Legislator Case Law & Legislation
350/2009 AI generated

350/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 350/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

350/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): V.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής , διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 350 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 350/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 10-3-2004 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Τεχνική Ολυμπιακή ΑΕ - Μοχλός ΑΕ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2005 μη οριστική και 268/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2008 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-3-2008 αίτησή τους και με τις από 12-12-2008 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 2-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ...... και τις κάτω από αυτήν βεβαιώσεις του άρθρου 128 § 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγινε η επίδοση, αποδεικνύεται ότι, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από αντίγραφο του δικογράφου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.

Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος.

Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. 'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη από 17-2-2004 αγωγή του εκθέτει τα ακόλουθα: Το Φεβρουάριο του έτους 2000 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία που την αποτελούσαν οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσες) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως τεχνίτης εφαρμογής σιδηροπλισμού στις οικοδομικές εργασίες του έργου "κατασκευή κυκλοφοριακής σύνδεσης Λιμένα ......".

Στις 20-4-2001 κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπέστη βαρύ τραυματισμό λόγω μη τήρησης από τις εναγόμενες των μέτρων ασφαλείας που επιβάλει ο νόμος. Ζήτησε δε, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον η καθεμιά να του καταβάλουν 120.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν αυτές εις ολόκληρον να του καταβάλουν λόγω της αναπηρίας που υπέστη από το ατύχημα 60.000 ευρώ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το τελευταίο πιο πάνω ποσό ( των 60.000 ευρώ) ζητήθηκε ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ότι η αγωγή σε σχέση με το κονδύλιο αυτό είναι νόμιμη κατά το άρθρο 931 ΑΚ. Ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσία.

Όμως, με το ως άνω περιεχόμενο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση η αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό είναι νόμω αβάσιμη, αφού η από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία, η οποία αποκαθίσταται και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναιρέσεως ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο, με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 § 3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης που αναφέρεται στο ίδιο πιο πάνω κεφάλαιο.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11εδ. γ' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ιδίου κώδικα το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του για την αλήθεια ή όχι πραγματικών γεγονότων που ασκούν αμέσως ή εμμέσως ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, άλλως καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11εδ.

γ' ΚΠολΔ. Στην υπόθεση που κρίνεται, αναφορικά με τη μόνιμη ή πρόσκαιρη αναπηρία του αναιρεσιβλήτου, που αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του είδους και της βαρύτητας της προσβολής του για τον καθορισμό του της χρηματικής ικανοποίησης αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του ( άρθρο 932 ΑΚ), όπως προκύπτει από το δικόγραφο των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειουσών που υποβλήθηκαν ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αυτές για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου είχε ως συνέπεια την πρόσκαιρη και όχι μόνιμη αναπηρία αυτού, προσκόμισαν με επίκληση, μεταξύ άλλων εγγράφων, και την από 31-5-2006 έκθεση του νομίμως διορισθέντος από αυτές τεχνικού, συμβούλου ιατρού- ορθοπεδικού, ...... .

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στην κρίση του περί της μόνιμης αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, την από 18-1-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τον ιατρό (χειρουργό- ορθοπεδικό) ...... και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την πιο πάνω έκθεση που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Τούτο αδιστάκτως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV.- Η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου και, επομένως, δεν ιδρύεται με αυτή (αναλογικότητα) λόγος αναιρέσεως αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί εάν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού παραβιάσθηκε και η αρχή της αναλογικότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ανελέγκτως τα περιστατικά που αναφέρονται στο λόγο αυτό και στην προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση αυτά (περιστατικά) έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω του τραυματισμού του από το ατύχημα, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την συνταγματικώς κατοχυρωμένη (με το άρθρο 25 του Συντάγματος) δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας, διότι το άνω ποσό είναι υπέρογκο και εξοντωτικό γι' αυτές, το οποίο κλονίζει σοβαρά την οικονομική και επιχειρηματική τους οντότητα, και έτσι υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 άλλως αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου και δεν ιδρύεται, σε περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ) αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί εάν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού παραβιάσθηκε και η αρχή της αναλογικότητας, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

V.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής , διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις , υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους, που έχουν κατατεθεί στις 11-12-2008, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, υποβάλλουν το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και συγκεκριμένα, την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να αποδώσει στην πρώτη από αυτές το ποσό των 24.016,85 ευρώ, το οποίο ισχυρίζονται ότι κατέβαλε σ' αυτόν η πρώτη αναιρεσείουσα σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης.

Όπως, όμως, αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις αναιρεσείουσες από 30-5-2008 έγγραφη απόδειξη, η καταβολή στον αναιρεσίβλητο του ως άνω ποσού έγινε ύστερα από την 102/2008 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Δικαστηρίου τούτου που ανέστειλε την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την καταψηφιστική διάταξή της για το πέραν των 20.000 ευρώ ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932), δηλαδή για το κεφάλαιο που δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, το ως άνω αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.8/2008 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ