350/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated350/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξετέρου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 350 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 350/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζύγου Θ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φαροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 978/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξετέρου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.
Σύνοικοι θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικιών και τα μέλη της οικογένειας τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, καθώς και το υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό τους, όχι όμως οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος ή δωματίου της ίδιας κατοικίας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι σύνοικος αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους.
Στηn προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 20.9.1997 αγωγή, την οποία έστρεφε κατά της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) και της Ι. Σ. περί καταδίκης τους σε δήλωση βουλήσεως για την εκτέλεση εργολαβικού προσυμφώνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 17.2.1998.
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 4691/16.10.1997 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ... προκύπτει ότι αντίγραφο της αγωγής με τη σχετική πράξη του γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου για τον ορισμό της δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε στην ανακόπτουσα.
Στην ίδια έκθεση επιδόσεως βεβαιώνεται από τη δικαστική επιμελήτρια ότι λόγω μη ανεύρεσης της τελευταίας στην κατοικία της, στην οδό ... αριθμό 10 της πόλης των … η αγωγή παραδόθηκε "στη σύνοικο σύζυγο της Ι. Σ.", που δήλωσε σ' αυτήν την ιδιότητα της συνοίκου. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι η Ι. Σ., αδελφή της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης, που παρέλαβε το παραπάνωέγγραφο δεν ήταν σύνοικος με την τελευταία, με βάση την έννοια του άρθρου 128 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή (Ι.
Σ.) κατοικεί με την οικογένεια της σε διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ... αρ. 10, όπου και την ανεύρε η δικαστική επιμελήτρια και της επέδωσε το σχετικό δικόγραφο, η δε ανακόπτουσα κατοικεί σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της ίδιας οικοδομής. Το γεγονός ότι οι δύο αδελφές κατοικούν σε διαφορετικά διαμερίσματα γνώριζε και η δικαστική επιμελήτρια, που επέδωσε την αγωγή, όπως η ίδια κατέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η Ι. Σ., που παράλαβε την ένδικη αγωγή, ως ένοικος άλλου διαμερίσματος, δεν είχε την ιδιότητα του συνοίκου της ανακόπτουσας και επομένως η σχετική επίδοση ως μη σύννομη, είναι άκυρη. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία είχε ορισθεί η συζήτηση της αγωγής, αναβλήθηκε αυτή για τη δικάσιμο της 10-11-1998, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή ερήμην της ανακόπτουσας και της Ι.Σ.
και έγινε κατ' ουσίαν δεκτή λόγω της ερημοδικίας τους, μα την προσβαλλόμενη με την ανακοπή 308/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο ισχυρισμός της καθής η ανακοπή ότι κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο συζήτησης της αγωγής δηλαδή την 17.2.1998, η ανακόπτουσα και η αδελφή της Ι. Σ. παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης για τη δικάσιμο της 10.11.1998, δεν αποδείχθηκε, καθόσον από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αντίγραφο του σχετικού πινακίου προκύπτει ως αποτέλεσμα της συζήτησης της αγωγής η αναβολή αυτής για τη δικάσιμο της 10.11.1998, δεν αναγράφονται όμως σ' αυτό οι παραστάσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, ούτε άλλωστε ο σχετικός ισχυρισμός αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου από τα νομοτύπως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα δεν αποδείχθηκε όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι από το 1995 η ανακόπτουσα και η αδελφή της παραλαμβάνουν η μια για την άλλη διάφορα έγγραφα, που αφορούν τη μεταξύ τους διαφορά επικαλούμενες την ιδιότητα της συνοίκου. Επομένως ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 128 ΚΠολΔ και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ της ανακόπτουσας και της αδελφής της, ως συγκυρίων οικοπέδου στην οδό ... αρ. 10 της πόλης των … και της καθής εκκαλούσας καταρτίσθηκε εργολαβική σύμβαση με την οποία οι πρώτες ανέθεσαν στην τελευταία την ανέγερση στο παραπάνω ακίνητο πολυώροφης οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής διαμερισμάτων.
Προς τούτο συντάχθηκε το .../1993 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Π. Αρβανίτη, στο οποίο περιελήφθη η εργολαβική σύμβαση, προσδιορίσθηκε η μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή και οι καθ' έκαστον χώροι αυτής, πού θα διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η αντιπαροχή της εργολάβου συνίσταται στη μεταβίβαση προς τις παραπάνω οικοπεδούχους διαιρετών χώρων της οικοδομής που αντιστοιχούσαν στα 400/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, σε αντάλλαγμα των μεταβιβασθέντων προς αυτή (εργολάβο) ποσοστών 600/1000 εξ αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου.
Συμφωνήθηκε ακόμα ότι η τελευταία θα κατέβαλε τα ασφάλιστρα του εργατοτεχνικού προσωπικού που θα απασχολούσε, για την ανέγερση της πολυκατοικίας και τις ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, ότι το έργο θα παρέδιδε πλήρως αποπερατωμένο σ' ότι αφορά τις οριζόντιες ιδιοκτησίες την 26-4-1993 και τους κοινόχρηστους χώρους την 26-1-1995 και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης αυτού οι οικοπεδούχοι είχαν δικαίωμα να κηρύξουν την εργολάβο έκπτωτη.
Με το ίδιο εργολαβικό συμβόλαιο καθορίστηκαν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής και του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο ειδικότερα αποτέλεσαν ανά ένα διαμέρισμα στο πρώτο, δεύτερο και πέμπτο όροφο της υπό ανέγερση οικοδομής. Πλην όμως η εργολάβος υπήρξε υπερήμερη ως προς τις υποχρεώσεις της για την εμπρόθεσμη εκτέλεση του συμφωνημένου έργου, το οποίο δεν είχε αποπερατώσει στις παραπάνω προθεσμίες, παρά τις συνεχείς έγραφες οχλήσεις και διαμαρτυρίες των οικοπεδούχων.
Έτσι την 18.3.2006 καταρτίσθηκε νέα συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων στην εργολαβική σύμβαση και καθορίσθηκε η 30.4.1996 ως χρόνος παράδοσης αποπερατωμένου του ίδιου έργου το οποίο μέχρι τη συμφωνία αυτή παρουσίαζε ελλείψεις και απαιτούσε περαιτέρω εργασίες τόσον στις οριζόντιες ιδιοκτησίες όσον και στους κοινόχρηστους χώρους, καθώς και η εξόφληση των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ που είχαν βεβαιωθεί σε βάρος των οικοπεδούχων, ενώ, όπως ήδη έχει αναφερθεί, τη σχετική υποχρέωση είχε αναλάβει η εργολάβος.
Πλην όμως και πάλι η εργολάβος δεν υπήρξε συνεπής προς τις παραπάνω υποχρεώσεις της και έτσι οι εναγόμενες - οικοπεδούχοι με την από 12.6.1996 εξώδικη διαμαρτυρία που επιδόθηκε στην ενάγουσα εργολάβο την 18.6.1996 την κήρυξαν έκπτωτη, λόγω της αντισυμβατικής της συμπεριφοράς ασκώντας σχετικό συμβατικό δικαίωμα, το οποίο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης, που επέφερε τη λύση για το μέλλον της εργολαβικής σύμβασης .
Η εργολάβος -ενάγουσα με εξώδικη δήλωση της προς τις οικοπεδούχους - εναγόμενες, που επιδόθηκε σ' αυτές την 28.6.1996, ισχυρίσθηκε ότι το συμφωνημένο έργο είχε αποπερατωθεί από το 1995, γεγονός αναληθές, καθόσον όπως προαναφέρθηκε έχει συμβληθεί στην μεταγενέστερη παραπάνω συμφωνία για την παράταση του χρόνου παράδοσης αυτού ολοκληρωμένου, στην οποία .εκτίθενται όλες οι εργασίες που έπρεπε να γίνουν για την ολοκλήρωση του, όπως βάψιμο, τοποθέτηση θυροτηλεφώνων, διακοπτών, θυρών, ντουλαπών, βρυσών, νεροχυτών, θερμαντικών σωμάτων, λεκανών, νιπτήρων κ.λπ στα διαμερίσματα της αντιπαροχής καθώς και η λειτουργία του ανελκυστήρα και του καυστήρα, που δεν είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε.
Το ότι δεν είχε αποπερατωθεί το συμφωνημένο έργο μέχρι το χρόνο που κηρύχθηκε έκπτωτη η εργολάβος, προκύπτει ακόμα και από την από 10.1.1997 δήλωση του εκπροσώπου της προς τις οικοπεδούχους την 10.1.1997 για την ολοκλήρωση εργασιών στους κοινόχρηστους χώρους και στα διαμερίσματα της αντιπαροχής. Το ίδιο γεγονός προκύπτει και από την από 8.10.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ.
Σ., πού ορίσθηκε πραγματογνώμονας με την 333/2001 απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε αγωγή των οικοπεδούχων κατά της εργολάβου για την καταβολή των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν για την αποπεράτωση της πολυόροφης οικοδομής. Στην ίδια έκθεση, που συντάχθηκε το 2003) γνωμοδοτεί ο πραγματογνώμονας ότι η κατασκευή της πολυκατοικίας έγινε με σοβαρές παραλείψεις και ελλείψεις τόσον στα διαμερίσματα της αντιπαροχής όσον και στους κοινόχρηστους χώρους αυτής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέχρι την υπαναχώρηση των εναγομένων από την εργολαβική σύμβαση, είχαν συμπράξει οι τελευταίες για τη μεταβίβαση των δύο διαμερισμάτων του εργολαβικού ανταλλάγματος. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά η υπό κρίσιν αγωγή με την οποία η εργολάβος - ενάγουσα ζήτησε την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως των εναγομένων οικοπεδούχων ενώπιον συμβολαιογράφου για τη μεταβίβαση, σε εκτέλεση του εργολαβικού προσυμφώνου, των ποσοστών του υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος, που αντιστοιχούν στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου επικαλούμενη την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων από το ένδικο προσύμφωνο και την υπαίτια άρνηση των εναγομένων να συμπράξουν για τη μεταβίβαση αυτή, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως ορθώς εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της καθής η ανακοπή ερημοδικίας -ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας της ανακόπτουσας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 308/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο Α)κατά το μέρος που έκρινε άκυρη την ερημοδικία της εναγομένης διότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση δεν είχε την ιδιότητα του συνοίκου αυτής δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
που προσήκει όχι δε από τους αριθ. 1 και 6 που αναφέρονται στο αναιρετήριο και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος . Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς τη παραδοχή περί της ακυρότητας της ερημοδικίας είναι απαράδεκτος διότι η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ στην περίπτωση της παράβασης δικονομικής διάταξης όπως είναι οι προεκτεθείσες, αλλά μόνο όταν αναφέρεται σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά ουσιαστική διάταξη νόμου, και Β) κατά το μέρος που έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. 361 ,389 επ.
Α.Κ ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών γι 'αυτό ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το αντίγραφο του σχετικού πινακίου της αρχικής δικασίμου (17-2-1998) που προσκόμισε μ' επίκληση η αναιρεσείουσα στο οποίο γίνεται και ειδική αναφορά με την απόφαση. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή τα συγκεκριμένα έγγραφα που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2011 αίτηση της Μ. συζ. Ν. Μ. το γένος Κ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 978/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ