34/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated34/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. του Ι. απεβίωσε την 1-10-2013 (βλ. από 3-10-2013 απόσπασμα της υπ' αρ. 8/34/2013 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Αθηναίων), δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (15-10-2013), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 34 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 34/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Ι. Κ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η 1η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 3ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε την 1η-10-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος του Ι. Ι. Κ., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αίτηση των ήδη 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ. του Ι. και της ΑΕ με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ν. Κ. ΑΕ", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 786/2009, 2490/2011 και 5351/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 2-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5351/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 § 1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 § 1 εδάφ. δ' Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή (εκούσια ή αναγκαστική) της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της, διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α' Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του (αποβιώσαντος) οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. του Ι. απεβίωσε την 1-10-2013 (βλ. από 3-10-2013 απόσπασμα της υπ' αρ. 8/34/2013 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Αθηναίων), δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (15-10-2013), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ.
υπ' αριθ. 10361/23-9-2014 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), μοναδικό δε εξ αδιαθέτου κληρονόμο του άφησε το γιο του, Ι. Κ. του Ι. και της Ά., προαποβιώσασας συζύγου του εν λόγω αναιρεσιβλήτου (βλ. υπ' αριθ. 33795/15-10-2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Παλλήνης Αττικής). Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν προκύπτει ότι γνώριζε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης το γεγονός του θανάτου του ως άνω αναιρεσιβλήτου, το οποίο πληροφορήθηκε μεταγενέστερα και κλήτευσε τον ανωτέρω γιο του.
Ο τελευταίος, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλεξάνδρου Κανδαράκη, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσε ότι συνεχίζει με την ιδιότητα του κληρονόμου του τρίτου αναιρεσιβλήτου την εκκρεμούσα αναιρετική δίκη. Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά του άνω αποβιώσαντος δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τον προαναφερόμενο κληρονόμο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή, συνεχίζει τη δίκη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 538/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφ' όσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3).
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.
Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση (παρ. 7) (ΑΠ 315/2013).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του Ν. 653/1977 σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 111, 118 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο της αιτήσεως άρσεως του ανωτέρω τεκμηρίου ωφέλειας, αρκεί, αλλά και απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο της ιδιότητας του αιτούντος ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου και των περιστατικών, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου αυτού που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από αυτήν, αλλά, αντιθέτως, ζημιώνεται (ΑΠ 598/2001 Ελλ.Δνη 2002. 1.365).
Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1091/2011, ΑΠ 1119/2010).
Αλλά αντίθετα, το Εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης, για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθ. 33 Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1060/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 9-6-2003 αίτησή τους, η οποία υποβλήθηκε στις 11-6-2003 στην αρμόδια διεύθυνση του ΥΠΕΧΩΔΕ, ως φορέα του έργου, οι αναιρεσίβλητοι και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ν. Κ. Α.Ε." ζήτησαν να κριθεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια για τμήματα των ιδιοκτησιών τους, που απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση απαλλοτρίωση και, συνεπώς, δεν πρέπει να επιβαρύνονται με αυτοαποζημίωση και υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών.
Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αίτησης, αυτό διαλάμβανε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος στοιχεία, όπως αυτά καθορίζονται διευρυμένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ήτοι την, λόγω δημιουργίας υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των ιδιοκτησιών τους και της Λ.
Μαραθώνος, αδυναμία ή δυσχέρεια της δυνατότητας για απευθείας πρόσβαση από τις ιδιοκτησίες τους προς την ως άνω κεντρική αρτηρία, στην οποία δεν απέκτησαν πρόσοψη, δεδομένου ότι, αντιθέτως, πριν την διαπλάτυνσή της είχαν και πρόσοψη και πρόσβαση σ' αυτήν, και την δημιουργία επιπτώσεων στη χρήση αυτών (μείωση οικοδομήσιμου χώρου).
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να κρίνει την αίτηση ορισμένη και νόμιμη, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτήν ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την εν λόγω αίτηση, ως αόριστη, στον οποίο προσήκει η πλημμέλεια του αρ. 1 και όχι εκείνη του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που επικαλείται το αναιρεσείον, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία, υπογραφόμενη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό και τα μέλη της Κυβέρνησης, δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 139/ 14-6-2002, τ.
Α'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, λόγω δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής και ειδικότερα προς διάνοιξη - διαπλάτυνση της λεωφόρου Μαραθώνος στο τμήμα Ζ' αυτής από τη χ.θ. 22 + 580, ευρισκομένη πλησίον της οδού Κύπρου, έως τη χ.θ. 24 + 775, ευρισκομένη πλησίον της οδού Έντισον, έως τη χ.θ. 26 + 178,62, ευρισκομένη πλησίον του ποδοσφαιρικού γηπέδου της Παλλήνης, έκτασης συνολικού εμβαδού 24.467,69 τ.μ.
Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Παλλήνης και εμφαίνεται στα από Μαΐου 2002 κτηματολογικά διαγράμματα … έως …, με τον αντίστοιχο από Μαΐου 2002 κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Χ. Ρ. και θεώρησε ο Προϊστάμενος της Δ/νσης Δ-12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ., σε συνδυασμό με τον από 28-8-2002 συμπληρωματικό πίνακα, περιλαμβάνονται, δε, σ' αυτή και τμήματα των υπ' αριθμ.
ΚΠ 24, 17 και 18 ιδιοκτησιών, που φέρονται να ανήκουν στην πρώτη, τρίτη και τέταρτο των αιτούντων. Ειδικότερα: α) Από την υπ' αριθμ. ΚΠ 24 ιδιοκτησία της πρώτης αιτούσας, από τη συνολική αρχική ιδιοκτησία της των 2.170 τ.μ., απαλλοτριώνονται 163,03 τ.μ., εκ των οποίων τα 129,67 τ.μ. χρεώνονται ως αυτοαποζημίωση και απομένουν 2.007,02 τ.μ., β) Από την υπ' αριθμ.
ΚΠ 17 ιδιοκτησία της τρίτης αιτούσας, από τη συνολική αρχική ιδιοκτησία της των 661,65 τ.μ., απαλλοτριώνονται 112,69 τ.μ., εκ των οποίων τα 111,04 τ.μ. χρεώνονται ως αυτοαποζημίωση και απομένουν 548,96 τ.μ., γ) Από την υπ' αριθμ. ΚΠ 18 ιδιοκτησία του τέταρτου αιτούντα, από τη συνολική αρχική ιδιοκτησία του των 518,74 τ.μ., απαλλοτριώνονται 100 τ.μ., εκ των οποίων τα 67,06 τ.μ.
χρεώνονται ως αυτοαποζημίωση και απομένουν 418,74 τ.μ.
Οι ιδιοκτησίες αυτές βρίσκονται σε εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή του Δήμου Παλλήνης Αττικής και εφάπτονται στη λεωφόρο Μαραθώνος. Πριν την επίδικη απαλλοτρίωση είχαν, ήδη, πρόσοψη στη λεωφόρο Μαραθώνος και ευρισκόμενες στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με την τελευταία, είχαν άνετη πρόσβαση σ' αυτή. Με τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της εν λόγω λεωφόρου έγινε υπερύψωση του οδοστρώματος, με συνέπεια οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες να βρίσκονται σε χαμηλότερο ύψος από το οδόστρωμα αυτής και να έχουν πρόβλημα αποχέτευσης των ομβρίων υδάτων, ενώ από τη δημιουργούμενη υψομετρική διαφορά και την κατασκευή συνεχούς διαχωριστικής νησίδας στο μέσο του οδοστρώματος, μεταξύ των δύο κατευθύνσεων της ταχείας, πλέον, κυκλοφορίας λεωφόρου Μαραθώνος, δυσχεραίνεται σημαντικά η άνετη πρόσβαση, που είχαν οι ιδιοκτησίες αυτές στην παραπάνω λεωφόρο μέχρι τη διαπλάτυνσή της.
Περαιτέρω, με την αφαίρεση των προαναφερομένων τμημάτων (εδαφικών λωρίδων) από την πρόσοψη των ως άνω ακινήτων, οι ιδιοκτησίες υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά τη χρήση τους ως αγροτεμάχια και την απόδοση της καλλιέργειας τούτων, ακόμη, δε, υφίστανται μείωση της αξίας τους, λόγω απώλειας αντιστοίχου οικοδομήσιμου χώρου, σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 5043/2004 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, που καθόρισε οριστικά ιδιαίτερη αποζημίωση για τις απομένουσες εκτός απαλλοτρίωσης εκτάσεις τους, σε ποσοστό 20% και 30% επί της προσδιοριζομένης με την ίδια απόφαση οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ανερχομένης στο ποσό των 190 ευρώ ανά τ.μ.
εδάφους των απαλλοτριουμένων εκτάσεων. Η Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, στις σχετικές εκθέσεις της, εισηγείται ομόφωνα ότι οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες υφίστανται ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του Ν. 653/1977, καθόσον: α) Η υπό κατασκευή οδός είναι "ανοιχτή" και όχι "κλειστή", β) Δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα της σε σχέση με τις παρόδιες ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στα ακίνητα και γ) Δεν διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα τούτων ούτε δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση τους με την απαλλοτρίωση, ενώ, επιπλέον, οι εν λόγω ιδιοκτησίες και πριν την απαλλοτρίωση δεν είχαν τη δυνατότητα οικοδομησιμότητας, βάσει του κριτηρίου των 45 μ.
απόστασης οικοδομής από τον άξονα της οδού. Οι παραδοχές αυτές της Επιτροπής αναιρούνται από τα προαναφερόμενα πραγματικά δεδομένα, που αποδείχθηκαν και, με βάση αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ως άνω ιδιοκτησίες των αιτούντων δεν υφίστανται οποιαδήποτε ωφέλεια από τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της λεωφόρου Μαραθώνος στη χ.θ. 22 + 580 μέχρι τη χ.θ. 24 + 775, καθώς επίσης στη χ.θ. 25 + 820 μέχρι τη χ.θ. 26 + 178,62 και κατά συνέπεια, το σχετικό αίτημα τούτων είναι βάσιμο.
Να σημειωθεί εδώ ότι για την ΚΠ 23, όμορη ιδιοκτησία με την επίδικη ιδιοκτησία ΚΠ 24, έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4213/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απεφάνθη ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο, για, δε, την ΚΠ 16 όμορη ιδιοκτησία με τις επίδικες ΚΠ 17 και ΚΠ 18, έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 2242/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία απεφάνθη ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης για το ως άνω ακίνητο".
To Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφελείας των εικαζομένων ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, διότι δεν συντρέχει σ' αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων τους προσώπου επί των διανοιγομένων οδών, ενώ, επί πλέον, διέλαβε και άλλα στοιχεία καθοριστικά της έλλειψης ωφελείας αυτών, ήτοι την δυσχέρεια της άνετης πρόσβασης, που είχαν οι ιδιοκτησίες αυτές στη λεωφόρο Μαραθώνος μέχρι τη διαπλάτυνσή της, λόγω της υψομετρικής διαφοράς που δημιουργήθηκε από την ανύψωση του οδοστρώματος και την κατασκευή συνεχούς διαχωριστικής νησίδας, τον περιορισμό της απόδοσης της καλλιεργείας αυτών, τη μείωση του οικοδομήσιμου χώρου, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομείνασες εκτάσεις μερικών εξ αυτών, λόγω μείωσης της αξίας τους κ.λπ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008), καθώς και αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή αίτησης (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης δεν συνιστά την πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 η διατύπωση πλεοναστικής σκέψης του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 435/2002). Δεν ιδρύεται, τέλος, και είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το Δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/ 2007), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 1524/2007, ΑΠ 403/2009, ΑΠ 941/2008).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, δήθεν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αίτησης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος διότι το Δικαστήριο τον έλαβε υπόψη και τον αξιολόγησε αρνητικά, κρίνοντας ότι η αίτηση περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ.
στοιχεία για την εγκυρότητα του δικογράφου της. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά το αναιρεσείον, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν παραδοχές, ως προς πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία η αίτηση κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη, και τα οποία ούτε περιέχονταν στην αίτηση, ούτε με άλλο νόμιμο τρόπο προβλήθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι με βάση αυτά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε το βάσιμο της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη μη προταθέντες, θεμελιωτικούς της αίτησης, ισχυρισμούς.
Ειδικότερα δε, α) ότι με τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της λεωφόρου Μαραθώνος έγινε υπερύψωση του οδοστρώματος, με συνέπεια οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες να βρίσκονται σε χαμηλότερο ύψος από το οδόστρωμα αυτής και να έχουν πρόβλημα αποχέτευσης των ομβρίων υδάτων, β) ότι, εκτός από τη δημιουργηθείσα υψομετρική διαφορά μεταξύ των εν λόγω ιδιοκτησιών και της λεωφόρου, και η κατασκευή συνεχούς διαχωριστικής νησίδας (την οποία δεν ανέφεραν στην αίτηση οι αναιρεσίβλητοι) δυσχέρανε σημαντικά την άνετη πρόσβαση, που είχαν οι ιδιοκτησίες αυτές στην λεωφόρο μέχρι την διαπλάτυνσή της και γ) ότι με την αφαίρεση των εδαφικών λωρίδων από την πρόσοψη των ανωτέρω ακινήτων, οι ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά τη χρήση τους ως αγροτεμάχια και την απόδοση της καλλιέργειας αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι όλα τα προδιαληφθέντα περιστατικά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αποτελούν περαιτέρω προσδιοριστικά στοιχεία ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των αναιρεσιβλήτων και δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ειδικότερα δε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της 5043/2004 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, με την περικοπή της "... σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 5043/2004 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου που καθόρισε οριστικά ιδιαίτερη αποζημίωση για τις απομένουσες εκτός απαλλοτρίωσης εκτάσεις τους σε ποσοστό 20% και 30% επί της προσδιοριζομένης με την ίδια απόφαση οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης", ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής σαφώς προκύπτει ότι αυτή δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για όλες τις εδώ επίδικες ιδιοκτησίες (24, 17, 18), αλλά μόνο για τις υπ' αριθ. 17 και 18, και β) των εκθέσεων της επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, για μεν τα υπό στοιχείο β' έγγραφα, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή τους, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, για δε το υπό στοιχείο α' έγγραφο, διότι το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του στην, χρησιμοποιηθείσα ως επί πλέον επιχείρημα, διαπίστωση, ότι και με την 5043/2004 απόφασή του κρίθηκε ότι μειώθηκε η αξία των ακινήτων των παρόδιων αναιρεσιβλήτων (που, συνεπώς, δεν είναι ωφελούμενοι), πολύ δε περισσότερο δεν την στήριξε στο εάν με την απόφαση αυτή καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τις απομένουσες εκτάσεις όλων ή μερικών εξ αυτών.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/ 2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 741/15-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 5351/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ