34/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 34 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2012
Legislator headnote
AI generated34/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 34 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 34 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Τους αναιρεσείοντες: 1.Ε. συζ. Γ. Κ. το γένος Δ. Γ. και 2. Γ. Κ. του Σ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Σαμαρτζή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σκορδά και δεν κατέθεσε προτάσεις και 3. Του εδρεύοντος στην Αθήνα ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενου, ως εκ του νόμου διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ARGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί οριστικώς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-6-2001 και 16-4-2002 κύριες αγωγές του 1ου και 2ου, των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αναιρεσειόντων και την από 28-1-2003 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3517/2003 προδικαστική απόφαση, που διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη του 1ου αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια η 2334/2005 με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και 3272/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3239/2009 του Εφετείου κατόπιν συνεκδικάσεως και των τριών εφέσεων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο και σ' αυτή την προσβαλλομένη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16, παρ.1, 19 παρ. 1 και 20 ΚΟΚ όσον αφορά την οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την στιγμή του ατυχήματος, η ορθή εφαρμογή των οποίων έπρεπε να οδηγήσει στην αναγνώριση της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού για την πρόκληση του ατυχήματος και όχι στην απλή αναγνώριση συνυπαιτιότητάς του κατά ποσοστό 30%. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε τι ειδικότερα συνίσταται η πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυπα, αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου. Στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚπολΔ. Εξάλλου, κατά με τον άρθρο 339 ΚπολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολομ.Α.Π. 111/81, 848/81). Για την ταυτότητα δε του λόγου, στην ίδια ρύθμιση υπόκεινται και οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, όταν συντάσσονται εγγράφως κατά το άρθρο 392 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την γνωμοδότηση του τεχνικού συμβούλου ιατρού Ν. Σ. που νόμιμα οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλομένης ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω γνωμοδότηση, την οποία εκτίμησε ελεύθερα σε συσχετισμό προς τις άλλες αποδείξεις.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3. Από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι κακώς το Εφετείο αναφέρει σε αυτήν ότι είναι αδιάφορο αν το επίδικο ατύχημα θεωρήθηκε από το ΙΚΑ ως εργατικό ή εξωεργατικό ατύχημα, αναφερόμενο προφανώς σε ισχυρισμό τους που προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι "το γεγονός ότι το ατύχημα θεωρήθηκε από το ενάγον ως εργατικό διότι συνέβη κατά την ώρα επιστροφής του παθόντος στην οικία του από τον τόπο εργασίας του δεν αποδείχθηκε ότι ασκεί επιρροή (αύξηση) στα ποσά της επιδοτήσεως του. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος εν μέρει ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφορά τον τρόπο υπολογισμού της αποζημιώσεως και άρα είναι κατά το μέρος αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 5 του ν. 489/1976, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του ν. 1595/85 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του π.δ. 264/91 και 25 παρ. 4 του ίδιου ν., (489/76), σαφώς συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται κατά την παρ. 1 του άρθρο 19 του ως άνω νόμου, σε αποζημίωση προσώπων, που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, η έκταση της οφειλής του περιορίζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσό και μόνον εκείνο, το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη και προς το σκοπό του νεώτερου νομοθέτη, ο οποίος, με την παραπάνω ειδική διάταξη (άρθρο 19 παρ. 5), θέλησε, την κάλυψη από το επικουρικό κεφάλαιο μόνο των ζημιών και την αποφυγή στην περίπτωση αυτή ενδεχόμενου πλουτισμού του ζημιωθέντος. Η διάταξη αυτή, όπως από αυτή αλλά και από το σκοπό της θεσπίσεως της προκύπτει, ως ειδική, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του επικουρικού κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση ευθύνης του, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας ή πτώχευσης, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός, ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής, του οποίου μεταγενεστέρως ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, γιατί μετά την υπεισέλευση, στη θέση του ασφαλιστή, του επικουρικού κεφαλαίου, αυτός αντιμετωπίζεται ωσάν να εναγόταν τούτο από την αρχή και συνεπώς θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. Έτσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, σε περίπτωση τραυματισμού, λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, το οποίο κατά το ν. 6298/1934 είναι οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, οι παροχές του επιδόματος ασθενείας ή σύνταξης αναπηρίας, που υποχρεούται το ΙΚΑ να καταβάλει στον ίδιο τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1846/1951, αφαιρούνται από τις αντίστοιχες αξιώσεις του δικαιούμενου αποζημιώσεως προσώπου και έτσι ούτε το ζημιωθέν από το ατύχημα πρόσωπο, ούτε το ΙΚΑ, ούτε οποιοσδήποτε άλλος και ειδικότερα ο ασφαλισμένος σε ασφαλιστική εταιρία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη θέση της υπεισήλθε το επικουρικό κεφάλαιο νομιμοποιείται να ζητήσει από το τελευταίο τα ποσά, που αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές παροχές του ΙΚΑ, αλλά και οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού ταμείου κοινωνικής ασφάλισης προς τους ασφαλισμένους του, εξ αιτίας, αυτοκινητικού ατυχήματος, με περαιτέρω συνέπεια την πλήρη απαλλαγή του επικουρικού κεφαλαίου από την υποχρέωσή του, αν το θύμα καλύφθηκε για τη ζημία του, από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 1229/2010, 389/2002). Εξάλλου η ανωτέρα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 ν. 489/1976 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 4 αυτού (ΑΠ 1229/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την από 28-1-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου δέχτηκε σχετικά με το νόμω βάσιμο της αγωγής τους αυτής τα ακόλουθα: "Όσον αφορά το αίτημα της αγωγής τους για την καταβολή και του ποσού των 14.382,66 Ευρώ και ήδη μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την μείωσή του αυτό των 10067,79 ευρώ, το οποίο ζητά από αυτούς το ΙΚΑ, είναι μη νόμιμο, δηλαδή δεν υφίσταται νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή στους ενάγοντες του ποσού αυτού, που αφορά έξοδα νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς επίδομα ασθενείας και σύνταξης αναπηρίας του ασφαλιστικού ταμείου (ΙΚΑ) του παθόντος προς αυτόν". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.
Συνεπώς ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι κακώς ερμήνευσε την ανωτέρω διάταξη του ν.489/1976, παραβιάζοντας επιπλέον την από το Σύνταγμα προβλεπόμενη αρχή της ισότητας την οποία, κατ' εκτίμηση, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και με τα δύο σκέλη του λόγου αυτού είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του κάθε αναιρεσίβλητου λόγω χωριστής νομικής εκπροσώπησης, από τους οποίους το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ"κατέθεσε και προτάσεις (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3239/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2.700) ευρώ, για δε τους λοιπούς σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ