Legislator Case Law & Legislation
350/2011 AI generated

350/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 350/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αγωγή αποζημιώσεως κατά μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας, από δόλο αυτών με αίτημα της μειοψηφίας (1/3) (άρθρο 22 α’ παρ. 1, 2, 4 ν. 2190/20. Έννομη επιρροή παραίτησης της μειοψηφίας από αίτημα εγέρσεως της εταιρικής αγωγής. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

Legislator headnote

AI generated

350/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου και του πρόσθετου δικογράφου της κρινόμενης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί για την περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αντίθετη από 27-12-2007 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσιβλήτων.

Keywords

AI generated
corporate criminal liability management contract management remuneration corporate overindebtedness conduct of the undertaking mismanagement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 350 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αγωγή αποζημιώσεως κατά μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας, από δόλο αυτών με αίτημα της μειοψηφίας (1/3) (άρθρο 22 α’ παρ. 1, 2, 4 ν. 2190/20. Έννομη επιρροή παραίτησης της μειοψηφίας από αίτημα εγέρσεως της εταιρικής αγωγής. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

ΑΡΙΘΜΟΣ 350/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

A. Των αναιρεσείοντων: 1. Β. Ι. Β., κατοίκου ... 2. Γ. Π. Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Β. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο Σ. Σ. του Β. απεβίωσε την 11-4-2010 την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι: 1. Σ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ε. Ε., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της και 2. Β. Σ. του Σ., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Ανώνυμος Εταιρία Σταθμός Εφοδιασμού Πλοίων δια Καυσίμων", η οποία εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θανόπουλο. B. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Ανώνυμος Εταιρία Σταθμός Εφοδιασμού Πλοίων δια Καυσίμων", η οποία εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θανόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Ι. Β., κατοίκου ... 2. Γ. Π. Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Β. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο Σ. Σ. του Β. απεβίωσε την 11-4-2010 την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι: 1. Σ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ε. Ε., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της και 2. Β. Σ. του Σ., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρείας ΣΕΚΑ ΑΕ και επικουρικώς αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6881/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3494/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν:

α) οι αναιρεσείοντες με την από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους ως και τους από 28 Ιουλίου 2009 και 8 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 505/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, για τη δικάσιμο του ιδίου τμήματος της 4-10-2010 προκειμένου συνεκδικαστεί με την από 25-11-2009 επικουρική αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως και β) η επικουρικώς αναιρεσείουσα με την από 25-11-2009 αίτησή της ως και τους από 30 Αυγούστου πρόσθετους λόγους της.

Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι υπό στοιχείο Α. καλούντες - αναιρεσείοντες με την από 06.07.2010 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε Α. την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 28-7-2009 και 8-12-2009 προσθέτων λόγων αυτής και Β.

την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου και του πρόσθετου δικογράφου της κρινόμενης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί για την περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αντίθετη από 27-12-2007 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσιβλήτων.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσεσιβλήτων την απόρριψή των αντιστοιχα, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 27-12-2007 αίτηση αναιρέσεως των Β. Β., Γ. Α. και Σ. Σ. με τους από 28-7-2009 και 8-12-2009 πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως και β) από 25-11-2009 επικουρικώς, υπό την αίρεση παραδοχής της πρώτης, ασκούμενη αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της Σ.Ε.Κ.Α Α Ε. με τους από 30-8-2010 πρόσθετους λόγους της, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή (3494/2007) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δικ.). Η δίκη που διακόπηκε, λόγω θανάτου κατά την 11-4-2010, του αναιρεσείοντος - επικουρικώς αναιρεσιβλήτου Σ. Σ., νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του σύζυγο και τέκνο του Σ. χήρα Σ. Σ.. και Β. Σ. Σ. αντιστοίχως, εφόσον δεν αντιλέγει και η αναιρεσίβλητη - επικουρικώς αναιρεσείουσα ΣΕΚΑ Α. Ε. (άρθρα 286 περίπτωση α', 288, 290 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ).

Κατά το άρθρο 22α παρ. 1,2 και 4 του κωδ. ν. 190/1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του ν.3604/2007 και το άρθρο 3 του ν. 3873/2010, "1. Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων δια παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν της εταιρείας. 2.

Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού οικογενειάρχου. Τούτο δεν ισχύει δια τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας υπόχρεων εις πάσαν επιμέλειαν. 4. Η εταιρεία δύναται να παραιτηθεί των προς αποζημίωσιν αξιώσεών της ή να συμβιβασθή μετά πάροδον διετίας από της γενέσεως της αξιώσεως και μόνον εφ' όσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευσις και δεν αντιτίθεται μειοψηφία εκπροσωπούσα το 1/4 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου κεφαλαίου".

Κατά δε το άρθρο 22β παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.2339/1995, "Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν αποφασίσει τούτο η γενική συνέλευση με απόλυτη πλειοψηφία ή ζητήσουν τούτο από το διοικητικό συμβούλιο μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.

Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπόψη εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες προ της αιτήσεως. Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 714, 297, 298 και 914 του Α.Κ.

συνάγεται ότι καθιερώνεται ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας για κάθε υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια - με διαβαθμισμένη αυστηρότερα μορφή αυτής για τον διευθύνοντα σύμβουλο - πρόκληση ζημίας στην εταιρεία κατά τη διαχείριση των υποθέσεών της και παρέχεται δικαίωμα και στη μειοψηφία μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, να ζητήσουν την άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως κατά των προσδιοριζόμενων μελών του διοικητικού συμβουλίου, από την εταιρεία, η οποία στη συνέχεια υποχρεούται να ασκήσει την εταιρική αγωγή, μέσα στα πλαίσια της εντολής που έλαβε, ενώ τέτοιος περιορισμός δεν υφίσταται, όταν η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου, οπότε η αγωγή στηρίζεται σε ίδιο δικαίωμα της εταιρίας, ανεξαρτήτως αν υπήρξε και απόφαση της πλειοψηφίας της γενικής συνελεύσεως των μετόχων ή της μειοψηφίας του 1/3.

Περαιτέρω είναι μεν αλήθεια ότι η διάταξη του άρθρου 22β. του κ.ν. 2190/1920, που παρέχει δικαίωμα στη μειοψηφία των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας να ζητήσει από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας την άσκηση της εταιρικής αγωγής εναντίον των μελών του διοικητικού συμβουλίου, λόγω υπαίτιας κακοδιοίκησης της εταιρείας, έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καταργηθεί, περιορισθεί ή δυσχερανθεί η δυνατότητα άσκησης του εν λόγω δικαιώματος από το καταστατικό ή τη γενική συνέλευση, πλην όμως είναι δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου και κατά συνέπεια είναι δεκτικό μονομερούς παραιτήσεως, κατά τις διατάξεις που διέπουν γενικά τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται να υποχρεωθούν αυτοί, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρίας, να καταβάλουν σ' αυτή το συνολικό ποσό των 960.931.681 δραχμών ή 2.820.049 ευρώ, ως αποζημίωση για πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται σε δόλο αυτών, θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα διότι ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 22β του κ.ν. 2190/1920, κατόπιν αιτήματος προς το διοικητικό συμβούλιο των μετόχων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας Ι.

και Π. Ν. Β., οι οποίοι όμως με το από 20-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν παραιτηθεί του δικαιώματος να ασκήσουν οποιεσδήποτε αξιώσεις τους για το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1986 - 1993 κατά του πρώτου από αυτούς Β. Ι. Β. και των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας εταιρίας για την εκ μέρους τους διοίκηση και διαχείριση της εταιρικής περιουσίας.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο οι εναγόμενοι επανέφεραν νομίμως με σχετικό λόγο εφέσεώς τους ενώπιον του Εφετείου, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Τον Απρίλιο του έτους 1995, όταν η Ι. και Π. Ν. Β. πληροφορήθηκαν από τον τύπο ότι οι διαχειριστές της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας (του κατά την 2-7-1973 αποβιώσαντος Ν.

Ι. Β.) Β. και Θ. Ι. Β. διαπραγματεύονταν, χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν, τη μεταβίβαση ποσοστού 50% των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε" προς την εταιρεία "ARAMCO OVERSEAS COMPANY S.A.", αρνήθηκαν να συνυπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή, το δε Μάιο του ίδιου έτους άσκησαν κατά των πιο πάνω διαχειριστών αγωγή λογοδοσίας και αποδόσεως της περιουσίας τους.

Ενόψει των εξελίξεων αυτών και ύστερα από διαπραγματεύσεις, που έγιναν με τη βοήθεια άγγλων δικηγόρων, μεταξύ των Ι. και Π. Ν. Β. αφενός και των Β. και Θ. Ι. Β. αφετέρου, υπογράφηκε στο Λονδίνο το από 20-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ρυθμίσθηκαν ζητήματα που απέρρεαν από τη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας τους.

Στα πλαίσια των σχετικών ρυθμίσεων όλα τα περιουσιακά και επιχειρηματικά στοιχεία και συμφέροντα (η "περιουσία") κατανεμήθηκαν στις ακόλουθες κατηγορίες: α) στην αμφισβητούμενη περιουσία, στην οποία περιλήφθηκαν μόνον οι μετοχές και τα δικαιώματα των Ι. και Π. Ν. Β. στην εταιρεία ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε., β) στη μη αμφισβητούμενη περιουσία, στην οποία περιλήφθηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία, για την οποία δεν υπήρξε καμμιά αμφιβολία περί του ότι ανήκει σ' αυτούς, περιλαμβάνονταν δε στην κατηγορία αυτή και τα κρίσιμα για την αγωγή περιουσιακά συμφέροντά τους και συγκεκριμένα οι μετοχές που αντιπροσωπεύουν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας εταιρείας, γ) στο "υπόλοιπο" της περιουσίας, στην οποία περιλήφθηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία που κατέλιπε ο Ν.

Ι. Β. στα τέκνα του, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της διαθήκης του και δ) στην κληρονομηθείσα περιουσία, στην οποία περιλήφθηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία, που κληρονομήθηκε αρχικά από τους Ι. και Π. Β. δυνάμει της ίδιας διαθήκης, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία που περιλήφθηκαν στις τρεις πιο πάνω κατηγορίες.

Κατά τους όρους του συμβιβασμού η Ι. και Π. Ν. Β. εισέπραξαν κατά τις προθεσμίες που ορίσθηκαν 61.000.000 δολ. Η.Π.Α. ο καθένας. Ο σκοπός στην εν λόγω σύμβαση διακανονισμού ήταν να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του Θ. Β. αφενός και των Ι. και Π. Ν. Β. αφετέρου σχετικά με την κυριότητα, διαχείριση και διοίκηση συγκεκριμένων μετοχών και άλλων περιουσιακών τους στοιχείων, ώστε να διευκολυνθεί η κατάρτιση της από 5-4-1995 συμβάσεως πωλήσεως για τη μεταβίβαση στην εταιρεία με την επωνυμία ARAMCO OVERSEAS COMPANY S.A.

συμφερόντων που περιλαμβάνονταν ή αφορούσαν συγκεκριμένη περιουσία που περιγράφεται στη σύμβαση ως η "φιλονεικούμενη περιουσία". Σύμφωνα με τον όρο 9.1 της συμβάσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση που ορίζεται στον όρο 2 - που ήταν η ολοκλήρωση της συμβάσεως πωλήσεως με την εταιρεία ARAMCO - η οποία ολοκληρώθηκε στις 14-3-1996, κάθε συμβαλλόμενο μέρος έναντι των άλλων συμβαλλομένων μερών αυτής της συμβάσεως αμετάκλητα και χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, παραιτείται και εγκαταλείπει οποιεσδήποτε και όλες τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσεως και από οποιαδήποτε αιτία τυχόν έχουν γεννηθεί ή μπορούν να γεννηθούν σχετικά με όλα τα δικαιώματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, κατά τον όρο 9.1.3, στην κυριότητα, τη διαχείριση ή διοίκηση από το θάνατο του Ν.

Ι. Β. της μη αμφισβητούμενης περιουσίας (τέτοια παραίτηση θα ισχύει μόνον από τη μεταβίβαση της κυριότητας της μη αμφισβητούμενης περιουσίας ή άλλης περιουσίας, σύμφωνα με τον όρο 3.1.2. στους Ι. και Π. Ν. Β. και με τον τρόπο που προβλέπεται στην παρούσα σύμβαση). Εξάλλου σύμφωνα με τον όρο 9.3 της ίδιας συμβάσεως κάθε συμβαλλόμενο μέρος συμφωνεί ότι ο ίδιος ή η ίδια προσωπικώς ή οποιαδήποτε εταιρεία η οποία ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από αυτόν ή αυτήν δεν θα ασκήσει, επισπεύσει ή υποβάλει οποιαδήποτε αξίωση ή ενέργεια ή διαδικασία εναντίον του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σχετικά με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο περιουσιακό στοιχείο, με τη μη αμφισβητούμενη περιουσία η με την κληρονομηθείσα περιουσία καθ' οιονδήποτε χρόνο, εκτός από οποιαδήποτε αξίωση, αγωγή ή ενέργεια για αθέτηση της παρούσας συμβάσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας τους πιο πάνω όρους του συμβιβασμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. έκρινε ότι με τους όρους αυτούς η Ι. και Π. Ν. Β. παραιτήθηκαν όλων των αξιώσεων που τυχόν θα είχαν εναντίον του πρώτου εναγομένου, του Θ. Β. και των προσώπων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας τους και ότι η παραίτηση αυτή αφορά όχι μόνο τους ίδιους αλλά και τα νομικά πρόσωπα των εταιρειών, που ελέγχονταν άμεσα ή έμμεσα από αυτούς, κατ' επέκταση δε και τα δικαιώματα που παρέχει ο νόμος στους μετόχους μιας ανώνυμης εταιρείας για επιζήμιες ως προς αυτή πράξεις ή παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου, πλην όμως λόγω του ότι η σχετική διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν μπορεί να την παρακάμψει, να την αναιρέσει ή να την περιορίσει η αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως και ότι για το λόγο αυτό, κατά το μέρος που η Ι.

και Π. Ν. Β. παραιτήθηκαν από το σχετικό δικαίωμα της μειοψηφίας ανώνυμης εταιρείας προς άσκηση εταιρικής αγωγής, ακύρως παραιτήθηκαν και δεν δεσμεύει η παραίτηση ούτε παράγει έννομα αποτελέσματα. Οι εναγόμενοι και εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο όρος αυτός της συμβάσεως συνιστούσε παραίτηση των δυο συμβαλλομένων από τις αξιώσεις τους που απέρρεαν από τη διοίκηση και διαχείριση της αμφισβητούμενης περιουσίας τους, από τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρειών οι μετοχές των οποίων αποκτήθηκαν λόγω κληρονομιάς από αυτούς, αλλά και παραίτηση από τα δικαιώματα που αναγνωρίζει ο κ.ν. 2190/1920 στους μετόχους μιας ανώνυμης εταιρείας για επιζήμιες ως προς αυτή πράξεις η παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου της, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση κατέχει η ρύθμιση του ν. 2190/1920.

Ωστόσο, η εταιρική αγωγή, ακόμη και όταν ασκείται κατόπιν αιτήσεως των μετόχων της μειοψηφίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22β του ν. 2.190/1920, δεν παύει να ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας και κατά συνέπεια, αφού το σχετικό δικαίωμα δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντά τους, παραίτηση τούτων από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν θα είναι έγκυρη, εκτός αν ληφθεί απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας κατά τους όρους του άρθρου 22α παρ. 4 του ν. 2.190/1920.

Εφόσον λοιπόν η ενάγουσα δεν υπήρξε συμβαλλόμενη στο συμφωνητικό της 20-1-1996 ούτε εξάλλου έχει ληφθεί απόφαση της γενικής συνελεύσεώς της για απαλλαγή των εναγομένων από την ευθύνη τους για τις ζημιογόνες πράξεις τους σε βάρος της δεν επέφερε έννομες συνέπειες γι' αυτήν η παραίτηση των μετόχων της μειοψηφίας από την άσκηση του δικαιώματος τούτου και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η παραίτηση αυτή περιέχεται στον υπό στοιχεία 9.3 όρο του από 20-1-1996 συμφωνητικού".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι προξενήθηκε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα από δόλο των αναιρεσειόντων - εναγομένων, μελών του διοικητικού συμβουλίου της, κατά τη διαχείριση των υποθέσεών της ζημία, ποσού 1.156.022 ευρώ, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή για το εν λόγω χρηματικό ποσό, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή για μεγαλύτερο ποσό (1.225.065 ευρώ).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 22α παρ.1, 2, 4 και 22β παρ.1 του κωδ. ν. 2190/1920 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ.), απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε χωρίς δικαίωμα, παρότι οι μέτοχοι που αποτελούσαν τη μειοψηφία του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, ύστερα από αίτηση των οποίων ασκήθηκε η αγωγή αυτή από την εταιρία, είχαν παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμά τους με τον όρο 9 του από 20-1-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε στα πλαίσια συμβιβασμού μεταξύ των Π.

και Ι. Ν. Β. από τη μια πλευρά και των Β. Β. και Θ. Β. από την άλλη. Το ζήτημα που ανακύπτει με τους λόγους αυτούς είναι, αν η παραίτηση μετόχων της μειοψηφίας του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας από τις αξιώσεις τους κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας για πράξεις και παραλείψεις αυτών κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, καθιστά ανενεργό το δικαίωμά τους να ζητήσουν μετά ταύτα από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας την άσκηση αγωγής για τις ίδιες πράξεις και παραλείψεις των ανωτέρω μελών του διοικητικού συμβουλίου, που αποδίδονται σε δόλο αυτών και αν παρά ταύτα η ίδια μειοψηφία υποβάλει τέτοια αίτηση για την άσκηση αγωγής προς το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο, έχοντας υποχρέωση εκ του νόμου, συμμορφούμενο προς την αίτηση, ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως της εταιρίας κατά των ως άνω μελών του, η αγωγή αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 22β παρ.1 εδ.

γ' του κ.ν. 2190/1920, με την οποία καθιερώνεται αυτοτελής υποχρέωση του διοικητικού συμβουλίου να ασκήσει εταιρική αγωγή κατά των μελών του, αν η ζημία που προκάλεσαν στην εταιρία οφείλεται σε δόλο αυτών. Το ζήτημα όμως αυτό είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, για το λόγο δε αυτό αλλά και για την ενότητα της νομολογίας πρέπει οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β του Κ.Πολ.Δικ., να επιφυλαχθεί δε το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων του κύριου και των πρόσθετων δικογράφων της αναιρέσεως καθώς επίσης και της συνεκδικαζομένης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό λόγους της από 27-1-2007 αιτήσεως των Β. Β., Γ. Α. και Σ. Σ. για αναίρεση της 3494/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους του κύριου και των πρόσθετων δικογράφων της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της συνεκδικαζομένης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους αυτής μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τους παραπεμπόμενους σε αυτή λόγους αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ