, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 340 και 345 ΑΚ. Όμως, ως σχετική ρήτρα που περιέχεται σε γενικούς όρους συναλλαγών (ΓΟΣ) και μάλιστα ασφαλιστηρίου πυρός, οι οποίοι έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, χωρίς να προηγηθεί ατομική διαπραγμάτευση, κατά κανόνα δε και χωρίς γνώση ή κατανόηση του περιεχομένου τους από τον ασφαλισμένο, που είναι το ασθενέστερο από τα συμβαλλόμενα μέρη και βρίσκεται σε μειονεκτικότερη διαπραγματευτική θέση, προκαλεί σημαντική διατάραξη συμβατικής ισορροπίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 "Περί προστασίας καταναλωτών" ως ισχύει κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης.
Στην προκείμενη περίπτωση, λοιπόν, η ως άνω ρήτρα του επίμαχου ασφαλιστηρίου, με βάση την οποία ορίζεται χρονικό διάστημα (από την όχληση έως και την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης) κατά το οποίο η οφειλέτιδα εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να παραλείπει αναιτιολόγητα και ενδεχομένως και υπαίτια την εκπλήρωση της υποχρέωσης της (καταβολής του ασφαλίσματος) χωρίς να υφίσταται τις νόμιμες συνέπειες και λαμβάνοντας συνάμα υπόψη, αφενός ότι το διάστημα αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα μακρύ, ενόψει των συνθηκών εκδίκασης των υποθέσεων της τακτικής διαδικασίας ενώπιον και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και αφετέρου ότι αφορά σ’ ασφάλιση επιχείρησης κατά του κινδύνου πυρός, με την οποία σκοπείται η κάλυψη μιας σοβαρής και έκτακτης ανάγκης της, που δημιουργείται από αιφνίδια και μη συνήθη καταστροφή περιουσιακών στοιχείων, η παροχή τόκων υπερημερίας έχει ιδιαίτερη σημασία.
Συνεπώς, ο ως άνω περιορισμός της σχετικής υποχρέωσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, οδηγεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε διατάραξη και μάλιστα υπέρμετρη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος της λήπτριας της ασφάλισης ενάγουσας εταιρείας-καταναλώτριας, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η περιστολή αυτή των δικαιωμάτων της από την ένδικη σύμβαση, δεν αντισταθμίζεται με άλλους όρους αυτής (σύμβασης).
Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο επίμαχος όρος του ασφαλιστηρίου είναι απαγορευμένος, ως καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος και συνεπώς πρέπει ν’ αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, έντοκα από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής".
Η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο, από τον αριθ,8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι, με το να δεχθεί ότι ο ανωτέρω όρος του ασφαλιστηρίου είναι απαγορευμένος ως καταχρηστικός (και ως εκ τούτου άκυρος), έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα (έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν) ότι α) δεν προηγήθηκε ατομική διαπραγμάτευση της ως άνω επίμαχης ρήτρας, β) ο ασφαλισμένος δεν είχε γνώση ή κατανόηση του περιεχομένου της, γ) αυτός είναι το ασθενέστερο από τα συμβαλλόμενα μέρη και βρίσκεται σε μειονεκτικότερη διαπραγματευτική θέση και δ) η ρήτρα προκαλεί σημαντική διατάραξη συμβατικής ισορροπίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 "Περί προστασίας καταναλωτών" ως ισχύει κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 14-11-2008 προτάσεων (προσθήκη-αντίκρουση), που η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η τελευταία ισχυρίστηκε προς αντίκρουση του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, περί ύπαρξης όρου του επίδικου ασφαλιστηρίου, που προβλέπει τόκους από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης, ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός (κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994), χωρίς όμως καμία αναφορά των στοιχείων εκείνων που διαταράσσουν την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και καθιστούν τον ως άνω όρο άκυρο ως καταχρηστικό.
Ειδικότερα, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αντένστασής της, επί λέξει, τα εξής: "Ο όρος που επικαλείται η αντίδικος περί μη τοκοφορίας της επίδικης απαίτησης είναι και διφορούμενος και καταχρηστικός: Διφορούμενος διότι στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (7.1). αναφέρει ότι το δικαίωμα του ασφαλισμένου γεννάται από την ημέρα κατά την οποία θα υποβάλλει στον ασφαλιστή τα δικαιολογητικά που αναφέρονται εκεί.
Στη συνέχεια όμως στην επικαλούμενη από την αντίδικο επόμενη παράγραφο (7.12) αναφέρει ότι αν υπάρξει δικαστική διένεξη, τότε το δικαίωμα του ασφαλισμένου ... γεννάται από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως. Δηλαδή το γεννηθέν δικαίωμα με την προσκόμιση των αιτηθέντων και προσκομισθέντων δικαιολογητικών ...
αποθνήσκει και γεννάται εκ νέου μόνο όταν το ... θελήσει η αντίδικος. Είναι φανερό ότι πρόκειται όχι απλά για διφορούμενο και καταχρηστικό όρο, αλλά και για ευθύ εκβιασμό: "θα πάρεις την αποζημίωση που εμείς θέλουμε να σου δώσουμε διαφορετικά θα τρέχεις επί 4 ή και περισσότερα χρόνια στα δικαστήρια χωρίς τόκους".
Αυτή ακριβώς είναι η λογική της αντιδίκου και η "απειλή" της προς εμάς." Τον ως άνω ισχυρισμό, όπως προβλήθηκε πρωτοδίκως, η αναιρεσίβλητη τον επανέφερε και στο Εφετείο με τις από 11-10-2010 προτάσεις της.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο επίμαχος όρος του ασφαλιστηρίου είναι καταχρηστικός (και άρα άκυρος), λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω υπό στοιχεία β’ , γ’ και δ’ περιστατικά, που στηρίζουν τον σχετικό ισχυρισμό, (το υπό στοιχείο α’ περιστατικό δεν αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό αυτού), χωρίς η αναιρεσίβλητη να τα επικαλείται κατά την προβολή της σχετικής αντένστασής της, υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση τόκων, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013) και στη συνέχεια να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό του 1.152.786 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της τελεσίδικης απόφασης. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1371/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση τόκων.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζοντας την από 18-12-2006 (και με αριθ. εκθ. κατ. 223178/11784/2006) αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το (επιδικασθέν με την ως άνω 1371/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) ποσό του ενός εκατομμυρίου εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι (1.152.786) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της εν λόγω εφετειακής απόφασης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ