Legislator Case Law & Legislation
34/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds regarding a lawyer's contract dispute with a municipality.

Case Number 34/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a lawyer against a municipal court decision regarding her employment contract. The court found the appeal arguments based on jurisdictional overreach and factual errors to be unfounded. Consequently, the lower court's ruling upholding the contract's validity was confirmed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 4 C.Pol.D.; Art. 562 para. 2 lit. c C.Pol.D.; Art. 561 para. 2 C.Pol.D.; Art. 2 C.Pol.D.; Art. 176, 183, 191 para. 2 C.Pol.D.: An appeal based on jurisdictional overreach is inadmissible if the lower court did not actually exercise jurisdiction over a matter belonging to another authority, and an appeal based on erroneous factual premises is rejected when the contested decision did not rely on the alleged facts.

Keywords

AI generated
jurisdictional overreach factual premises lawyer employment contract municipal liability appeal dismissal legal costs administrative act validity

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 4 C.Pol.D.
Art. 562 para. 2 lit. c C.Pol.D.
Art. 561 para. 2 C.Pol.D.
Art. 2 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 34 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 34/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του Π., κατοίκου Λάρισας, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και διόρισε και πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Χρήστο Δετσαρίδη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Κιλελέρ" που εδρεύει στην Νίκαια Λάρισας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κούλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-10-2022 με αριθμ.καταθ.59/20-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία από αμοιβές για την παροχή εργασίας (αρθ.677 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε), με αριθ. 364/23-8-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 19-11-2014 με αριθμ.καταθ.340/19-11-2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 8-9-2017 με αριθμ.καταθ.558/12-9-2017 πρόσθετους λόγους της, κατά της με αριθμ. 14/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της, η από 9-8-2013 και με αριθ. καταθ.697/9-8-2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου με αντικείμενο Α.

την αναγνώριση α) της σχέσης που συνδέει την ενάγουσα - αναιρεσείουσα δικηγόρο, με το εναγόμενο-ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Κιλελέρ", ως σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία αορίστου χρόνου και β) της υπερημερίας του εναγομένου λόγω μη καταβολής των οφειλόμενων με την άνω σύμβαση αποδοχών της του μηνός Αυγούστου 2013 και εντεύθεν και Β.

την υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες της ενάγουσας ως δικηγόρου με βάση την ίδια σύμβαση, και με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές της. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της άνω αγωγής και την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (23-8-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (20-10-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 43 και 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013) (νέος Κ.Δ.) - όπως ισχύουν από 27.9.2013 και τα αντίστοιχα άρθρα 63 και 92 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α. 235/8.10.1954) 'Περί του Κώδικος των Δικηγόρων (παλαιός Κ.Δ.) - όπως ίσχυσαν πριν από την 27.9.2013 (άρθρο 166 ν. 4194/2013) - 174, 180, 648, 653, 655, 656, 681, 361, 713 ΑΚ, προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο, με πάγια ετήσια ή μηνιαία (περιοδική) αμοιβή - αντιμισθία, είναι επιτρεπτή και έγκυρη, μόνο, υπό τη μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κ.Δ. (παλαιό και νέο) καθώς και, συμπληρωματικά, από τις περί εντολής και περί παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις του ΑΚ, ενώ έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις, που ισχύουν στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφ' όσον συνδυάζονται, προσαρμόζονται και εναρμονίζονται προς τις διατάξεις του παλαιού και νέου Κ.Δ. (ΟλΑΠ 25/2002, ΑΠ 557/2021).

Ειδικότερα, η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 417/2021).

Η σύμβαση έργου καθώς και η συμφωνία (σύμβαση) παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια περιοδική αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχολήσεως δικηγόρου και, εάν (τυχόν) έχουν καταρτισθεί, θεωρούνται εξ υπαρχής, δηλ. από την κατάρτισή τους, ως σύμβαση ιδιόρρυθμης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια περιοδική αντιμισθία, για αόριστο χρόνο (ΑΠ 557/2021, ΑΠ 908/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, προκύπτει ότι από 10.10.1989 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 1868/1989), η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του Ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή, (από πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από έναν πρόεδρο πρωτοδικών του πρωτοδικείου της έδρας του δικηγορικού συλλόγου, τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 1 δετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου και έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου), ύστερα από προκήρυξη και σύμφωνα με την οριζόμενη από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας καθιστά τη σύμβαση άκυρη, σύμφωνα με την παρ.6 εδαφ.

δ' της διάταξης αυτής, με εξαίρεση την πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας, ή του νομικού συμβούλου των ανωτέρω προσώπων, για τους οποίους δεν ισχύει η προαναφερόμενη διαδικασία πρόσληψης και οι οποίοι, άσχετα με τον τίτλο που κατέχουν, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ' αυτόν και τα όργανα του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους (ΑΠ 1196/2022, ΑΠ 557/2021, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 1101/2017).

Ως δημόσιος δε τομέας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 9 του Ν. 1232/1982 και 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, νοείται, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 1892/1990, ο οριζόμενος από το άρθρο 51 αυτού (το οποίο τροποποίησε το άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982). Ειδικότερα, στο άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως το εδάφιο β' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.6 του ν.3229/2004, ορίζεται ότι: "1.0 κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο:

α (...), β. Τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Εποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ' ύλην αυτοδιοίκησης...", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.5 του ν. 1586/1986 ορίστηκε ότι η αληθινή έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 είναι ότι σ' αυτή περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΑΠ 1196/2022).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.2 και 3 του ν.3274/2004 "Οργάνωση ΟΤΑ - Δικηγόροι ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 195/19-10-2004) - σε αντικατάσταση των άρθρων 245 και 246 του ν. 1188/1981 (που δεν μεταβλήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν.3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), προβλέπεται η δυνατότητα πρόσληψης δικηγόρων από δήμους κλπ με σχέση έμμισθης εντολής, που συνιστώνται κατά τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτών (ΑΠ 1448/2019, ΑΠ 723/2018), και ορίζεται ότι η πρόσληψη αυτή γίνεται με τη διαδικασία που καθορίζεται από το ν. 1649/1986, όπως κάθε φορά ισχύει.

Εξάλλου, με το άρθρο 30 του ν.2738/1999 με τον τίτλο "Άνεργοι Επιστήμονες", προβλέπεται ότι όσοι ολοκλήρωσαν το "Πρόγραμμα κατάρτισης και απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας ανέργων επιστημόνων αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ σε θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Τοπικής Ανάπτυξης" καταλαμβάνουν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου κενές θέσεις μόνιμου προσωπικού του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του δήμου στον οποίο πραγματοποίησαν την κατάρτιση, του κλάδου ή της ειδικότητας στην οποία καταρτίστηκαν, εφόσον κατέχουν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία γενικά προσόντα διορισμού και υποβάλλουν αίτηση στον οικείο δήμο μέχρι τις 30-11-1999.

Η διάταξη αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, αφορά προσλήψεις μόνιμου προσωπικού με σχέση δημοσίου δικαίου στους ΟΤΑ και δεν αφορά τις προσλήψεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, όπου εφαρμόζονται οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Τέλος, επί άκυρης για οποιονδήποτε λόγο συμβάσεως εργασίας ή έμμισθης εντολής δικηγόρου, ο εργοδότης, που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου ή του δικηγόρου, δεν καθίσταται υπερήμερος και, συνεπώς, δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσεως εργασίας ή εντολής, αφού αυτή δεν αναγνωρίζεται από το νόμο και δεν μπορεί να συνεχισθεί χωρίς τη θέλησή του (ΑΠ 557/2021, ΑΠ 1187/2019).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 757/2015).

Ο ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 694/2019).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 330/2022, Α.Π.153/2019, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά από παραδοχή της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της, δεν έλαβε υπόψη της τους αγωγικούς ισχυρισμούς της που την θεμελίωναν κατά νόμο και δη στη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2738/1999 και 22 παρ.1 του Συντ/τος, και κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 30 του ν.2738/1999 και 11 του ν. 1649/1986, απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη, αφού έκρινε άκυρη την μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. (Ο.Τ.Α.) ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και όχι αυτή του άρθρου 30 του ν.2738/1999, την οποία εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά θα έκρινε νόμιμη την αγωγή της και ακολούθως θα την έκανε δεκτή κατ'ουσία.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην από 9-3-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που επισκοπείται παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εξέθετε τα εξής: Ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, και στις αρχές του έτους 2000 προσλήφθηκε με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία σε κενή οργανική θέση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Νικαίας (Λάρισας) ως δικηγόρος, με απόφαση του Δημάρχου και κατόπιν απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του ίδιου Δήμου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2738/1999 μετά από συμμετοχή της στη διαδικασία επιλογής ανέργων επιστημόνων του νόμου αυτού, η οποία είναι ειδική και υπερισχύουσα της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 για την πρόληψη των δικηγόρων, που δεν τηρήθηκε για την πρόσληψή της.

Ότι στα πλαίσια της σχέσης αυτής στις νομικές της υπηρεσίες προς τον ανωτέρω Δήμο περιλαμβάνονταν και η εκπροσώπησή του, με παράστασή της ενώπιον των δικαστηρίων, για τον χειρισμό των δικαστικών του υποθέσεων, τις οποίες παρείχε, αμειβόμενη με την πάγια μηνιαία αντιμισθία κατά τις ισχύουσες διατάξεις για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, από τις 10-2-2000 μέχρι την 1-2-2011 στον άνω Δήμο Νικαίας και εντεύθεν τις παρέχει στο υπεισελθόν στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματά του, εναγόμενο - αναιρεσίβλητο - ν.π.δ.δ. (καλλικρατικό "Δήμο Κιλελέρ").

Ότι το τελευταίο αποδεχόταν κανονικά τις άνω υπηρεσίες της μέχρι το Μάρτιο του 2013, όταν αιφνίδια, δια του αρμοδίου υπαλλήλου του αρνήθηκε την καταβολή των αποδοχών της του μηνός Απριλίου 2013, την υπογραφή του σχετικού εντάλματος πληρωμής και την εκκαθάριση κάθε μελλοντικής δαπάνης της, επικαλούμενο τη μη επανυποβολή χρηματικών ενταλμάτων του έτους 2005 που είχαν εκδοθεί επ' ονόματί της για την καταβολή των αποδοχών της και είχαν επιστραφεί αθεώρητα από τη δεύτερη υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λόγω μη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 για την πρόσληψή της ως δικηγόρου.

Ότι η ανωτέρω άρνηση του εναγομένου Δήμου να καταβάλει τις αποδοχές της είναι παράνομη, διότι η εν λόγω δαπάνη εμμίσθου δικηγόρου εξαιρείται του προληπτικού ελέγχου με το άρθρο 169 παρ.2 του ν.3463/2006, αλλά και καταχρηστική, διότι από το έτος 2006 που δεν επανυποβλήθηκαν από τον δικαιοπάροχο του, Δήμο Νικαίας, τα εντάλματα για την πληρωμή των αποδοχών της έχουν παρέλθει επτά (7) έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων το εναγόμενο αποδέχεται κανονικά τις ανωτέρω παρεχόμενες, αποκλειστικά σε αυτό, υπηρεσίες της ως δικηγόρου και εξ αυτού του λόγου της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι τυγχάνει δικηγόρος του Δήμου με έμμισθη εντολή αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία, σε περίπτωση δε που δεν αναγνωριστεί η σχέση αυτή που τη συνδέει με το εναγόμενο επί δεκατρία έτη, η οποία το πρώτον αμφισβητείται, θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική και ηθική βλάβη.

Κατόπιν τούτων και μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής της, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος ζήτησε να αναγνωριστεί: α) ότι η 10-2-2000 σχέση που τη συνδέει με το εναγόμενο ν.π.δ.δ (Δήμο Κιλελέρ), είναι σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, κατά τα άνω, λόγω συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεών της, άλλως κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ β) η υπερημερία του εναγομένου ως εργοδότη από τον Απρίλιο του 2013 και εντεύθεν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της στην ίδια θέση, της δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια αντιμισθία, για αόριστο χρόνο.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το Εφετείο, κατά παραδοχή της από 19-11-2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, όπως διευρύνθηκε με τους από 8-9-2017 πρόσθετους λόγους, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη, με αριθμ.14/2014, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η άνω αγωγή, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής αυτής και την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω, διαλαμβανόμενους στο αγωγικό δικόγραφο, πραγματικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας δικηγόρου, απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς συνδέουσα την ίδια με τον εναγόμενο ν.π.δ.δ. (Ο.Τ.Α) σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, το κύρος της οποίας προϋπέθεταν όλα τα αγωγικά αιτήματα, είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης των όρων σύναψής της, αφού κατά τα εκτιθέμενα δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 για την πρόσληψη της ενάγουσας δικηγόρου από το αναφερόμενο ν.π.δ.δ, η οποία ήταν αναγκαία καθόσον, όπως ιστορείται στην αγωγή, η ενάγουσα δικηγόρος παρείχε και υπηρεσίες δικαστικής εκπροσώπησης, η δε διαδικασία του άρθρου 30 ν.2738/1999 που τηρήθηκε, προβλέπεται για την πρόσληψη σε θέση διοικητικού υπαλλήλου.

Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή, αφού έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής της- όπου, σημειωτέον, δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντ/γος, όπως ισχυρίζεται στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα και κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 1649/1986 και 30 του ν.2738/1999.

Ειδικότερα, για την πρόσληψη της ενάγουσας - αναιρεσείουσας δικηγόρου από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. (Ο.Τ.Α), με την επικαλούμενη, από 10-2-2000, σχέσης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, της οποίας ζητείται, με το πρώτο αγωγικό αίτημα, η αναγνώριση και το κύρος της οποίας προϋποθέτουν και τα λοιπά αγωγικά αιτήματα, απαιτούμενη ήταν η τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.

Και τούτο καθόσον ο αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας Δήμος Νικαίας, ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Ο.Τ.Α, που ανήκε στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρ. 51 παρ.1 του ν. 1892/1990, 1 παρ.6 ν. 1256/1982, 19 παρ.5 του ν. 1586/1986, όπως και το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Δήμος Κιλελέρ", που υπεισήλθε μεταγενέστερα, από την 1-1-2011, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, δυνάμει του ν.3852/2010, και επιπρόσθετα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα δικηγόρος κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς αυτό ασχολούνταν και με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεών του έναντι τρίτων.

Και οι μεταγενέστερες, των ανωτέρω, διατάξεις των άρθρων 21 παρ.2 και 3 του ν.3274/2004 "Οργάνωση ΟΤΑ-Δικηγόροι ΟΤΑ" και 165 και 166 του ν.3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", για την πρόσληψη σε θέσεις δικηγόρων που συνιστώνται στους Δήμους με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ορίζουν ως τηρητέα τη διαδικασία του άρθρου ν. 1649/1986.

Περαιτέρω, επειδή, όπως ιστορείται στην αγωγή, για την πρόσληψη της ενάγουσας δικηγόρου με την επικαλούμενη σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη κατά νόμο διαδικασία της ανωτέρω εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 11 του ν.1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το αρθ. 18 του ν. 1868/1989, σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου αυτού, η σχέση αυτή είναι άκυρη, με συνέπεια να μην επάγεται έννομες συνέπειες (αρθ. 174 ΑΚ), και δεν καθίσταται έγκυρη με την ιστορούμενη στην αγωγή καταχρηστική αμφισβήτηση τους κύρους αυτής εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου ν.π.δ.δ. (ΑΠ 316/2020).

Η αναφερόμενη πρόσληψη της ενάγουσας, με απόφαση του Δημάρχου Νικαίας κατόπιν απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του ιδίου Δήμου, σε κενή οργανική θέση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2739/1999, μετά από τήρηση της διαδικασίας του νόμου αυτού, αφορά πρόσληψη σε θέση μόνιμου διοικητικού υπαλλήλου του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου και όχι δικηγόρου με την επικαλούμενη ένδικη έννομη σχέση για την οποία αποκλειστικά εφαρμοστέα είναι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11 του ν.1649/1986, η οποία δεν είναι γενική και μειωμένης ισχύος έναντι της ειδικής και υπερισχύουσας αυτής του άρθρου 30 του ν.2739/1999, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται και ιστορείται στην ένδικη αγωγή.

Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή με βάση τους ανωτέρω διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της ισχυρισμούς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο υπό κρίση πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1353/2018). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1310/2022, ΑΠ 485/2019, Α.Π. 837/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κρίνοντας άκυρη την ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής η οποία ερείδεται επί της υπ' αριθμ. 13/1991 αποφάσεως του Δημάρχου Νίκαιας, ακύρωσε καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του την νόμιμη αυτή ατομική διοικητική πράξη, καλυπτόμενη από το τεκμήριο νομιμότητας, η ακύρωση της οποίας ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι με την προσβαλλομένη απόφαση, στα πλαίσια της απόρριψης της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης, ουδόλως κρίθηκε, ούτε παρεμπιμπτόντως (αρθ.2 του ΚΠολΔ), το κύρος ή η ακυρότητα της ιστορούμενης στον υπό κρίση λόγο διοικητικής πράξης, της υπ' αριθμ. 13/1991 αποφάσεως του Δημάρχου Νικαίας, και ούτε διαλαμβάνεται στις προαναφερόμενες αιτιολογίες της ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα- αναιρεσείουσα σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου ερείδεται επί της ανωτέρω αποφάσεως του Δημάρχου Νικαίας, όπως εσφαλμένως θεωρεί η αναιρεσείουσα.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμος Κιλελέρ", που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος τους (αρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2022 και με αριθ. 59/20-10-2022 αίτηση της Ε. Λ. του Π., για αναίρεση της με αριθμό 364/23-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (διαδικασίας από αμοιβές για παροχή εργασίας).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ