Legislator Case Law & Legislation
34/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding alleged document distortion in civil property dispute.

Case Number 34/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance court's decision in a property distribution case. The appellant alleged that the lower court distorted the content of seven documents but failed to specify which documents or what content was distorted. The court ruled that this ground for cassation was vague and insufficient because it did not identify the specific documents or the precise content allegedly misinterpreted by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20 and 577 of the Code of Civil Procedure; A ground for cassation alleging distortion of document content is invalid if it fails to specify the documents and the exact content distorted, requiring clear identification of the alleged error.

Keywords

AI generated
cassation appeal document distortion specific grounds property distribution Code of Civil Procedure evidence evaluation legal standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 § 1 item b', 556 § 1, 558 paragraph a', 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 268 of the Code of Civil Procedure as amended by Law 4335/2015
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 495 § 3 item e', 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 42/2002
Supreme Court 1/1999
Supreme Court 1154/2021
Supreme Court 1181/2019
Supreme Court 1271/2121
Supreme Court 501/2021
Supreme Court 595/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 34 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αυγέρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Κ. Γ., θυγ. Κ. Τ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τζιάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ι. θυγ. Κ. Τ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2014 μη οριστική, 132/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 07.10.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 254/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την από 15.11.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 132/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 10.05.2012 αγωγή διανομής ακινήτου συγκυριότητας των διαδίκων.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 268 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παράγραφος 2 των αυτών άρθρου και νόμου, από την 01.01.2016, ορίζεται ότι: "1.

Μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή. 2. ... . 3. ... . 4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν.". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου ένατου του ως άνω άρθρου 1 και στην παράγραφο 2 αυτού του ν. 4335/2015 ("Μεταβατικές και άλλες διατάξεις") ορίζεται ότι: "2.

Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές." και στην παράγραφο 4 ότι: "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.". Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 12 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι: "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο." σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 εδάφ.

α' του αυτού Εισαγωγικού Νόμου που ορίζει ότι: "1. Το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση." καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή, κατά την οποία, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειάς τους (Α.Π. 23/2022, Α.Π. 872/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 337/2021, Α.Π. 1324/2019, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 1496/2017, Α.Π. 350/2017, Α.Π. 323/2007, Α.Π. 12/2000).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 502 § 2, 506 § 3, 577 § 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (Α.Π. 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 449/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση εκτιμάται ότι ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι αυτό, με την πληττομένη απόφασή του, μετά από αντικατάσταση της αιτιολογίας, απέρριψε τον οικείο λόγο της εφέσεώς του, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαραδέκτως απέρριψε την ασκηθείσα με τις προτάσεις του της 24.02.2016 ανταγωγή για τον λόγο ότι αυτή (ανταγωγή) δεν ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα προηγηθέντα, η ανταγωγή, μετά την 01.01.2016, έπρεπε να ασκηθεί κατά τον διαγραφόμενο στις διατάξεις του άρθρου 268 §§ 1, 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τρόπο και ως εκ τούτου το Εφετείο ορθά απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεώς του.

Περαιτέρω, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διότι δεν αναγνώρισε, ως ισχυρίζεται, το δικαίωμά του να διανεμηθεί ο όλος οικοπεδικός χώρος ως ένα, ενιαίο και μοναδικό οικόπεδο, προσώπου 19.07 μέτρων και, έτσι, επήλθε έκπτωση από το δικαίωμά του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα. Στις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του άρθρου 417 του π.δ. 14/1999 ("Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας"), στο οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 2 του ν.δ. 690/1948 και 6 § 1 του ν. 651/1977), ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

Απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη αρτίων οικοπέδων, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο, είτε κατά το βάθος. 2. ... . 3. Κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας, η οποία απαγορεύεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη. 4. ... ".

Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας τμήματος οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα (Α.Π. 461/2021, Α.Π. 903/2018, Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 981/2007), η μείζων δε αυτή έκταση, της οποία επιχειρείται κατάτμηση, μπορεί να είναι άρτια είτε κατά τον κανόνα είτε κατά παρέκκλιση (Σ.τ.Ε. 4541/2009).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι με ακυρότητα πλήττεται η κατάτμηση ασκεπών χώρων προοριζομένων για ανοικοδόμηση, με την κατά κυριότητα μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων αυτών, εάν τα προκύπτοντα από αυτή νέα οικόπεδα δεν είναι άρτια (A.Π. 461/2021, Α.Π. 1076/2006), πρέπει δε η μη αρτιότητα αυτή να δημιουργείται με τη συγκεκριμένη μεταβίβαση.

Αφορά, δηλαδή, η απαγόρευση μόνο ακάλυπτους χώρους, δηλαδή τμήματα οικοπέδου επί των οποίων δεν υφίστανται κτίρια και όχι τμήματα επί των οποίων υπάρχει οικοδομή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος (Α.Π. 824/2010, Α.Π. 696/2009, Α.Π. 1248/2004).

Όμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκουσίας παραδόσεως της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή (Ολ.Α.Π. 485/1982).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (Α.Π. 1315/2020, Α.Π. 562/2018, Α.Π. 625/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφήρμοσε τον νόμο (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 675/2021, ΑΠ 272/2020). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ.

συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους εμπίπτει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επιπλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., επίσης, λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π 32/1996, Α.Π. 355/2022, Α.Π. 1183/2021, Α.Π. 1265/2008).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και δωδέκατος (κατά τα πρώτο σκέλος του) λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, οι παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δέχθηκε το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφήρμοσε, δεν εξειδικεύονται τα σφάλματα του Εφετείου, αλλά ούτε και γίνεται μνεία στο σύνολό τους των πραγματικών περιστατικών που καθιστούν τις αιτιολογίες της αποφάσεως (έστω και κατά ένα μέρος) αντιφατικές.

Επίσης, για τη θεμελίωση των ως άνω λόγων δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια στο αναιρετήριο ποιο είναι το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση η παραβίαση κατά ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 617/2020, Α.Π. 268/2019, Α.Π. 824/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναιρέσεως αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την πληττομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του, καίτοι αποδείχθηκαν, τους παρατιθεμένους ισχυρισμούς του.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) του περιεχομένου του αναιρετηρίου, οι παρατιθέμενοι σ' αυτό ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που αυτός θεωρεί ότι κακώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ώστε να καλύπτονται από τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, αλλά πρόκειται για απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματά του σε σχέση με την ουσία της υποθέσεως και τις αντίστοιχες παραδοχές του Δικαστηρίου.

Ειδικότερα στο σύνολό τους οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνοψίζονται, κατ' εκτίμηση, στην υποστήριξη της θέσεώς του ότι το διανεμητέο ακίνητο δεν είναι το ένδικο, αλλά άλλο μεγαλύτερο καθώς και ότι οι συμβολαιογραφικώς γενόμενες μεταβιβάσεις, για διάφορες νόμιμες αιτίες, που αφορούσαν το διανεμητέο, για τον παραπάνω λόγο, ήσαν άκυρες, μη επαγόμενες έννομα αποτελέσματα.

Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί στο σύνολό τους είτε συνιστούν αρνητική απάντηση στην από 10.05.2012 αγωγή διανομής είτε συνιστούν νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα σε σχέση με την ουσία της υποθέσεως και τις αντίστοιχες παραδοχές του Δικαστηρίου.

Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και, στην περίπτωση παραπόνου για μη λήψη αυτών υπόψη, πρέπει να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1498/2021, Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1229/2021, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 26/2022, Α.Π. 1484/2021.

Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995). Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο από το οποίο προκύπτει ότι είναι αναληθής η υπεύθυνη δήλωση του ν. 651/1977 της τοπογράφου μηχανικού Ε.

Μ. στο από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα όπως και αποδεικτικά μέσα αφορώντα τη βούληση του διαθέτη με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 36/1976 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) του αναιρετηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, αναφερόμενος σε αποδεικτικά μέσα, αναφέρεται σε ισχυρισμούς και επιχειρήματά του σχετιζόμενους με επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, που δεν υιοθετήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 του Κ.Πολ.Δ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επελεύσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κτλ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος. Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 935/2021, Α.Π. 1287/2019, ΑΠ 319/2009).

Με το δεύτερο σκέλος του δωδεκάτου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι εφήρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου για το (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ.

του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 42/2002) και όχι όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωσή του και κατέληξε από την εκτίμηση αυτού μόνου ή σε συσχετισμό με τις υπάρχουσες υπόλοιπες αποδείξεις, σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1154/2021, Α.Π. 1181/2019).

Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και έμμεσα, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1271/2121, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 595/2020).

Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της υποθέσεως, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στο αναιρετήριο επτά εγγράφων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος διότι, καίτοι ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ουδεμία αναφορά γίνεται στο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, στα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το (δήθεν) παραμορφώσαν αυτά Δικαστήριο όπως και οι ουσιώδεις ισχυρισμοί, για την απόδειξη των οποίων χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρα 495 § 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.10.2019 αίτηση του Θ. Τ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 254/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ