Legislator Case Law & Legislation
34/2020 AI generated

34/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 34/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

34/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έκτοτε παρείχε την εργασία της με την ίδια ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες εργασίας με διαδοχικές μηνιαίες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονταν εκ περιτροπής μήνα παρά μήνα μέχρι τις 3-5-2005. Στην πραγματικότητα όμως κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εργοδότριας τράπεζας και ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 4 του π.δ 180/2004.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 34 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής εκκαθαρίστριας της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Π. συζύγου Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 645/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 445/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7-5-2015 αίτησης του Ν. Μ. ως ειδικού εκκαθαριστή της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 206/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 31-8-2018 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση ανέγνωσε την από 13-11-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αποστολάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με αριθμό 9109/4-10-2018 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Κυπαρισσίας Ν. Κ. προκύπτει ότι, μετά από την έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της από 31-8-2018 κλήσεως με την οποίαν επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 7-5-2015 αίτηση αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς επίσης και ακριβές αντίγραφο της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την έκδοση της με αριθμό 445/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της λόγω μη νόμιμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης κατά τη δικάσιμο εκείνη (της 29-1-2018), για την οποίαν η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου από την αρχική δικάσιμο της 24-4-2017, κατά την οποίαν ωστόσο δεν προέκυπτε ότι ο εμφανισθείς ως πληρεξούσιος δικηγόρος της διέθετε τη σχετική προς εκπροσώπησή της πληρεξουσιότητα για την εν λόγω αναβολή. Επομένως εφ` όσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 206/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-9-2014 έφεση του αρχικού ειδικού εκκαθαριστή - αναιρεσείοντος Ν. Μ. της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "...", (ήδη αντικατασταθέντος από την εταιρεία "...

ΑΕ") κατά της με αριθμό 645/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την από 9-8-2013 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, με την οποίαν η τελευταία ζήτησε να αναγνωρισθεί η απαίτησή της έναντι της υπό εκκαθάριση τράπεζας, ύψους 21334,16 ευρώ και δη διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών μηνιαίων αποδοχών που αντιστοιχούσαν σε μειωμένο ωράριο απασχόλησή της ως καθαρίστριας κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας από την άνω εργοδότιδα και παρά την άρνησή της και των πράγματι οφειλομένων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης για το χρονικό διάστημα από 3-5-2005 ως 30-6-2012, την οποίαν (απαίτηση) δεν πρόλαβε να αναγγείλει στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως εντός της προθεσμίας προς επαλήθευση των απαιτήσεων των πιστωτών της τελευταίας, καθώς και το δικαίωμά της να συμμετέχει προνομιακά στις διανομές.

H αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα προσλήφθηκε στις 3-10-1994 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο τραπεζικό υποκατάστημά της στο ..., με πλήρες ωράριο εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή επί επτά ώρες ημερησίως.

Έκτοτε παρείχε την εργασία της με την ίδια ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες εργασίας με διαδοχικές μηνιαίες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονταν εκ περιτροπής μήνα παρά μήνα μέχρι τις 3-5-2005. Στην πραγματικότητα όμως κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εργοδότριας τράπεζας και ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 4 του π.δ 180/2004.

Προς τούτο το Διοικητικό Συμβούλιο της πιο πάνω τράπεζας διαβίβασε με θετική εισήγησή του που περιλαμβανόταν στο 20/20-12-2004 πρακτικό του, την αίτηση της ανακόπτουσας για τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της καθαρίστριας. Στη συνέχεια το ΑΣΕΠ με την 1/15-3-2005 απόφαση του Δ' Τμήματος του αποφάνθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της ανακόπτουσας στις άνω διατάξεις, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς ωστόσο να αποφανθεί το ΑΣΕΠ ότι πρέπει να μεταβληθούν κατά τα λοιπά οι συνθήκες εργασίας της, έτσι ώστε να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, όπως κρίθηκε και από την εκκαλουμενη και είναι αβάσιμα όσα αντίθετα ισχυρίζεται με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης ο εκκαλών.

Μετά την εν λόγω απόφαση του ΑΣΕΠ η εργοδότρια τράπεζα στις 3-5-2005 κατάρτισε με την ανακόπτουσα, όπως συνέβη και με τις υπόλοιπες 578 καθαρίστριες που απασχολούσε, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως όχι με πλήρες ωράριο όπως ώφειλε, συμμορφούμενη με την άνω απόφαση του ΑΣΕΠ, αφού η σύμβαση αυτή έπρεπε να καταρτιστεί με τις ίδιες συνθήκες εργασίας (με πλήρες ωράριο), όπως ίσχυαν πριν την κατάρτισή της, (όπως ήδη κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου μεταξύ τους με την 69/2009 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης με την 121/2011 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, όπως εκτίθεται παρακάτω), αλλά με μειωμένη απασχόληση, καθώς κατά τους όρους της από 3-5-2005 σύμβασης η ανακόπτουσα θα προσέφερε την εργασία της ως καθαρίστρια επί τρείς ώρες και πενήντα λεπτά ημερησίως αντί των επτά ωρών του πλήρους ωραρίου όπως ίσχυαν πριν από την κατάρτιση της πιό πάνω σύμβασης.

Με αυτόν τον τρόπο η εργοδότρια τράπεζα προέβη σε τροποποίηση των όρων της εργασίας της που ίσχυαν μέχρι τότε, αφού με την άρνησή της να την προσλάβει με πλήρες ωράριο που εργαζόταν ως τότε, επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της , η οποία (βλαπτική μεταβολή) συνίσταται στη μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών της, καθώς αυτές είναι άμεσα εξαρτημένες από το ωράριο εργασίας της, στην επιμήκυνση του απαιτούμενου για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων της συνταξιοδότησής της χρόνου, καθώς προς τούτο απαιτούνται περισσότερες ημέρες εργασίας, καθώς και στη μείωση του επιδόματος βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, αφού αυτό είναι ανάλογο με τις ώρες εργασίας.

Όμως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η ανακόπτουσα ουδέποτε αποδέχθηκε την τροποποίηση αυτή των όρων εργασίας της που ίσχυαν μέχρι τότε, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα αναγκάσθηκε να υπογράψει την άνω σύμβαση με τους τροποποιημένους όρους προκειμένου να διατηρήσει τη θέση της.

Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα διαμαρτυρήθηκε κατ' επανάληψη για τη μειωμένη απασχόλησή της, ζητώντας να απασχολείται με πλήρες ωράριο ημερήσιας εργασίας, όπως απασχολείτο και πριν από την κατάρτιση της πιό πάνω από 3-5-2005 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως η εργοδότρια τράπεζα αρνήθηκε να αποδεχθεί την προσφορά των υπηρεσιών της με πλήρες ωράριο και αρκέστηκε να την απασχολεί με το μειωμένο ωράριο που είχε οριστεί στην άνω σύμβαση, την οποίαν είχε συνάψει μαζί της, όχι με ελεύθερη βούληση της τελευταίας, αλλά με εξαναγκασμό της προκειμένου να μην απωλέσει τη θέση της, όπως προεκτίθεται, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία η εργοδότρια τράπεζα σχετικά με την αποδοχή των υπηρεσιών της ανακόπτουσας, όπως κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση και είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα εκφράζοντας την αντίδρασή της στη βλαπτική τροποποίηση των όρων εργασίας της από την εργοδότρια άσκησε εναντίον της την από 1-12-2008 (αρ.εκθ.κατ.150/2-12-2008) αγωγή ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τις οποίες κατάρτιζε με την εργοδότρια τράπεζα εκ περιτροπής από την πρόσληψή της στις 3-10-1994 ήσαν εξ αρχής, άλλως επικουρικώς μετατράπηκαν εκ των υστέρων, δηλαδή στις 3-5-2005 σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (πρώτο σκέλος αναγνωριστικού αιτήματος) και ότι ο όρος της τελευταίας για μειωμένη απασχόληση είναι άκυρος (δεύτερο σκέλος αναγνωριστικού αιτήματος), καθώς και να υποχρεωθεί στο μέλλον η εργοδότρια τράπεζα να την απασχολεί με πλήρες ωράριο ημερήσιας εργασίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 69/2009 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως προς το πρώτο αναγνωριστικό αίτημά της, ως προς αμφότερα τα σκέλη του και αναγνωρίστηκε ότι οι συνδέουσες την τότε ενάγουσα και ήδη ανακόπτουσα με την τότε εναγομένη τράπεζα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίαςορισμένου χρόνου, έχουν μετατραπεί από 3-5-2005 σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρες ωράριο εργασίας, αναγνωρίζοντας έτσι συγχρόνως και την ακυρότητα του όρου για μειωμένο ωράριο εργασίας, χωρίς να είναι αναγκαία η ρητή απαγγελία της ακυρότητας αυτής και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών στη σελίδα 3 στοιχ.4 της έφεσής του είναι απορριπτέαως αβάσιμα.

Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό και το δεύτερο καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα και υποχρέωσε εφεξής την εναγομένη τράπεζα να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας κατά τον πιό πάνω τρόπο, δηλαδή με πλήρες ωράριο. Η καταψηφιστική αυτή διάταξη της απόφασης δεν μπορούσε παρά να αφορά το μέλλον, αφού λόγω της φύσης της υποχρέωσης της εναγόμενης, η οποία καταγνώσθηκε με την απόφαση (υποχρέωση σε ανοχή 947ΚΠολΔ), η εκπλήρωσή της δεν μπορούσε να διαταχθεί για το παρελθόν.

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η εργοδότρια απαλλάσσεται από τις συνέπειες που απορρέουν από την ίδια υποχρέωση την οποίαν είχε και για το παρελθόν, δηλαδή για το χρόνο πριν από την επίδοση της πιό πάνω απόφασης στις 1-7-2012, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών στη σελίδα 3 στοιχ.4 της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Και τούτο διότι, με την αναγνωριστική διάταξη της άνω αποφάσεως αναγνωρίστηκε η μορφή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που η εργοδότρια τράπεζα είχε καταρτίσει στις 3-5-2005 με την ενάγουσα, ως τέτοια αορίστου χρόνου με πλήρες ωράριο και όπως κατά τα άνω αποδείχθηκε με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η εργοδότρια είχε ήδη έκτοτε (3-5-2005) καταστεί υπερήμερη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες με τον πιό πάνω τρόπο υπηρεσίες της τότε ενάγουσας και ήδη ανακόπτουσας, με αποτέλεσμα να οφείλει έκτοτε (από την υπερημερία της δηλαδή) τις αντίστοιχες αποδοχές για πλήρες ωράριο ημερήσιας εργασίας στην τότε ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-ανακόπτουσα-καθαρίστρια.

Κατά της πιό πάνω απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας ασκήθηκε από την εναγόμενη τράπεζα ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την 121/2011 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, το οποίο δεν θίγεται από την κατ' αυτής άσκηση της από 17-4-2012 (αρ.εκθ.κατ.3/2012) αίτησης αναίρεσης από την εκκαλούσα τράπεζα, ως προς τη μορφή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας ως τέτοιας αορίστου χρόνου από 3-5-2005 με πλήρες ωράριο ημερήσιας εργασίας, με αποτέλεσμα να δικαιούται αυτή τις διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών αποδοχών για μειωμένη απασχόληση και εκείνων που της οφείλονται για την προσφορά των υπηρεσιών της με πλήρες ωράριο, την αποδοχή των οποίων αρνήθηκε η εργοδότρια τράπεζα και περιήλθε σε υπερημερία έκτοτε (3-5-2005) και μέχρι τις 1-7-2012, οπότε συμμορφώθηκε με την άνω τελεσίδικη απόφαση η εργοδότρια".

Ακολούθως το Εφετείο, αφού υπολόγισε το ύψος των οφειλομένων διαφορών στο ποσό των 8.844,02 ευρώ, όπως και η εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την κατ' αυτής έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ειδικού εκκαθαριστή της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "...

ΑΕ" με αίτημα την αναγνώριση της απαίτησης της πρώτης κατά της τελευταίας από εργατικές αξιώσεις (μισθούς υπερημερίας λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής από την τράπεζα των όρων εργασίας της ανακόπτουσας), την οποίαν (απαίτηση) δεν είχε αναγγείλει μέσα στη νόμιμη προθεσμία ώστε να συμμετάσχει στη διαδικασία επαλήθευσης των απαιτήσεων αυτών, δέχθηκε παρά το νόμο ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την προγενεστέρως εκδοθείσα με αρ. 69/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της εργοδότιδάς της "...

Α.Ε" ως προς το ότι η τελευταία τελούσε ήδη από την 3-5-2005 σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ανακόπτουσας υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι οι μεταξύ των άνω διαδίκων συμβάσεις μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και ότι η εργοδότις ...

τράπεζα υποχρεώθηκε να απασχολεί την αναιρεσίβλητη με την αντίστοιχη ως άνω σύμβαση από τη δημοσίευση της με αρ.69/2009 αποφάσεως. Ωστόσο από την εκτίμηση του περιεχομένου των με αρ.69/2009 και 121/2011 δικαστικών αποφάσεων προκύπτει ότι έγινε τελεσιδίκως δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που κατάρτισε η τράπεζα με την αναιρεσίβλητη εργαζόμενη στις 3-5-2005 έφερε τα ίδια χαρακτηριστικά ως προς το ωράριο της απασχόλησης με τις προηγηθείσες διαδοχικές επί 11 έτη συμβάσεις (πλήρους απασχόλησης), η δε τράπεζα ήταν υποχρεωμένη έκτοτε (από 3-5-2005) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τον τρόπο αυτό.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη που κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε ότι παρήχθη δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση (69/2009) αναφορικά με το χρόνο επέλευσης της υπερημερίας της τράπεζας (3-5-2005) λόγω της άρνησής της να απασχολεί την αναιρεσίβλητη με πλήρες ωράριο και εντεύθεν της γέννησης της αντίστοιχης απαίτησης για καταβολή έκτοτε των σχετικών διαφορών (μεταξύ μειωμένου και πλήρους ωραρίου) στις αποδοχές της δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά την έννοια του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ.του ίδιου Κώδικα. Έγγραφα με την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι ατομικές διοικητικές πράξεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι αποφάσεις του ΑΣΕΠ που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 π.δ/τος 164/2004 (ΣτΕ 673/2015, ΣτΕ 2755/2011, ΣτΕ2228/2007).

Εξ άλλου από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες ή επικουρικές αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία, πρωτίστως στην κυρία και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρίση του Εφετείου ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η υπό ειδική εκκαθάριση εργοδότις τράπεζα τελούσε ήδη από 3-5-2005 σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης εργαζόμενης υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, διότι είχε από την ημέρα αυτή μεταβάλει μονομερώς το χρόνο απασχόλησής της από πλήρη σε μειωμένο και κατ' ακολουθίαν ώφειλε έκτοτε ως αποδοχές υπερημερίας τη διαφορά μεταξύ αυτών που κατέβαλε για τη μειωμένη εργασία και όσων έπρεπε να καταβάλει για πλήρη εργασία, όπως προέβλεπε η από 3-5-2005 εργασιακή σύμβαση, στηρίχθηκε (όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως) σε δύο επάλληλες αιτιολογίες.

Η πρώτη συνίσταται στο ότι στις 3-5-2005 συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εργοδότιδάς της "... Α.Ε" (σε εκτέλεση του α) με αρ.20/20-12-2004 πρακτικού του Δ.Σ της τράπεζας και β) της με αρ.1/15-3-2005 αποφάσεως του ΑΣΕΠ με την οποία κρίθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 164/2004 και 180/2004, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής των προϋφισταμένων μεταξύ των μερών διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ως καθαρίστρια), αορίστου χρόνου, πλην όμως όχι με πλήρες αλλά με μειωμένο ωράριο εργασίας.

Ό,τι περαιτέρω η από την εργοδότιδα τράπεζα απασχόληση της αναιρεσίβλητης με μειωμένο ωράριο συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης την οποίαν αυτή δεν αποδέχθηκε με συνέπεια την περιέλευση της εργοδότιδας σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και για το λόγο αυτό ώφειλε έκτοτε ως αποδοχές υπερημερίας τη διαφορά μεταξύ αυτών που κατέβαλε για τη μειωμένη εργασία και όσων έπρεπε να καταβάλει για πλήρη εργασία.

Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι υπάρχει δεδικασμένο, απορρέον από την προεκδοθείσα με αρ.69/2009 τελεσίδικη (κατόπιν απορρίψεως της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως με την 121/2011 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας), απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της εργοδότιδάς της "...

Α.Ε" ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η τελευταία τελούσε ήδη από 3-5-2005 σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ανακόπτουσας υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως παραπονείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι για την εξαγωγή των προαναφερομένων κρίσεών του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αρ.20/20-12-2004 πρακτικού του Δ.Σ της τράπεζας και την με αρ.1/15-3-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα, καθόσον δέχθηκε ότι το ΑΣΕΠ με την 1/15-3-2005 απόφασή του αποφάνθηκε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις του π.δ/τος 164/2004 και 180/2004, αλλά δεν αποφάνθηκε ότι πρέπει η αναιρεσίβλητη να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτών είναι ότι το μεν Δ.Σ της τράπεζας με την ως άνω απόφασή του μετέτρεψε τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης , με τις οποίες αυτή απησχολείτο επί έξι μήνες ετησίως, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με μειωμένο ωράριο που αντιστοιχεί στο χρόνο απασχόλησης της αναιρεσίβλητης πριν από την μετατροπή αυτή, το δε ΑΣΕΠ με την παραπάνω αντίστοιχη απόφασή του δέχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ της τράπεζας "έχει καλώς", δηλαδή ότι είναι σύννομη και επομένως αποφάνθηκε ότι η αναιρεσίβλητη θα εργάζεται με μειωμένο ωράριο.

Ωστόσο το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες κατά τα προεκτεθέντα και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία εξ αυτών και συγκεκριμένα η από το δεδικασμένο αιτιολογία, αφού ο κατ' αυτής στρεφόμενος (δεύτερος) λόγος κρίθηκε ότι είναι αβάσιμος.

Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς και κρίνεται πρωτίστως απαράδεκτος. Αλλά και ανεξαρτήτως των ανωτέρω ο αυτός αναιρετικός λόγος ελέγχεται και ως αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κυρίως επί των ανωτέρω εγγράφων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναιρέσεως κατά της 206/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του ητηθέντος αναιρεσείοντος, εφόσον η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2015 αίτηση για αναίρεση του Ν. Μ. ως ειδικού εκκαθαριστή της υπο ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της με αριθμό 206/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ