34/2016 · 34/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 34 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 34/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ι. ...
Full Text of the Judgment · 34/2016
Απόφαση 34 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 34/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ι. Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού Περιορισμένης ευθύνης τελούντος υπό καθεστώς εκκαθάρισης με την επωνυμία "..." (πρώην "...." που εδρεύει στη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τις εκκαθαρίστριές του το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Οικονομίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5956/2009 μη οριστική,1372/2011 εν μέρει οριστική-εν μέρει μη οριστική και 5097/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2015 του Εφετείου Αθηνών
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης ανέγνωσε την από 13-10-2015 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." (παλαιά θέση "...") της περιοχής ... του Δήμου ... ..., είναι εντός σχεδίου πόλεως, έχει έκταση 7.424 τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 31,30 μέτρων και νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 36,60 μέτρων με την αερογέφυρα του κόμβου ..., βόρεια επί πλευράς μήκους 61 μέτρων με την οδό ... βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 66 μέτρων με έκταση ιδιοκτησίας του Δήμου ..., ανατολικά επί πλευράς τεθλασμένης συνολικού μήκους 77,74 μέτρων με την οδό ... νότια επί πλευράς τεθλασμένης συνολικού μήκους 155,57 μέτρων με τη συνέχεια των λεωφόρων ... και νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 11,81 μέτρων με το πεζοδρόμιο, που βρίσκεται μεταξύ της οδού ... και της συμβολής των λεωφόρων ..., εμφαίνεται δε με τα στοιχεία Α-Β-Ξ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Α στο από Δεκέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Κ. (πραγματογνώμονος). Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα των εκτάσεων, συνολικής επιφανείας 3.692,965 και 3/4 νέων ή βασιλικών στρεμμάτων, οι οποίες πωλήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν κατά κυριότητα στο Δ. Π. Π. με το ...4-4-1841 πωλητήριο (παραχωρητήριο) έγγραφο του Γραμματέως της Επικρατείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Ν. Θ., που εκδόθηκε βάσει του β.δ. 694/1841, αντί τιμήματος 51.909,56 δραχμών..... Οι ανωτέρω εκτάσεις βρίσκονταν σε διάφορες τοποθεσίες της ... και αποτελούσαν περιουσία της Μονής ... και ..., είχαν περιέλθει δε, μετά τη διάλυση της Μονής βάσει του β.δ. από 25-9/7-10-1833, αρχικά στο Ελληνικό Δημόσιο και εν συνεχεία στο (παλαιό) Εκκλησιαστικό Ταμείο, που συστήθηκε το επόμενο έτος με το β.δ. από 13-10-1834 και κατά το χρόνο της έκδοσης του πωλητηρίου (1841) διοικείτο από τον Γραμματέα επί των Εκκλησιαστικών. Τα ακίνητα της Μονής είχαν καταγραφεί α) στον από 23-10-1839 "Κατάλογο ονομαστικό της εκτιμήσεως των κτημάτων του διαλελυμένου Μοναστηριού του Αγίου ... και της ...", που συνέταξαν οι εκτιμητές I. Κ. και Γ. Ν., β) στην από 8-5-1840 "Πρώτη καταρίθμησι εμβαδών των κτημάτων της Μονής του Αγίου ... και της ... εν ..." του δημόσιου γεωμέτρη Β., η οποία συνοδευόταν από τοπογραφικό διάγραμμα που έχει απολεσθεί και γ) στον από 25-12-1840 "Πίνακα της εκτάσεως της εκτιμήσεως και αξίας όλων των τεμαχίων των κτημάτων του ... επονομαζομένου ..." των εκτιμητών Δ. Β. και I. Κ. και του επιτηρητή Δ. Γ., απαριθμούνται δε στο πωλητήριο (παραχωρητήριο) έγγραφο ως 123 γεωτεμάχια, χωρισμένα σε έξι ομάδες (Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ), συνολικής έκτασης 3.692,965 και 3/4 στρεμμάτων. Από τις ομάδες αυτές, την ομάδα Α αποτελούσαν τα τεμάχια του κτήματος "...", την ομάδα Β αποτελούσαν τεμάχια κοντά στο ... (παλαιό ελαιοτριβείο, Αγία ... κ.λπ.), την ομάδα Γ τεμάχια στις θέσεις "...", την ομάδα Δ τεμάχια γύρω από την πόλη των Αθηνών (οδός ... οδός ...), την ομάδα Ε τεμάχια πέρα από τον ελαιώνα, στην οδό προς ..., και την ομάδα Ζ τεμάχια σε διάφορες θέσεις των ... κ.λπ.). Τα τεμάχια του καταλόγου των I. Κ. και Γ. Ν. με αριθμούς ..., που αντιστοιχούν στα τεμάχια της έκθεσης του Β. με αριθμούς ... και τα τεμάχια του πίνακα των Δ. Β. και I. Κ. με αριθμούς ... (στο πωλητήριο τα τεμάχια αναφέρονται με την αρίθμηση των Δ. Β. και I. Κ.) και συνιστούν την ομάδα με στοιχείο Α, αποτελούσαν συνεχόμενη (ενιαία) έκταση, γνωστή ως κτήμα "...", που βρισκόταν εντός των ορίων των σημερινών Δήμων ..., ... και .... Η επιφάνειά της ανερχόταν, κατά την εμβαδομέτρηση Β., σε 3.115,02 νέα στρέμματα....στην πραγματικότητα όμως ανερχόταν σε 3.420 στρέμματα, όπως αναφέρει στην έκθεση της η πραγματογνώμονας Ε. Κ., η οποία προέβη σε καταμέτρηση με εφαρμογή επί του εδάφους των τίτλων του εφεσίβλητου. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι η ανωτέρω διαφορά βρίσκεται εντός των ορίων της επιστήμης και της τέχνης και εξηγείται από τη μεγάλη έκταση των κτημάτων, τον ατελή τρόπο, με τον οποίο γίνονταν οι μετρήσεις τα έτη 1839 και 1840 (με παλαιά όργανα και μεθόδους χωρίς μεγάλη ακρίβεια), το έντονο ανάγλυφο ορισμένων τμημάτων (ύπαρξη λόφων και μεγάλων κλίσεων σε ορισμένα σημεία) και τα υπάρχοντα φυσικά εμπόδια (ρεύματα, άγρια βλάστηση). Ο Δ. Π. πώλησε και μεταβίβασε το κτήμα "..." στην εμπορική εταιρία "... Μ. Δ." με το .../23-4-1846 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κοσμά Κοκίδου. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι "... ο κ. Δ. Π. παραχωρεί προς τους αυταδέλφους Μ. Δ. εις τελείαν ιδιοκτησίαν των το εν τη περιφέρεια του Δήμου Αθηνών κατά την θέσιν ... ειρημένον κτήμα της διαλελυμένης μονής του Αγίου ... και της ... όσον και οίον εστί κατά τα συγκροτούντα αυτό μέρη και όρια ως σημειούται και αναφέρεται εις το από τετάρτης Απριλίου 1841 τεσσαρακοστού πρώτου έτους και υπ’ αριθ. 381 επίσημον παραχωρητήριον έγγραφον της Ελληνικής Κυβερνήσεως και τον εις αυτό αναφερόμενον τοπογραφικόν πίνακα ...", χωρίς να γίνεται μνεία των ορίων και της έκτασης του κτήματος. Οι συμβάσεις, που έγιναν με το αρχικό ...1841 πωλητήριο (παραχωρητήριο) έγγραφο και το .../1846 πωλητήριο συμβόλαιο, επέφεραν τις έννομες συνέπειές τους χωρίς μεταγραφή, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της σύναψής τους δεν είχε τεθεί σε ισχύ ο νόμος Τ^/1856, με τον οποίο καθιερώθηκε για πρώτη φορά η υποχρέωση καταχώρισης σε δημόσιο βιβλίο μεταγραφών των συμβάσεων σύστασης, μεταβίβασης ή κατάργησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Ακολούθως η εταιρία "... Μ. Δ." πώλησε και μεταβίβασε το κτήμα στον Ε. Χ. με το νομίμως μεταγεγραμμένο …4-2-1869 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Πούλου, στο οποίο αναφέρονται τα περιμετρικά όρια του κτήματος, αλλά όχι η έκτασή του. Ειδικότερα, το κτήμα περιγράφεται ως συνορευόμενο ανατολικά με την οδό ..., οδό ... και ... νότια με Σ. και κτήματα ..., δυτικά με το βουνό της ... και βόρεια με κτήματα ... και ιδιοκτησίες Π. Σ., Ι. Β., Σ. Φ., Μ. Τ. Ρ., Γ. Δ., Π. Τ., Γ. Θ. και Π. Σ.. Ο Ε. Χ. απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1901 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Θ. Χ., Α. Χ., σύζυγο Κ. Ζ., και Μ. Χ., σύζυγο Κ. Χ., τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη, επιβλέποντας το κτήμα, καλλιεργώντας τμήματά του μέσω προστηθέντων, συλλέγοντας τους καρπούς των δένδρων και εκμισθώνοντας μέρη του σε τρίτους για βοσκή και καλλιέργεια, με πρόθεση να είναι κληρονόμοι. Ο Θ. Χ. απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1902 και κληρονομήθηκε από τις αδελφές του Α. Ζ. και Μ. Χ., οι οποίες υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη, ενεργώντας στο κτήμα τις ίδιες ως άνω πράξεις με πρόθεση κληρονόμων, ακολούθως δε με το .../7-10-1902 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Γαϊτάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, διένειμαν μεταξύ τους το κτήμα "...". Στο συμβόλαιο αυτό γίνεται περιγραφή των περιμετρικών ορίων του όλου κτήματος ως εξής: "ανατολικώς με οδόν ..., ... και ... και κτήμα ... μεσημβρινώς με κτήματα ... και Σ., αρκτικώς με κτήμα ..., συνοικισμού του χωρίου ..., Π. Σ., Γ. Β., Σ. Φ., Μ. Τ., ..., Γ. Δ., Π. Π., Γ. Θ. και Π. Σ. και δυτικώς με κορυφογραμμήν βουνού ..." και αναφέρεται ότι αυτό έχει έκταση 18.000 στρεμμάτων, ότι διαιρείται σε δύο τμήματα ισάξια αλλά διαφορετικής (μη αναφερόμενης) έκτασης και ότι η Μ. Χ. λαμβάνει το βόρειο και η Α. Ζ. το νότιο τμήμα, που περιλαμβάνει το βουνό ... και εκτείνεται μέχρι των συνόρων ..., ενώ ως διαχωριστική γραμμή ορίζεται εκείνη που " ... άρχεται από της οδού ..., ακολουθεί την σιδηροδρομικήν γραμμήν Αθηνών ... διευθυνομένη προς δυσμάς επί μήκους χιλίων εξήκοντα (1.060) μέτρων, κατόπιν έμπροσθεν της υπαρχούσης εν τω κτήματι οικίας και ακολουθεί την οδόν την μέχρι του σημείου τούτου διήκουσαν εντός του κτήματος, σχεδόν παραλλήλως της άνω ορισθείσης γραμμής του σιδηροδρόμου, διασχίζουσαν το όλον κτήμα κατά μήκος, και άγουσαν εις τα χωρία ..., και ήτις διερχόμενη διά της θέσεως ... (εις το σύνορον κτημάτων Μ.) προχωρεί μέχρι του δυτικού ορίου του κτήματος όπερ είναι ρεύμα διερχόμενον διά της θέσεως Κάτω ... παρά τα κτήματα ..., και εκεί καταλήγουσα αποτελεί την νοεράν γραμμήν της διανομής ... ". Εν συνεχεία, η Α. Ζ. με το .../11-11-1902 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω προίκας το νότιο τμήμα του κτήματος στο σύζυγο της Κ. Ζ.. Στο συμβόλαιο αυτό η έκταση του νότιου τμήματος αναφέρεται ως 9.000 στρέμματα και τα όριά του περιγράφονται ως εξής: " ... κείμενον εις θέσιν ... της περιφερείας του Δήμου Αθηναίων δυτικώς της οδού της αγούσης εις ..., περιλαμβάνον δε και το βουνόν ... μέχρι του συνόρου ..., και συνορευόμενον ανατολικώς με οδόν ... και ... και κτήματα ..., δυτικώς με κορυφογραμμήν βουνού ... και κτήματα Μ. και ..., αρκτικώς με σιδηροδρομικήν γραμμήν επί μήκους χιλίων είκοσι μέτρων από της οδού ... και εκείθεν με οδόν μέχρι των κτημάτων ... εις θέσιν Κάτω ... και μεσημβρινώς με κτήματα ... και ...." Ο Κ. Ζ. πώλησε και μεταβίβασε το νότιο τμήμα του κτήματος στο Γ. Α. με το νομίμως μεταγεγραμμένο .../3-12-1906 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα, στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση του μεταβιβαζόμενου είναι 9.000 στρέμματα και τα σύνορά του ορίζονται ανατολικά με οδό προς ... και κτήματα ..., δυτικά με κορυφογραμμή βουνού ...ς και κτήματα Μ. και ..., βόρεια με σιδηροδρομική γραμμή επί πλευράς μήκους 1.020 μέτρων, που αρχίζει από την οδό ..., και πέραν αυτής με οδό μέχρι τα κτήματα ... στη θέση ..., και νότια με κτήματα ... και ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. .... Ο Γ. Α., ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας, συνέταξε τον από 25-3-1907 "Χάρτη διαιρέσεως εις συνοικισμόν υπό την επωνυμίαν "..." του Κτήματος ... της περιφερείας του Δήμου Αθηναίων", με τον οποίο προέβη σε διαίρεση του πεδινού μέρους του νότιου τμήματος σε 1186 οικόπεδα, εκτάσεως εκάστου 2.000 τετραγωνικών πήχεων (1.125 τετραγωνικών μέτρων). Η διαίρεση αυτή εγκρίθηκε, ως προς το δυτικό τμήμα του συνοικισμού, με το β.δ. από 25-5-1907, και ως προς το βορειοανατολικό τμήμα του με το β.δ. από 14-1-1908. Ο Γ. Α., αφού πώλησε διάφορα οικόπεδα σε τρίτους, με το .../12-10-2011 [από προφανή παραδρομή αντί ...] συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω εξώδικου συμβιβασμού το 1/8 εξ αδιαιρέτου του υπολοίπου ακινήτου σε έκαστο των Δ. Τ., Χ. Δ., Κ. Π., Π. και Γ. Ρ. από κοινού, Χ. και Ι. Χ. από κοινού, Θ. Α., Α. Α. και Κ. Μ.. Ο Χ. Δ. α) με το .../24-10-1015 [από προφανή παραδρομή αντί ...] συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Γραμματέως Β’ του Γενικού Προξενείου Αλεξανδρείας Αιγύπτου Γ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Δ. Τ., Α. Α., Θ. Α., Κ. Μ. και Π. και Γ. Ρ. τα ποσοστά τους (5/8 εξ αδιαιρέτου συνολικά), β) με το ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Γραμματέως, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Κ. Π. το ποσοστό του (1/8 εξ αδιαιρέτου) και γ) με το ...2-6-1916 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Χ. και Ι. Χ. το ποσοστό τους (1/8 εξ αδιαιρέτου συνολικά) επί του ακινήτου. Με τον τρόπο αυτό έγινε αποκλειστικός κύριος του νότιου τμήματος του κτήματος "...", με την εξαίρεση των οικοπέδων που είχαν πωληθεί σε τρίτους από το Γ. Α.. Ακολούθως, ο Χ. Δ. με το .../17-4-1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε την ανωτέρω έκταση στους Ι. Ν. Φ., Σ. Ο. και Ε. Χ. ισομερώς. Οι αγοραστές πώλησαν περαιτέρω μέρη του ακινήτου σε τρίτους, ενώ αργότερα με τις 38653/1927, 36478/1928 και 50892/1929 αποφάσεις των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως απαλλοτριώθηκε για την ανέγερση προσφυγικού οικισμού ολόκληρο το δυτικό μέρος του νότιου τμήματος, εκτάσεως 350 στρεμμάτων περίπου. Με το .../20-11-1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Ι. Ν., Σ. Ο. και Ε. Χ. μεταβίβασαν την έκταση, που είχε απομείνει, στον εφεσίβλητο οικοδομικό συνεταιρισμό, που τότε είχε την επωνυμία "Ταμείον Κοινωφελών Έργων Συνοικισμού Υπαλλήλων Εθνικής Τραπέζης Συν.Π.Ε.", παρακρατώντας τμήμα 10 στρεμμάτων στο ανατολικό όριο αυτής. Η έκταση, που μεταβιβάσθηκε στον εφεσίβλητο με το ανωτέρω συμβόλαιο, απεικονίζεται στο συνημμένο σε αυτό από 30-10-1929 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος Ν. Ζ. και υπολογίζεται σε 1.789,785 στρέμματα. Σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται το δυτικό μέρος του νότιου τμήματος του κτήματος "...", που είχε απαλλοτριωθεί κατά τα έτη 1927- 1929 για αποκατάσταση προσφύγων, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα δεν απεικονίσθηκε το δυτικό τμήμα της εδαφικής λωρίδας, που ένωνε το (απαλλοτριωμένο) δυτικό μέρος με το υπόλοιπο νοτιοανατολικό μέρος, αλλά μόνο το ανατολικό τμήμα της, το οποίο εμφαίνεται στο μέρος του διαγράμματος που σημαίνεται με το στοιχείο Ε. Η παράλειψη έγινε αντιληπτή από τους συμβαλλόμενους και συντάχθηκε, χωρίς καθυστέρηση, μεταξύ των ιδίων το νομίμως μεταγεγραμμένο .../6-12-1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη Οικονομόπουλου, στο οποίο διευκρινίζεται ότι με το προηγούμενο (.../1929) συμβόλαιο μεταβιβάσθηκε στον εφεσίβλητο ολόκληρη η έκταση, που είχε απομείνει από το αρχικό κτήμα ιδιοκτησίας Γ. Α., μετά τις διάφορες εκποιήσεις και απαλλοτριώσεις τμημάτων του και την παρακράτηση της έκτασης των 10 στρεμμάτων, και ότι ειδικότερα περιλαμβάνεται στην πωληθείσα έκταση και ολόκληρη η εδαφική λωρίδα, που ένωνε το δυτικό μέρος με το νοτιοανατολικό, και περιγράφεται ειδικότερα ως "στενόμακρος λωρίς οσησδήποτε εκτάσεως και αν είναι κείμενη εις την αρκτικοδυτικήν γωνίαν του πωληθέντος κτήματος την εμφαινομένην εν τω προσηρτημένω εις το υπ’ αριθμόν ... ως άνω συμβόλαιόν μου σχεδιαγράμματι του Μηχανικού Ν. Ζ. υπό στοιχείον Ε και οριζόμενη ως εξής: Προς βορράν με βατήν οδόν ... ..., προς μεσημβρίαν με ρεύμα, προς δυσμάς με απαλλοτριωθείσαν έκτασιν και προς ανατολάς με συνεχόμενην έκτασιν του όλου πωληθέντος κτήματος." Όπως αναφέρει η πραγματογνώμονας Ε. Κ., το επίδικο ακίνητο, που έχει έκταση 7.424 τετραγωνικών μέτρων, βρίσκεται επί της ως άνω εδαφικής λωρίδας και περιλαμβάνεται, ως προς τμήμα του επιφανείας 2.040 τετραγωνικών μέτρων, στην έκταση που απεικονίζεται στο διάγραμμα του Ν. Ζ. και μεταβιβάσθηκε στον εφεσίβλητο με το .../1929 συμβόλαιο, και ως προς το υπόλοιπο των 5.384 τετραγωνικών μέτρων, σε αυτήν που αναφέρεται στο .../1929 συμβόλαιο και μεταβιβάσθηκε με αυτό. Το εκκαλούν Δημόσιο ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και προβάλλει εκ νέου με το δεύτερο λόγο και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής του, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα 123 τεμάχια, που μεταβιβάσθηκαν στο Δ. Π. με το ...1841 πωλητήριο, αναφέροντας ως επιχειρήματα ότι α) το κτήμα "..." δεν ήταν ενιαίο, αλλά αποτελείτο από διάσπαρτα μη όμορα μεταξύ τους γεωτεμάχια, που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή, β) η έκταση του κτήματος κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση του ...1841 πωλητηρίου μέχρι τη σύνταξη του .../1902 συμβολαίου διανομής αυξήθηκε σημαντικά από 3.115,02 στρέμματα σε 18.000 στρέμματα, γεγονός που αποτελεί ισχυρή ένδειξη για ευρείας έκτασης καταπάτηση ακινήτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου και μάλιστα προς δυσμάς, δηλαδή προς την περιοχή του επιδίκου, και γ) τα ερείπια του ... Υδραγωγείου, μέρος των οποίων βρίσκεται εντός του επιδίκου, δεν αναφέρονται στον από 23-10-1839 κατάλογο των I. Κ. και Γ. Ν. και τον από 25-12-1840 πίνακα των Δ. Β. και I. Κ., επομένως το επίδικο δεν αποτελούσε μέρος των εκτάσεων, που κατέγραψαν οι εκτιμητές. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, το εκκαλούν προσκομίζει την 1/14-9-1987 έκθεση του Επιθεωρητή της Επιθεώρησης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, Ν. Π., στην οποία αναφέρεται ότι το τμήμα "...", το οποίο αγόρασε η εταιρία "... Μ. Δ." από το Δ. Π., δεν ήταν ενιαίο, δηλαδή δεν αποτελείτο από συνεχή γεωτεμάχια, όπως προκύπτει από τη φράση " ... όσον και οίον εστί κατά τα συγκροτούντα αυτό μέρη και όρια ... ", που περιέχεται στο σχετικό .../1846 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Κοκίδου, και ήταν έκτασης μόνο 340 στρεμμάτων ή το πολύ 1.057 στρεμμάτων, εάν συνυπολογισθούν και τα γειτονικά κτήματα "..." και "...", επειδή με το ...1841 πωλητήριο μεταβιβάσθηκαν μόνο τα καλλιεργήσιμα εδάφη της Μονής, ότι μεταξύ της αγοράς από την εταιρία "... Μ. Δ." και της πώλησης στον Κ. Χ., που έγινε με το …./1869 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Πούλου, έγινε καταπάτηση 16.943 στρεμμάτων, δεδομένου ότι στο συμβόλαιο αυτό το κτήμα ορίζεται για πρώτη φορά ως ενιαίο, και ότι η καταπάτηση ολοκληρώθηκε με το .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο, στο οποίο η έκταση του κτήματος αναφέρεται ως 18.000 στρέμματα. Προσκομίζει επίσης την από 10-5-2013 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής ... Μ. Α., στην οποία αναφέρεται ότι το κτήμα "..." αποτελείται από διάσπαρτα καλλιεργήσιμα τεμάχια, συνολικού εμβαδού 2.349 παλαιών (2.983,23 νέων) στρεμμάτων, ότι υπήρξε καταπάτηση ομόρων εκτάσεων, που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του εμβαδού του σε 18.000 στρέμματα, και ότι το επίδικο δεν βρίσκεται εντός των εκτάσεων, που παραχωρήθηκαν στο Δ. Π.. Επίσης, επί αγωγής του Δήμου ... κατά του σημερινού εφεσιβλήτου Συνεταιρισμού με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας του Δήμου επί ακινήτου εκτάσεως 10.624 τετραγωνικών μέτρων, στο οποίο περιλαμβάνεται και το νυν επίδικο ακίνητο των 7.424 τετραγωνικών μέτρων, εκδόθηκε η 6913/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον Δήμο κύριο μόνο εκτάσεως 464 τετραγωνικών μέτρων (μη συμπεριλαμβανόμενης στο επίδικο της παρούσας δίκης), κρίνοντας ότι η υπόλοιπη έκταση των 10.160 τετραγωνικών μέτρων είχε περιέλθει στην κυριότητα του Συνεταιρισμού βάσει των ... και .../1929 συμβολαίων, ακολούθως όμως εκδόθηκε η 5948/1995 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε μεν η έφεση του Δήμου, αλλά αντικαταστάθηκε η αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης με την κρίση (αντίθετη με τη γνωμοδότηση του τότε διορισμένου πραγματογνώμονα Θ. Κ. και σύμφωνη με τα πορίσματα της έκθεσης του Ν. Π.), ότι η υπόλοιπη έκταση των 10.160 τετραγωνικών μέτρων δεν ανήκε στο Συνεταιρισμό, επειδή δεν περιεχόταν στο ...1841 πωλητήριο, και κατά συνέπεια ανήκε στο Δημόσιο. Όπως αναφέρει, όμως, η πραγματογνώμονας Ε. Κ. στην έκθεση της, α) τα όρια του κτήματος "..." είναι σταθερά, χωρίς καμία αλλαγή, από το έτος 1839, οπότε συντάχθηκε ο κατάλογος των I. Κ. και Γ. Ν., έως το 1902, οπότε συντάχθηκε το .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο, ενώ τα όρια του νότιου τμήματος είναι σταθερά από το 1902, οπότε αυτό δημιουργήθηκε, έως το 1929, οπότε συντάχθηκαν τα συμβόλαια αγοράς του εφεσιβλήτου, β) το κτήμα ήταν ενιαίο, ενώ ο διαχωρισμός του σε τεμάχια στον κατάλογο των I. Κ. και Γ. Ν., την έκθεση του Β. και τον πίνακα των Δ. Β. και I. Κ. έγινε για λόγους εμβαδομέτρησης, αλλά και ταξινόμησης των εκτάσεων ανάλογα με το είδος τους (καλλιεργήσιμες ή μη, άμπελοι, βοσκότοποι, περιβόλαια), προκειμένου να γίνει υπολογισμός της αξίας τους, η δε μνεία "... όσον και οίον εστί κατά τα συγκροτούντα αυτό μέρη ... " στο .../1846 συμβόλαιο αγοράς της εταιρίας "... Μ. Δ." αφορά τη διάκριση των εκτάσεων του σε είδη ως άνω, γ) οι εκτάσεις, που μεταβιβάσθηκαν στο Δ. Π., δεν ήταν μόνο καλλιεργήσιμες, όπως δέχεται ο Ν. Π., αλλά κάθε είδους, όπως προκύπτει από το από 10-4-1841 έγγραφο του Γραμματέως επί των Εκκλησιαστικών, στο οποίο αναφέρεται ότι η συνολική μεταβιβασθείσα έκταση αποτελείται από 1.950 στρέμματα περίπου βοσκήσιμων γαιών, 643 στρέμματα περίπου καλλιεργημένων γεωτεμαχίων και περιβολαίων, 3 στρέμματα περίπου αμπέλων και 1.094 στρέμματα περίπου γαιών ακαλλιέργητων αλλά δεκτικών καλλιέργειας, δ) το εμβαδόν του κτήματος "..." ήταν 3.420 στρέμματα και σε αυτό περιλαμβάνονταν και μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπως αναφέρεται στον από 23-10-1839 κατάλογο των I. Κ. και Γ. Ν. (σημειωτέον ότι τέτοια διάκριση γίνεται και στην από 10-4-1841 έκθεση του Γραμματέως της Επικρατείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Ν. Θ. προς το Γενικό Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου), ενώ η αναφορά στο διανεμητήριο έκτασης 18.000 στρεμμάτων είναι προφανώς αυθαίρετη και εσφαλμένη, και όχι αληθινή, όπως εκλαμβάνουν οι Ν. Π. και Μ. Α., ενόψει του ότι αα) τα όρια του κτήματος, όπως περιγράφονται στο συμβόλαιο αυτό, είναι σαφή, δεν έχουν μεταβληθεί από τα αναφερόμενα στους προηγούμενους τίτλους και περικλείουν πραγματική έκταση 3.420 στρεμμάτων, ββ) εάν η αναφορά σε έκταση 18.000 στρεμμάτων ήταν αληθινή, το κτήμα θα είχε περιλάβει, εκτός από την περιοχή της ..., σχεδόν ολόκληρες τις περιοχές του ..., της ... και του ..., καθώς και μέρος των περιοχών του ... και του ..., κάτι που προφανώς δεν συνέβη, και γγ) τυχόν επέκταση τέτοιων διαστάσεων προϋποθέτει την κατάληψη μεγάλων όμορων εκτάσεων, η οποία με τη σειρά της θα είχε ως αποτέλεσμα διενέξεις και δικαστικούς αγώνες με τους ιδιώτες ιδιοκτήτες τους, γεγονότα που όμως δεν μαρτυρούνται, και δ) το βόρειο και το νότιο τμήμα, στα οποία διαιρέθηκε το κτήμα με το .../1902 συμβόλαιο, είχαν έκταση 880 και 2.540 στρεμμάτων, αντίστοιχα, και το επίδικο βρίσκεται εντός του νότιου τμήματος, ενώ στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. γίνεται μνεία των ερειπίων του ... Υδραγωγείου, μέρος των οποίων βρίσκεται στο νοτιοανατολικό όριο του επιδίκου (αναφέρονται ως "..."). Η γνώμη της πραγματογνώμονος είναι περισσότερο πειστική, επειδή υποστηρίζεται μεταξύ άλλων α) από την εφαρμογή εκ μέρους της επί του εδάφους των ορίων του κτήματος, όπως αυτά περιγράφονται στους τίτλους του εφεσίβλητου, και μάλιστα με σύγχρονα όργανα μέτρησης (επίγεια και δορυφορικά) και μεθόδους, σε αντίθεση με τους Ν. Π. και Μ. Α., που δεν προέβησαν σε τέτοια ενέργεια, β) από το ότι δεν δέχεται ως αληθινή την αναγωγή σε 18.000 στρέμματα της έκτασης του κτήματος, που γίνεται με το .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο (σε αντίθεση με τους Ν. Π. και Μ. Α.), αλλά επισημαίνει το προφανές (και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) σφάλμα της, γ) από το γεγονός ότι τα συμπεράσματα της συμφωνούν με αυτά του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ., ο οποίος ενήργησε πραγματογνωμοσύνη επ’ αφορμή της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 5948/1995 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και στη σχετική από 16-12-1993 (συμπληρωματική) έκθεσή του, που συντάχθηκε μετά από εφαρμογή επί του εδάφους όχι μόνο των τίτλων του εφεσίβλητου, αλλά και αυτών των ομόρων ιδιοκτητών, και συγκεκριμένα της εταιρίας "...." (πρώην ιδιοκτησίες Ζ., ..., Η.), Λ. και Α. Β., ..., ... ... και διαφόρων Χαλανδριωτών στην περιοχή του σημερινού ... Σταδίου, εκτιμάται δε στην παρούσα δίκη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αναφέρει ότι το κτήμα "..." ήταν ενιαίο και ότι το τότε επίδικο βρισκόταν εντός των εκτάσεων του ...1841 πωλητηρίου, δ) από την 188/27-6-1927 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου της Αεροπορικής ‘ Αμυνας, με την οποία κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν δικαιώματα του Δημοσίου επί των εκτάσεων, που κατείχαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου Ε. Χ., I. Ν. και Σ. Ο., καθώς και η "Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία ..." (κατείχε το βόρειο τμήμα του κτήματος), στη θέση "..." βάσει του ...1841 πωλητηρίου, αναφέροντας μάλιστα ότι οι ανωτέρω εκτάσεις έχουν επιφάνεια 3.415 στρεμμάτων, εκτίμηση που σχεδόν ταυτίζεται με την καταμέτρηση της πραγματογνώμονος (3.420 στρέμματα), και ε) από τις εκτιμώμενες για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 377/1989 και 188/1988 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ο εφεσίβλητος Συνεταιρισμός αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης εκτάσεων 2.181,19 και 478,81 τετραγωνικών μέτρων, αντίστοιχα, συνεχόμενων με την επίδικη, που είχαν απαλλοτριωθεί λόγω ρυμοτομίας. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι το κτήμα "..." δεν αποτελείτο από διάσπαρτα γεωτεμάχια, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν και αναφέρεται στην από 10-5-2013 τεχνική έκθεση της Μ. Α., αλλά ήταν ενιαίο αγρόκτημα, το αναφερόμενο στο ...1841 πωλητήριο με στοιχείο Α και αποτελούμενο από τα τεμάχια του καταλόγου των I. Κ. και Γ. Ν. με αριθμούς 1α, 1, 2, 3, 4α, 6, 7, 12,13, 14 και 15, συνολικής έκτασης (κατά την καταμέτρηση των ανωτέρω) 2.593 παλαιών στρεμμάτων, από τα οποία το τεμάχιο 1α ήταν το ίδιο το ... ... ή ..., που βρισκόταν στο κέντρο του κτήματος "...", σήμερα δε βρίσκεται στο Ο.Τ…της περιοχής "..." ... και περικλείεται από τις οδούς ... το τεμάχιο 1 συνόρευε νότια, ανατολικά και δυτικά με τη Μονή και βόρεια με ιδιοκτησία Π. Σ., τα τεμάχια 2, 3, 4α και 12 συνόρευαν από όλες τις πλευρές τους με το κτήμα "...", χωρίς να ασκεί επιρροή ότι δεν είναι όμορα μεταξύ τους, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, τα τεμάχια 6 και 7 βρίσκονταν στη θέση "Χωράφι" και συνόρευαν δυτικά με τη Μονή, βόρεια και νότια με ιδιοκτησία Σ. και ανατολικά με ιδιοκτησίες Σ. Φ. και Σ. Χ., ήταν δε στο βορειοανατολικό τμήμα του κτήματος, ενόψει αφενός του ότι συνόρευαν με το ..., δηλαδή τον πυρήνα του κτήματος, και αφετέρου του ότι ο Σ. Φ. και ο Σ. αναφέρονται ως όμοροι προς βορράν γείτονες του όλου κτήματος και στο .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο, ενώ ο πρώτος από αυτούς αναφέρεται στο .../1902 προικοσύμφωνο συμβόλαιο ως όμορος προς βορράν γείτονας του βορείου τμήματος του κτήματος, ιδιοκτησίας Μ. Χ., απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος, κατά τον οποίο τα ανωτέρω τεμάχια (6 και 7) ήταν εκτός του κτήματος, το τεμάχιο 13 βρισκόταν στη θέση "...", στο δυτικό-βορειοδυτικό μέρος του κτήματος, και συνόρευε ανατολικά με το κτήμα "...", δυτικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και Α. (σημερινό ...), βόρεια με ... και νότια με την ίδια Μονή, το τεμάχιο 14 βρισκόταν στη θέση "...", στο νότιο-νοτιοανατολικό μέρος του κτήματος, και συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Σ., νότια με Π. Σ. και το κτήμα "...", ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με το ... και το ίδιο κτήμα, και το τεμάχιο 15, που αποτελεί άγρια βοσκήσιμη έκταση, βρισκόταν στο δυτικό μέρος του κτήματος και συνόρευε βόρεια και δυτικά με το κτήμα "...", ανατολικά με το ... και ιδιοκτησία Σ. και νότια με ιδιοκτησία Α. Κ. και .... Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, κατά τον οποίο τα ανωτέρω τρία τμήματα ήταν εκτός του κτήματος, επειδή βρίσκονταν σε θέσεις απομακρυσμένες από το ..., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή το τεμάχιο 13 συνόρευε νότια με το ίδιο το ..., το οποίο βρισκόταν στο κέντρο του κτήματος, όπως προαναφέρθηκε, και είχε περιορισμένη έκταση, ενώ τα τεμάχια 14 και 15 συνόρευαν με άλλες εκτάσεις του κτήματος, που παρεμβάλλονταν μεταξύ αυτών και του .... Τα όρια του ενιαίου κτήματος, ταυτιζόμενα σε πολύ μεγάλο βαθμό με τα εξωτερικά όρια των ανωτέρω τεμαχίων, ήταν βόρεια με ιδιοκτησίες Π. Σ. και Σ., νότια με ιδιοκτησίες Σ., Π. Σ., Α. Κ. και ..., ανατολικά με ιδιοκτησίες Σ. Φ. και Σ. Χ. και με το ..., και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Κ., ... και Α.. Το συμπέρασμα περί ενιαίου κτήματος ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι τίτλοι των μεγάλων ομόρων ιδιοκτησιών (..., ..., ... ...), αλλά και της έκτασης που απαλλοτριώθηκε για τη δημιουργία του ... Σταδίου, αναφέρουν ότι συνορεύουν με το κτήμα "...". Επίσης, στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. υπάρχει αναφορά στα ερείπια του ... υδραγωγείου, δηλαδή των υπολειμμάτων των πεσσών του υδραγωγού, που βρίσκονται προς το νοτιοανατολικό μέρος του επιδίκου, δεδομένου ότι ως νότιο όριο του τεμαχίου 15 αναφέρεται μεταξύ άλλων η τοποθεσία "... ως τρέχουν τα νερά", ενώ η έλλειψη μνείας των ερειπίων στον εκτιμητικό πίνακα των Δ. Β. και I. Κ. οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτόν δεν γίνεται καταγραφή των ορίων των τεμαχίων, αλλά μόνο του είδους, της έκτασης και της αξίας τους. Σημειωτέον, ότι στην οριοθέτηση του κτήματος ... που έγινε με την .../31-5-1853 έκθεση του Ειρηνοδίκου Βορείου Πλευράς Αθηνών, του αρχιτέκτονα Δ. Ζ. και των οροδεικτών Ι. και Σ. Κ., αναφέρεται ότι το όριο του κτήματος αυτού εκτείνεται μέχρι το ρεύμα στο ... υδραγωγείο, όπου συνορεύει με το κτήμα "...". Περαιτέρω, τα υπόλοιπα τεμάχια του καταλόγου των I. Κ. και Ν. Ν. βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές της ...ς, όπως προαναφέρθηκε, άλλες από τις οποίες είναι πολύ απομακρυσμένες από το κτήμα "..." (..., οδός ...) και άλλες λιγότερο (... ..., Αγία ... ..., ελαιοτριβείο ..., ..., οδοί ... και ..., θέσεις "...", "...", "..." και "..."). Ειδικότερα η περιοχή "..." βρίσκεται μεταξύ ... και Παλαιού ..., βορειοδυτικά του κτήματος "...", σε περιοχή από όπου διερχόταν ο κεντρικός αγωγός του ... υδραγωγείου. Στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. αναφέρεται η ύπαρξη τριών τεμαχίων στη θέση "...", των 4ε, 4ζ και 13, που βρίσκονταν εντός και εκτός του κτήματος "...". Εκτός του κτήματος ήταν τα τεμάχια 4ε και 4ζ, που βρίσκονταν προφανώς στο βορειοανατολικό μέρος της περιοχής "...", δεδομένου ότι μεταξύ του μέρους αυτού και του κτήματος "..." παρεμβάλλονται ιδιοκτησίες τρίτων, που απαλλοτριώθηκαν για τη δημιουργία του ... Σταδίου, εντός του κτήματος όμως ήταν το τεμάχιο 13, που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος της ίδιας περιοχής. Το γεγονός ότι το εν λόγω τεμάχιο βρισκόταν εντός του κτήματος προκύπτει από τον ίδιο ως άνω κατάλογο, στον οποίο αναφέρεται ότι το εν λόγω τεμάχιο συνορεύει ανατολικά με το κτήμα "..." και νότια με την ίδια Μονή, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, κατά τον οποίο το τεμάχιο 13 είναι εκτός του κτήματος επειδή βρίσκεται στη θέση "...". Επίσης, τα τεμάχια 14 και 15, που συνόρευαν με ..., αναφέρονται στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. ότι συνορεύουν επίσης, το πρώτο νότια και δυτικά και το δεύτερο βόρεια και δυτικά, με κτήματα της Μονής, επομένως βρίσκονταν και αυτά εντός του ενιαίου κτήματος, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού του εκκαλούντος. Ομοίως εντός του κτήματος και όχι εκτός, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, ήταν τα τεμάχια 6 και 7, που συνορεύουν με το .... Στο .../1846 συμβόλαιο αγοράς της εταιρίας "... Μ. Δ." αναφέρεται ότι " ... ο Κ. Δ. Π. παραχωρεί προς τους αυταδέλφους Μ. Δ. εις τελείαν ιδιοκτησίαν των το εν τη περιφερεία του Δήμου Αθηνών κατά την θέσιν ... ειρημένον κτήμα της διαλελυμένης μονής του Αγίου ... και της ... όσον και οίον εστί κατά τα συγκροτούντα αυτό μέρη και όρια ως σημειούται και αναφέρεται εις το από τετάρτης Απριλίου 1841 τεσσαρακοστού πρώτου έτους, και υπ’ αριθ. 381 επίσημον παραχωρητήριον έγγραφον της Ελληνικής Κυβερνήσεως και τον εις αυτό αναφερόμενον τοπογραφικόν πίνακα...", όμως με τη φράση " ... όσον και οίον εστί κατά τα συγκροτούντα αυτό μέρη ... " γίνεται απλώς αναφορά στη διαφορετική φύση των εκτάσεων του κτήματος, οι οποίες ήταν βοσκήσιμες, καλλιεργούμενες, ακαλλιέργητες αλλά δεκτικές καλλιέργειας, βραχώδεις, άμπελοι, περιβόλαια κ.λπ., όπως δέχεται και η πραγματογνώμονας, χωρίς να μπορεί να συναχθεί από αυτήν απόδειξη περί του μη ενιαίου του κτήματος, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν με την έφεση του. Τέτοια απόδειξη δεν συνάγεται ούτε από την αναφορά στο …/1869 συμβόλαιο (με το οποίο η εταιρία "... Μ. Δ." πώλησε και μεταβίβασε το κτήμα στον Ε. Χ.) περί ύπαρξης ιδιοκτησίας της Ιεράς Κοινότητας του ... στο βόρειο σύνορο του κτήματος, η οποία (ιδιοκτησία) κατά το εκκαλούν είναι ελαιώνας στη θέση "...", αφού το κτήμα "..." εκτεινόταν μέχρι τη θέση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, άλλωστε στους τίτλους της Ιεράς Κοινότητας το κτήμα "..." μνημονεύεται ως όμορο, όπως αναφέρεται στις εκθέσεις της πραγματογνώμονος και του Θ. Κ.. Επίσης, ο Δ. Π. μετά τη μεταβίβαση με το .../1846 συμβόλαιο του κτήματος "..." στην εταιρία "... Μ. Δ." κράτησε τα υπόλοιπα 40 τεμάχια των ομάδων Β, Γ, Δ, Ε και Ζ και κατά τα επόμενα έτη μεταβίβασε τα περισσότερα από αυτά σε τρίτους, το γεγονός αυτό όμως δεν ασκεί επιρροή στη δίκη, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, αφού τα ανωτέρω τεμάχια ήταν εκτός του κτήματος και το επίδικο δεν βρισκόταν εντός αυτών. Εξάλλου, τα όρια του κτήματος "...", όπως έχουν αναλυτικά περιγραφεί ανωτέρω, ταυτίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό (απόλυτα κατά την πραγματογνώμονα) με τα όρια που αναφέρονται στο .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Γαϊτάνου (ανατολικά με οδό ... προς ... και ... και κτήμα ... βόρεια με κτήμα ..., που βρισκόταν στη θέση "...", συνοικισμό ... και ιδιοκτησίες Σ., Β., Φ., Τ., Ρ., Δ., Π., Θ. και Σ., δυτικά με κορυφογραμμή βουνού ...ς και νότια με τμήματα Σ. και ...), καθώς και με τα αναφερόμενα στο 59/1869 πωλητήριο συμβόλαιο (ανατολικά με οδό ..., οδό ... και ... νότια με Σ. και κτήματα ..., δυτικά με το βουνό της ...ς και βόρεια με κτήματα ... και ιδιοκτησίες Π. Σ., Ι. Β., Σ. Φ., Μ. Τ. Ρ., Γ. Δ., Π. Τ., Γ. Θ. και Π. Σ.), επομένως μέχρι τη σύνταξη του διανεμητηρίου δεν είχε υπάρξει κάποια αλλαγή στο κτήμα με αύξηση του εμβαδού ή μετατόπιση των ορίων του λόγω καταπατήσεων, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν. Ούτε ειδικότερα υπήρξε καταπάτηση δυτικών όμορων εκτάσεων, αφού το κτήμα συνόρευε δυτικά με την ιδιοκτησία Α. Κ. (κτήμα ...), το κτήμα ... και το ... και τυχόν επέκταση θα είχε ως αποτέλεσμα την αντίδραση των ομόρων ιδιοκτητών και δικαστικούς αγώνες, που δεν προκύπτουν από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Αλλά και μετά τη διανομή, τα όρια του κτήματος δεν μεταβλήθηκαν, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν. Συγκεκριμένα, στο διανεμητήριο αναφέρεται ότι η διαχωριστική γραμμή των δύο τμημάτων (βόρειου και νότιου), στα οποία χωρίστηκε το κτήμα, αρχίζει από την οδό ..., ακολουθεί προς δυσμάς τη σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών ... σε μήκος 1.060 μέτρων, συναντά μπροστά στην οικία του κτήματος την οδό που διασχίζει κατά μήκος ολόκληρο το κτήμα και την ακολουθεί, σχεδόν παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή, διερχόμενη από τη θέση "Άνω ...", στο σύνορο του κτήματος ... και εξικνούμενη μέχρι το δυτικό όριο του κτήματος, που είναι ρεύμα διερχόμενο από τη θέση "...", παρά τα κτήματα του Παν..., καταλήγοντας εκεί. Η θέση "..." δεν ήταν εκτός του κτήματος "...", όπως εκλαμβάνει το εκκαλούν, δεδομένου ότι η θέση "...", που βρισκόταν στο βορειοδυτικό μέρος του κτήματος και απαλλοτριώθηκε με τις 38653/1927, 36478/1928 και 50892/1929 υπουργικές αποφάσεις για τη δημιουργία προσφυγικού συνοικισμού, εντοπίζεται δε σήμερα στην περιοχή της ... που βρίσκεται δυτικά της οδού ..., περικλειόταν μεταξύ των θέσεων "..." και "..." και συνόρευε, μεταξύ άλλων, και με τα κτήματα του .... Πρέπει να επισημανθεί ότι τα όρια του κτήματος "...", όπως αναφέρονται παραπάνω, ήταν εξαρχής σαφή και ευχερώς επαληθεύσιμα, γεγονός που δεν καθιστά πιθανή τυχόν εσκεμμένη απόπειρα των συντακτριών του διανεμητηρίου συμβολαίου να επεκταθούν εις βάρος ομόρων ιδιοκτησιών μέσω της αυθαίρετης αύξησης της έκτασης του κτήματός τους. Ενδείξεις καταπάτησης δεν μπορούν να συναχθούν, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, ούτε από την παράλειψη αναφοράς της έκτασης του κτήματος στο …/1869 πωλητήριο συμβόλαιο, αφού τα όρια του κτήματος, όπως περιγράφονται σε αυτό, συμφωνούν με τους προγενέστερους και μεταγενέστερους τίτλους του εφεσιβλήτου. Το τεμάχιο 14 συνορεύει νότια, μεταξύ άλλων, με ιδιοκτησία Π. Σ. και το τεμάχιο 1 συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Σ., από το γεγονός αυτό όμως δεν συνάγεται κάποιο επιχείρημα περί του μη ενιαίου του κτήματος, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν. Επίσης, στο .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο, ως νότιο όριο του όλου κτήματος αναφέρονται κτήματα ... και Σ., και στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. τα τεμάχια 6 και 7 αναφέρονται επίσης με νότιο όριο Σ., ενώ στο .../1902 προικοσυμβόλαιο ως νότιο όριο του νοτίου τμήματος του κτήματος αναφέρονται κτήματα ... και ... (δηλαδή των κληρονόμων Ι. ...), αυτό όμως δεν συνιστά μερική μεταβολή του νοτίου ορίου, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, δεδομένου ότι τα ανωτέρω όρια ταυτίζονται πλήρως, όπως αναφέρει η πραγματογνώμονας (σημειωτέον ότι στο ίδιο .../1902 διανεμητήριο το νότιο τμήμα του κτήματος προσδιορίζεται ως "το περιλαμβάνον το βουνόν ... και λινού, μέχρι των συνόρων ...", δηλαδή τα ονόματα Σ. και ... χρησιμοποιούνται εναλλάξ χωρίς διάκριση για την περιγραφή του νοτίου ορίου), και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά του κτήματος "...". Οι ιδιοκτησίες Σ. Φ. και Σ. Χ. είναι όμορες με το βόρειο-βορειοανατολικό μέρος του κτήματος "...", όπως διευκρινίζει η πραγματογνώμονας (στον κατάλογο των I. Κ. και Ν. Ν. αναφέρονται ως ανατολικοί όμοροι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 6 και 7, τα τεμάχια αυτά όμως βρίσκονται στο βορειοανατολικό μέρος του κτήματος), επομένως η μνεία στο .../1902 διανεμητήριο συμβόλαιο του Σ. Φ. μεταξύ των ιδιοκτητών ομόρων προς βορρά ακινήτων δεν είναι αντιφατική, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν με την έφεση του. Το εκκαλούν αναφέρει επίσης ότι η επέκταση του κτήματος "..." και η καταπάτηση ομόρων ιδιοκτησιών επιβεβαιώνεται από το .../1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αν. Σταμέλου, με το οποίο ο Ε. Χ. μεταβίβασε λόγω προίκας στη θυγατέρα του Α. ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, δεδομένου ότι στο συμβόλαιο αυτό το κτήμα αναφέρεται μεν ότι έχει τα ίδια όρια με αυτά του …/1869 συμβολαίου, αλλά η έκταση του προσδιορίζεται σε 15.000 στρέμματα. Το έγγραφο αυτό όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να σχολιασθεί, επειδή κανένας διάδικος (εκκαλών ή εφεσίβλητος) δεν το επικαλείται, ούτε το προσκομίζει, προκειμένου να μελετηθεί το περιεχόμενό του, ούτε έχει τεθεί υπόψη της πραγματογνώμονος. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον το εκκαλούν αναφέρει ότι και στο .../1900 συμβόλαιο τα όρια του κτήματος παραμένουν ίδια με τα αναφερόμενα στο …/1869 συμβόλαιο, η πραγματική του έκταση δεν έχει μεταβληθεί και δεν υπάρχει καταπάτηση. Τέλος, το Δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου α) ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, βάσει του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου από 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού Πρωτοκόλλων από 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", άλλως με δικαίωμα πολέμου, άλλως επειδή ανήκε σε υπηκόους, που αποχώρησαν πριν από την απελευθέρωση και το εγκατέλειψαν, β) επειδή αυτό ανήκε στη διαλυμένη Μονή ... και ... και περιήλθε στο Δημόσιο βάσει των διατάξεων του β.δ. από 25-9/7-10-1833, γ) επειδή ήταν αδέσποτο, κατά το άρθρο 16 του β.δ. από 21-6/10-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", δ) επειδή αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο, για την επικαρπία του οποίου κανείς δεν παρουσίασε ταπί, κατά το άρθρο 1 του β.δ. από 3/15-12-1833, ε) βάσει του τεκμηρίου του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", επειδή κατά την απελευθέρωση αποτελούσε δάσος, για το οποίο κανείς δεν εμφάνισε στη Γραμματεία των Οικονομικών τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώριση του ως κυρίου εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του ως άνω διατάγματος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, όμως, το επίδικο δεν ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε οθωμανούς υπηκόους και δεν ήταν αδέσποτο, ούτε λιβάδι εξουσιαζόμενο από το Οθωμανικό Δημόσιο ή δάσος, αλλά ιδιοκτησία της υφιστάμενης από το 16ο αιώνα Μονής ... και ..., το δε εκκαλούν πράγματι απέκτησε την κυριότητα του μετά τη διάλυση της Μονής αυτής, αλλά στη συνέχεια τη μεταβίβασε στον απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου Δ. Π. με το ...4-4-1841 πωλητήριο έγγραφο και πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ως αβάσιμοι". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα περί του ενιαίου ή μη του κτήματος "...", των ορίων γενικώς αλλά και ειδικότερα του νοτίου εξ αυτών του, ως άνω, κτήματος σε συνάρτηση με τους επικαλούμενους από τον αναιρεσίβλητο τίτλους και των ερειπίων του ρωμαϊκού ... Υδραγωγείου, ως προσδιοριστικού στοιχείου της επίδικης έκτασης, οι δε υπό στοιχεία 2ος-
ΙΙΙ-Α1, 2ος-
ΙΙΙ-Β1, 2ος-
ΙΙΙ-Β3 και 2ος-
ΙΙΙ-Γ1 λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί αναγνωριστικής αλλά και διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία στη δεύτερη περίπτωση (διεκδικητική αγωγή), και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 17-2-2007 (αρχικά διεκδικητικής και νομότυπα περιορισθείσας σε αναγνωριστική κυριότητας) αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ο ενάγων περιέγραψε το επίδικο ακίνητο ως τμήμα ευρισκόμενο στο βορειοδυτικό άκρο ευρύτερης έκτασης, συνολικής επιφάνειας 3.992.965 και 3/4 βασιλικών νέων στρεμμάτων ή 3.699.092, κατά την καταμέτρηση του Υπουργείου Εσωτερικών του 1840, η οποία κατά την πώλησή της δυνάμει του ...4-4-1841 παραχωρητηρίου στον απώτατο δικαιοπάροχό του Δ. Π. Π. "ορίζετο ανατολικά με την οδό ..., οδό ... και ... νότια με κτήμα Σ. και κτήματα ..., δυτικά με βουνό ... και βόρεια με κτήματα ..., οικισμό ... και ιδιοκτησίες Π. Σ., Γ. Β., Σ. Φ., Μ. Τ., Ρ. Γ., Δ. Π., Π. Γ. Θ. και Π. Σ.", ενώ η επίδικη έκταση, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής του περιγραφόταν ως "σημερινής έκτασης 7.944 τ.μ., που συνορεύει ΒΔ επί πλευράς 61 μέτρων με οδό ..., βορείως επί πλευράς 91 μέτρων με οδό ... νοτίως επί πλευράς 184,60 μέτρων με λεωφόρους (σημείο επαφής) ... και ΒΑ επί πλευράς μέτρων 135,60 με οδό ... δια μέσου της οποίας διέρχεται το ρεύμα ...". Από την, ως άνω, οριοθετημένη από οδούς, περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, και, συνεπώς, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο αυτό. Το γεγονός ότι στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής δεν προκύπτει να προσαρτήθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα της μείζονος έκτασης, στην οποία και εμπεριέχεται το επίδικο ακίνητο, του οποίου όμως το τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει να προσαρτήθηκε σ’ αυτό (δικόγραφο), δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αφού με τον προσδιορισμό της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως, κατά το αναιρεσείον, όφειλε, μετ` αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου της έφεσής του.
Συνεπώς, ο πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει τ` αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, ως προς την πρώτη περίπτωση, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά, χωρίς να απαιτείται η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 273/2011, 1700/2009, 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στην προπαρατιθέμενη κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα, όπως επί λέξει αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα σε ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο 5956/2009 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις .../25-7-2008 και .../20-8-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εφεσιβλήτου, Λ. Π. και Κ. Σ., που ελήφθησαν ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου-Διαμαντοπούλου και Σκύρου Ευβοίας Αντωνίας Βαθάκου, αντίστοιχα, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος (.../28-7-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Μ. Κ. για την πρώτη βεβαίωση και 4108/24-7-2008 έκθεση επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή για τη δεύτερη), την από 27-6-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Κ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την 1372/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, τόσο αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση απόδειξη, όσο και τα υπόλοιπα, από τα οποία επιτρεπτώς συνάγονται δικαστικά τεκμήρια (μεταξύ των εγγράφων περιλαμβάνεται και η από 10-5-2013 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής ... Μ. Α.)". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει αδιστάκτως ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο παραθέτει αναλυτικά και με επάρκεια στο σκεπτικό της όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την απόδειξη των ουσιωδών για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς πραγματικών περιστατικών που αφορούν, πλην άλλων, τα ονόματα του νοτίου ορίου του κτήματος "...", την ειδικότερη θέση "..." και τη θέση των ερειπίων του ... υδραγωγείου, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες υπό στοιχεία 2ος-
ΙΙΙ-Β2, 2ος-
ΙΙΙ-Β4 και 2ος-
ΙΙΙ-Γ2 λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ενώ οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες σ’ εκείνους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση του Εφετείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον υπό στοιχείο 2ο-
ΙΙΙ-Α2 λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτωση β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον τελευταίο ισχυρισμό, προς επιστήριξη της θέσης του "ως προς το μη ενιαίο του επονομαζομένου κτήματος ...", ότι δηλαδή "ο Α. Κ., εκτός από το κτήμα στη θέση "..." (κτήμα ...), είχε και ένα κτήμα στο "..." ..., το οποίο βρίσκεται νότια-δυτικά της θέσης "..." πάνω από την έκταση του ... Σταδίου". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος ως προς τον έλεγχο της ορθότητας τόσο της πρωτόδικης, όσο και της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεων που δέχθηκαν ότι το προαναφερθέν κτήμα υπήρξε ενιαίο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους υπό στοιχεία 2ος-
ΙΙΙΑ3, 2ος-
ΙΙΙΔ και 2ος-
ΙΙΙΕ, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση να δεχθεί ως και κατ` ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α) το με αριθμό .../26-9-1851 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πιτάρη, β) την από 24-3-1994 τεχνική έκθεση των Δ. Α. και Ι. Τ. και γ) τις αποφάσεις 5948/1995 του Εφετείου Αθηνών και 827/1996 του Δικαστηρίου τούτου, που νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, αφενός περί του μη ενιαίου του κτήματος "..." και αφετέρου περί της καταπάτησης των δυτικών ομόρων εκτάσεων του ανωτέρω κτήματος και της αυθαίρετης αύξησης του εμβαδού του, αλλά και προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης έκτασης. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τόσο αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση απόδειξη, όσο και τα υπόλοιπα, από τα οποία επιτρεπτώς συνάγονται δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στις αιτιολογίες της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πέραν όλων των άλλων, και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης, αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε μετά από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υφίσταται δε μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997). Η ταυτότητα, εξ άλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνο τα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων, κατά τα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ, ισχύει και πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 1025/1993). Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο της δίκης, στην οποία δεν μετείχαν και ούτε βέβαια είναι κατ’ αρχήν δυνατή η ανάλογη διεύρυνση των δεσμευομένων από το δεδικασμένο προσώπων. Μάλιστα τα υποκειμενικά όρια του τελευταίου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως με την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο της, όπως ορίζεται στο άρθρο 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 2028/2014). Τέλος, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά, όμως, τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1339/1985). Επομένως, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) στο δικαστήριο της ουσίας, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (ΑΠ 2004/2009, ΑΠ 2062/2007).
Εν προκειμένω, με τον υπό στοιχείο 2ος-
ΙΙΙΕ, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη της και δη αυτεπαγγέλτως το δεδικασμένο που προκύπτει από τις αποφάσεις 5948/1995 του Εφετείου Αθηνών και 827/1996 του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, κρίθηκε αμετακλήτως, επί αγωγής του Δήμου ... κατά του αναιρεσιβλήτου, ότι ο τελευταίος δεν είναι κύριος της επίδικης έκτασης, αλλ’ ότι αυτή ανήκει σ’ εκείνο (αναιρεσείον). Κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πέραν του ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, δεν υφίσταται η αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του προβαλλομένου δεδικασμένου, εφόσον αμφότερες οι παρατιθέμενες αποφάσεις αφορούν αντιδικία του αναιρεσιβλήτου με άλλο νομικό πρόσωπο (Δήμος ...) και όχι με το αναιρεσείον, ο ανωτέρω, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται με αυτόν ο τρόπος και ο χρόνος που η ένσταση του επικαλούμενου δεδικασμένου προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 562 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 465/2005). Επομένως, ο υπό στοιχείο 2ος-
ΙΙΙΕ, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ελλείψει εννόμου συμφέροντός του, με την επίκληση ύπαρξης, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, του προαναφερθέντος δεδικασμένου ως προς την κυριότητα της επίδικης έκτασης, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε το απαράδεκτο αυτό στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 328/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ