Legislator Case Law & Legislation
34/2009 AI generated

34/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 34/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

34/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 34 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, κατοίκου ......, 2.Ψ2, κατοίκου ......, και 3.Ψ3, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-21999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31797/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1419/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-11-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, την οποία έχουν επικυρώσει και οι ΗΠΑ, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (AΠ 1342/2007).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου στην περίπτωση αναβολής της υποθέσεως από το πινάκιο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 498 παρ. 2 - 3 Κ.Πολ.Δ. και η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 αυτού, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ`αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν έχει εμφανισθεί για τη μετ`αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.

Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδάφ. α' του άρθρου 568 του ίδιου κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Από την τελευταία αυτή διάταξη αυτή σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι, αν με βάση τις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης, πρόκειται να γίνει επίδοση του αναιρετηρίου με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως σε πρόσωπο, που έχει γνωστή διαμονή στο εξωτερικό, για τον υπολογισμό της παραπάνω προθεσμίας των ενενήντα ημερών, απαιτείται πραγματική περιέλευση του εισαγωγικού αυτού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Τέλος η διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από τον νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησης αναίρεσης, η οποία απευθύνεται, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτήν, κατά των Ψ1, Ψ2, κατοίκων ...... και Ψ3, κατοίκου ......, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα της 12-11-2007, χορηγηθείσα (η αναβολή) κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος και χωρίς να παρασταθούν οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει τούτο από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου της δικασίμου 12-11-2007, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (10-11-2008).

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Από τις υπ' αριθμ. ......, ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 12-11-2007 και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στους αναιρεσιβλήτους, που είναι κάτοικοι ...... .

Εξάλλου, από τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ιδίως την μεταξύ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και των αρμόδιων Αρχών του Καναδά αλληλογραφία, προκύπτει ότι το παραπάνω δικόγραφο (με τη συνημμένη επίσημη μετάφραση στη αγγλική γλώσσα) επιδόθηκε στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, με παράδοσή του στους ίδιους στις 16-10-2007, ενώ στην τρίτη αναιρεσίβλητη, βεβαιώθηκε στις 6-12-2007, ότι δεν επιδόθηκε, διότι δεν βρέθηκε στη δηλωθείσα διεύθυνση.

Έτσι όμως, από την ημέρα της συντελέσεως τόσο της πραγματικής επιδόσεως στους αναιρεσιβλήτους, της αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση για συζήτηση, όσο και της πλασματικής αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μέχρι τον χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο (12-11-2007), κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, (έτσι ώστε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο από εκείνο των ενενήντα ημερών, που ορίζει ο νόμος και που με την προαναφερόμενη πράξη ορισμού δικασίμου είχε ρητά οριστεί ως προθεσμία κοινοποιήσεως.

Με βάση αυτά, λόγω της μη εμπρόθεσμης και επομένως της μη έγκαιρης κλητεύσεως των απόντων κατά την μετ' αναβολή ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο αναιρεσιβλήτων και της εντεύθεν αδυναμίας τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, πρέπει η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-11-2005 αιτήσεως του Χ για αναίρεση της 1419/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ